Ιστορική συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 22.07.2015

Υπογράφηκε τελικά η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Πρόκειται για ένα ιστορικό γεγονός. Όπως γράφαμε σε προηγούμενο φύλλο, όταν η συμφωνία είχε φανεί να μπαίνει στις ράγες, «η διαμάχη ποτέ δεν αφορούσε αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν –αυτό έγινε το πεδίο μάχης ή και προπαγάνδας στον συνολικότερο ανταγωνισμό των ΗΠΑ και των βασικών συμμάχων τους (Ισραήλ και Σαουδική Αραβία) με το καθεστώς της Τεχεράνης. Αντίστοιχα σήμερα, η συμφωνία δεν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, και το ρόλο του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας».

Είναι λοιπόν το πρώτο βήμα προς το πιθανό κλείσιμο μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου που άνοιξε με την ιρανική επανάσταση το 1979 και την ανατροπή του Σάχη. Έκτοτε, το τοπίο στην περιοχή καθόριζε η σύγκρουση μεταξύ του «κράτους-τρομοκράτη» (όπως ονόμαζε το Ιράν η Ουάσινγκτον) και του «Μεγάλου Σατανά» (όπως χαρακτήριζε τις ΗΠΑ η Τεχεράνη). 
Στη Βιέννη, μπήκαν και επίσημες υπογραφές σε μια επαναπροσέγγιση που είχε ήδη ξεκινήσει. Στο Ιράκ, στη Συρία, την Υεμένη, οι ΗΠΑ βρέθηκαν υποχρεωμένες να υπολογίζουν στο καθεστώς της Τεχεράνης για να αποκατασταθεί η «ομαλότητα». Είναι σε εξέλιξη μια ριζική αλλαγή στις γεωπολιτικές σχέσεις δεκαετιών. Μια αλλαγή που όμως δεν θα είναι καθόλου εύκολη, ούτε ομαλή. Ήδη ο Κέρι ανέλαβε το δύσκολο καθήκον να «πουλήσει» τη συμφωνία στο (επιφυλακτικό και γεμάτο «γεράκια») Κογκρέσο, και ο Ιρανός ομόλογός του προσπαθεί να καθησυχάσει τους «σκληροπυρηνικούς» του καθεστώτος. 
Η συμφωνία διαπνέεται από αμοιβαίες υποχωρήσεις. Συνοπτικά: Από τη μία οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την ασφυκτική πίεση (με κυρώσεις, απομόνωση, πολεμικές απειλές κ.λπ.) με στόχο την πλήρη ακύρωση του πυρηνικού προγράμματος και αναγνωρίζουν το δικαίωμα του Ιράν να έχει πυρηνική ενέργεια, αποσύροντας το εμπάργκο και τις κυρώσεις. Από την άλλη το Ιράν αποδέχεται μεγάλους περιορισμούς στο πρόγραμμά του και ένα καθεστώς αυστηρής διεθνούς επιτήρησης. 
Παρά τις αμοιβαίες υποχωρήσεις που οδήγησαν στην υπογραφή, δεν θα σταματήσουμε ποτέ να υπενθυμίζουμε μια θέση αρχής: Δεν είχε κανένα δικαίωμα το κράτος με το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο διεθνώς και με στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον πλανήτη να εκβιάζει (με κυρώσεις, πολεμικές απειλές κ.λπ.) με στόχο να επιβάλει την πολιτική του σε ένα κυρίαρχο κράτος. Δεν διαγράφονται τα εγκλήματα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού (οι εξοντωτικές κυρώσεις δεν είναι λιγότερο καταστροφικές για τους λαούς από έναν πόλεμο), ούτε «αθωώνεται» ο βρόμικος ρόλος του στην περιοχή, επειδή ο Μπαράκ Ομπάμα έχει επιλέξει μια πιο «βελούδινη» διαχείριση των επιδιώξεών του. 
