Το δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου πάνω στις προτάσεις τροποποίησης του συντάγματος, που προωθούσε η κυβέρνηση σε αυταρχική και αντιδημοκρατική κατεύθυνση, υποστηριζόμενη από εργοδοτικές δυνάμεις, οικονομικά και διεθνή πολιτικά ιδρύματα, συνάντησε μια ισχυρή συμμετοχή στην ψηφοφορία. Το σχέδιο απορρίφθηκε με μια νίκη του ΟΧΙ που πήρε σχεδόν το 60% των ψήφων.

Για το ΟΧΙ ψήφισαν μαζικά οι νέοι 18-34 ετών, οι άνεργοι και όσοι είχαν πολύ χαμηλά εισοδήματα. Το ΟΧΙ νίκησε ευρέως στο Νότο και σε όλες τις λαϊκές γειτονιές των μεγάλων πόλεων. 
Η κυβέρνηση με αυτή την τροποποίηση του συντάγματος –που γεννήθηκε από την αντιφασιστική αντίσταση– επιδίωκε να ολοκληρώσει και σε θεσμικό επίπεδο την αντιδραστική και φιλελεύθερη αντιμεταρρύθμιση με την οποία αυτά τα χρόνια η μπουρζουαζία σφαγίασε τις εργατικές τάξεις και ακύρωσε μία προς μία τις κατακτήσεις τους από τα χρόνια του ’60 και του ’70. Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού χρησιμοποίησαν την ψήφο όχι μόνο για να εκφράσουν την άρνησή τους στις αντιδημοκρατικές συνταγματικές τροποποιήσεις, αλλά και για να εκφράσουν την άρνηση των πολιτικών της λιτότητας. Η κυβέρνηση Ρέντσι, που είχε πιστέψει ότι θα μπορούσε να αποκτήσει μια οριστική πολιτική νίκη, νικήθηκε και υποχρεώθηκε να παραιτηθεί. Αλλά η ήττα του Ρέντσι, και των καπιταλιστικών δυνάμεων που τον υποστήριζαν, δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας επανέναρξης της κίνησης της εργατικής τάξης, ενώ είναι άκρως αναγκαία, και πολύ λιγότερο σε μια πιθανή εναλλακτική κυβερνητική λύση που θα μπορούσε να ήταν εκπροσώπηση. 
Κερδήθηκε μια σημαντική μάχη που αποδυνάμωσε το κύριο κόμμα της μπουρζουαζίας, το Δημοκρατικό Κόμμα (PD), αλλά η κοινωνική κατάσταση παραμένει πολύ επιδεινωμένη και οι σχέσεις των πολιτικών δυνάμεων και στους χώρους εργασίας παραμένουν υπέρ των κυρίαρχων τάξεων. Τον ίδιο μήνα, τον Δεκέμβρη, το κοινοβούλιο ενέκρινε έναν οικονομικό νόμο που επιχορηγεί με κάποια ελεημοσύνη τα κοινωνικά τμήματα που είναι πιο εξαθλιωμένα, αλλά πάνω απ’ όλα χαρίζει εκατομμύρια ευρώ στα αφεντικά διαμέσου μιας σειράς μέτρων απομείωσης του φόρου των κεφαλαίων και των επιχειρήσεων.
Η μπουρζουαζία έστησε αμέσως μια κυβέρνηση φωτοτυπία της προηγούμενης, με προεδρεύοντα τον Τζεντινόλι, άνθρωπο του Ρέντσι, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύντομα θα ξαναρχίσει τις πιέσεις στην Ιταλία, ώστε να πάρει οικονομικά μέτρα ακόμα πιο σκληρά, σεβόμενη τις παραμέτρους του συμφώνου οικονομικής σταθερότητας. 
Η θεσμική πολιτική κατάσταση παραμένει ασταθής, επειδή οι πολιτικές εκλογές που αναβλήθηκαν, στις οποίες θα μπορούσε να ξανακατέβει ο Ρέντσι για να επιστρέψει στην εξουσία, έγιναν δύσκολες με την απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου που έκρινε αντισυνταγματικό τον ισχύοντα εκλογικό νόμο και πάνω σε αυτόν θα ανακοινώσει μια περεταίρω κρίση στο τέλος του Γενάρη. 
Η κυβέρνηση και οι διάφορες πολιτικές δυνάμεις θα ήθελαν έναν νέο εκλογικό νόμο, αλλά δεν είναι εύκολο να βρεθεί μια συμφωνία μεταξύ τους, εξαιτίας –επίσης– της απόφασης του συνταγματικού δικαστηρίου και περισσότερο λόγω της ψήφου στο δημοψήφισμα, που απαιτούν έναν δημοκρατικό αναλογικό νόμο, ο οποίος δεν είναι στις προθέσεις του Δημοκρατικού Κόμματος, των κομμάτων της Δεξιάς και ακόμα λιγότερο στις προθέσεις της μπουρζουαζίας. 
Η κατάσταση για τους εργάτες και τις εργάτριες παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη, επειδή σε αυτούς τους τελευταίους μήνες η ανανέωση των εθνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας σημαντικών κλάδων, ανάμεσα στις οποίες εκείνη των μεταλλουργών, σημείωσε μια ακόμα εργατική ήττα. Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες δεν προώθησαν κανένα σοβαρό αγώνα, αποδεχόμενες να υπογράψουν συμβάσεις που αποδίδουν στα αφεντικά κατακτήσεις του παρελθόντος, «τιμωρούν» τους μισθούς και λύνουν τα χέρια των καπιταλιστών όσον αφορά στα ωράρια εργασίας. 
Ακόμα και η CGIL και η διοίκηση της FIOM, το συνδικάτο της πιο μαχητικής κατηγορίας, που τα περασμένα χρόνια είχε αντιταχθεί στις υποχωρήσεις των κεντρικών γραφειοκρατιών, αποδέχθηκαν αυτή την πολιτική υποταγής στις εργοδοτικές ενώσεις.
Μεγάλα τμήματα των εργαζομένων στα μεγάλα εργοστάσια αντιτάχθηκαν, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να εμποδίσουν την υπογραφή συμβάσεων-καπίστρι. Τα τμήματα του ταξικού συνδικαλισμού, η αγωνιστική μειοψηφία μέσα στην CGIL και τα συνδικάτα βάσης προσπαθούν να οργανώσουν πολιτικές και συνδικαλιστικές εναλλακτικές, αλλά η πορεία τους είναι πολύ δύσκολη. 
Σε πολιτικό επίπεδο «η υπαρκτή εναλλακτική λύση» στα μάτια μεγάλων λαϊκών τμημάτων είναι το Κίνημα των 5 αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης σύμφωνα με τις δημοσκοπικές εκλογικές έρευνες σχεδόν ίδιας δυναμικής με το Δημοκρατικό Κόμμα. Το Κίνημα των 5 αστέρων είναι ένα διαταξικό κίνημα που δεν προωθεί το καθήκον ενός κοινωνικού αγώνα, αλλά μόνον εκείνο της δικής του εκλογικής νίκης, που θα πρέπει να εγγυηθεί μια τίμια και ορθολογική διαχείριση στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα της χώρας. 
Σε αυτό το πεδίο είναι δύσκολο να δουλέψουν οι δυνάμεις της Αριστεράς, πολύ περισσότερο που είναι κατακερματισμένες. Πολλές από αυτές βρέθηκαν για καιρό υποταγμένες στο Δημοκρατικό Κόμμα και είναι μερικώς ακόμα, ενώ ένα κόμμα σαν την Κομουνιστική Επανίδρυση συνεχίζει να υπερασπίζεται τις πολιτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Επίσης, ακόμα και όταν ψάχνουν μια πιο καθαρή εναλλακτική λύση στο Δημοκρατικό Κόμμα παραμένουν υποταγμένες στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της CGIL και της FIOM και ως εκ τούτου ανίκανες να βοηθήσουν τα εργατικά τμήματα, που είναι πιο αγωνιστικά, να οργανωθούν. 
Οι δυνάμεις της Αριστεράς, που θέλουν να ξαναχτίσουν ένα κοινωνικό και αγωνιστικό μέτωπο εναλλακτικό στις πολιτικές της λιτότητας για να αποκρούσουν την επίθεση των εργοδοτικών δυνάμεων και να εμποδίσουν τις αντιδραστικές και ρατσιστικές δυνάμεις να εκμεταλλευτούν τη γενική κοινωνική δυσαρέσκεια, καλούνται να δράσουν σε δύο πεδία ευθέως συσχετιζόμενα και αχώριστα. 
Πρέπει να παρέμβουν με τους αγωνιστές και τις δράσεις τους στο κοινωνικό και συνδικαλιστικό πεδίο, προβάλλοντας κάποιους βασικούς στόχους για την εργασία, τον μισθό, ενάντια στην επισφάλεια, για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος, για τα οποία πρέπει να κινητοποιηθούν και να δοκιμάσουν να τροποποιήσουν τον συσχετισμό δυνάμεων, δηλαδή να ξαναχτίσουν όλες εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις της ενότητας και της αλληλεγγύης που ο καπιταλισμός κατέστρεψε. 
Πάνω σε αυτήν τη βάση είναι που μπορούν να εργαστούν και να γίνουν αξιόπιστες και στο άλλο επίσης πεδίο, εκείνο της γενικής πολιτικής, διαμέσου μιας ενωτικής πολιτικής ανάμεσα σε διαφορετικές δυνάμεις, διαμέσου της ικανότητας να προωθηθεί ένα πρόγραμμα αντινεοφιλελεύθερο και αντικαπιταλιστικό, αξιόπιστο σε πιο πλατιά τμήματα των μαζών, να αναμετρηθούν ακόμα και σε εκλογικό επίπεδο, αλλά χωρίς ποτέ να χάνουν από τα μάτια τους ότι στο κέντρο της δράσης τους πρέπει να βρίσκεται η ανοικοδόμηση της σύγκρουσης στους χώρους εργασίας και στην κοινωνία. 
Είναι γι’ αυτή την πορεία που πρέπει να βρεθεί ο δρόμος για να χτίσουμε την εναλλακτική στις δυνάμεις της Δεξιάς, του Δημοκρατικού Κόμματος και ακόμα στο Κίνημα των 5 αστέρων. Η Sinistra Anticapitalista εργάζεται προς αυτήν την κατεύθυνση.