Στους δρόμους της Τεχεράνης επικρατεί ενθουσιασμός και η ιρανική αντιπροσωπεία αποθεώθηκε κατά την επιστροφή της. Είναι απολύτως δικαιολογημένο. Για τους απλούς Ιρανούς, απομακρύνθηκε η απειλή του πολέμου, αλλά –κυρίως– το βάρος των κυρώσεων. Όσο κι αν τα μίντια και οι πολιτικοί στη Δύση ισχυρίζονταν ότι οι κυρώσεις χτυπάνε «το καθεστώς», το τίμημα το πλήρωναν οι εργάτες και οι φτωχοί, ενώ το «πάνω μέρος» της κοινωνίας ενίσχυε το στρατό, όξυνε την καταστολή και έκανε μπίζνες στη μαύρη αγορά. Φυσικά η χαλάρωση των κυρώσεων θα συνοδευτεί με «ενσωμάτωση στη διεθνή αγορά» και προφανώς δεν θα γίνει με φιλολαϊκούς όρους. Οι νεοφιλελεύθεροι του καθεστώτος και οι διεθνείς «επενδυτές» καιροφυλακτούν. Αλλά αγωνιστές της Αριστεράς ελπίζουν πως στο νέο τοπίο θα υπάρξει «χώρος» για να εκδηλωθεί αντίσταση. Ο αντίκτυπος της συμφωνίας στο εσωτερικό του Ιράν μένει να φανεί. 
Μένει να φανεί επίσης ένας άλλος αντίκτυπος, διεθνούς σημασίας. Αυτός που θα έχει η συμφωνία στη Σαουδική Αραβία και στο Ισραήλ. Τα δύο κράτη, που βρίσκονται σε θανάσιμη κόντρα με την Τεχεράνη και που για δεκαετίες λειτουργούσαν ως οι μόνοι «πραγματικά πιστοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή». Ο Νετανιάχου κατακεραυνώνει το «ιστορικό λάθος», ενώ –σε χαμηλότερους τόνους– εκφράζουν τις ανησυχίες τους και οι Σαούντ. Την επομένη της ανακοίνωσης της συμφωνίας, Αμερικάνοι αξιωματούχοι έσπευσαν στο Ισραήλ και στις μοναρχίες του Κόλπου για να καθησυχάσουν τους συμμάχους τους. 
Θα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η αντίδραση αυτών των δυνάμεων. Ο Σαμπετάι Σαβίτ, διευθυντής τη Μοσάντ από το 1989 ως το 1996, θεωρεί πως η ανησυχία των σουνιτικών αραβικών κρατών για τις κινήσεις των ΗΠΑ δημιουργεί «παράθυρο ευκαιρίας»:
«Το Ιράν θεωρείται εχθρός όλων εκείνων των κρατών, της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και των Εμιράτων... Είμαστε μέλος του ίδιου στρατοπέδου... Έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να δημιουργήσουμε μια συμμαχία μετριοπαθών αραβικών χωρών με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ». 
Τέτοιες κινήσεις θα έχουν τεράστιο αντίκτυπο στον αραβικό κόσμο (και στο εσωτερικό όλων των καθεστώτων που θα σκεφτούν μια τέτοια συμμαχία με το σιωνιστικό κράτος). Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ότι γίνονται δημόσια τέτοιες εισηγήσεις στο Ισραήλ, για μια χάραξη πολιτικής που δεν παίρνει υπόψη τις αμερικανικές προτεραιότητες.
Βέβαια, όταν μιλάμε για «διαφωνίες» μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ, κρατάμε πάντα πολύ μικρό καλάθι. Στο πλαίσιο του καθησυχασμού του κράτους-τρομοκράτη, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν μια γενναία (τη μεγαλύτερη εδώ και πολλά χρόνια) αύξηση δισεκατομμυρίων δολαρίων στη στρατιωτική βοήθεια προς το Τελ Αβίβ. 
Οι τακτικές αλλάζουν, αλλά η ουσία παραμένει ίδια: Ο Ομπάμα εξοπλίζει το Ισραήλ «ως τα δόντια», ενώ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην αποκτήσει αντίστοιχες πολεμικές δυνατότητες το Ιράν...