Μετά από εβδομάδες άκαρπων προσπαθειών μεταξύ όλων των κομμάτων, που έδειχναν να καταλήγουν σε νέες κάλπες στην Ιταλία, τελικά η Λίγκα και το Κίνημα Πέντε Αστέρων πάτησαν αιφνιδιαστικά γκάζι στις μεταξύ τους επαφές και δείχνουν έτοιμοι να συγκροτήσουν κυβέρνηση.

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, συνεχίζονταν οι συζητήσεις όσον αφορά τον πρωθυπουργό (κάποιο τρίτο πρόσωπο), αλλά και την τελική διαμόρφωση κοινού προγράμματος, ώστε να κατατεθεί η πρόταση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και αυτός να εκκινήσει τη διαδικασία που απαιτείται (έγκριση υπουργών κλπ) για να φτάσει η νέα κυβέρνηση να ζητήσει την εντολή από τη Βουλή. 
Είναι ένα τεράστιο σοκ, μετά από αυτό του εκλογικού αποτελέσματος. Στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, δείχνουν έτοιμα να σχηματίσουν κυβέρνηση ένα ακροδεξιό κόμμα, που εκτινάχθηκε κάνοντας στροφή από τον τοπικισμό στον εθνικισμό, μαζί με ένα «αντιπολιτικό» συνονθύλευμα που μετράει ελάχιστα χρόνια ζωής. Και αυτό δίχως να έχουν την ανάγκη κοινοβουλευτικής στήριξης από κάποιο από τα παραδοσιακά (και κάποτε κραταιά) κόμματα της Δεξιάς και της κεντροαριστεράς.
Είναι μια σοκαριστική εξέλιξη. Προκαλεί εντύπωση το πόσο «χαλαρά» αντιμετωπίζεται ο κεντρικός ρόλος της Λίγκας στην πιθανή κυβέρνηση. Κάτω από το θολό σχήμα «κυβέρνηση λαϊκιστών» και με όλη την έμφαση να πέφτει στο πόσο σκληροί ή μαλακοί ευρωσκεπτικιστές θα αποδειχθούν στην πράξη, η ανάδειξη ενός ακροδεξιού, εθνικιστικού, ρατσιστικού κόμματος σε βασικό κυβερνητικό πόλο περνάει «στο ντούκου». Και η προθυμία της ηγεσίας του Κινήματος Πέντε Αστέρων να συνεργαστεί με ένα τέτοιο κόμμα χρωματίζει πλέον την –μέχρι σήμερα θολή–  «αντισυστημικότητά» του με σκοτεινά χρώματα, πόσο μάλλον αν ισχύουν οι πληροφορίες ότι βρέθηκε σχετικά εύκολα κοινός τόπος στο «μεταναστευτικό», όσον αφορά το κυβερνητικό πρόγραμμα.
Η γενικόλογη «αντιπολιτική», χωρίς πολιτικό πρόσημο, χωρίς ταξική αναφορά, έδειξε όχι απλά τα όριά της, αλλά τους κινδύνους της. Οι Πεντάστεροι δήλωναν γενικώς έτοιμοι να συζητήσουν προγραμματικά με δυνάμεις από όλο το φάσμα. Είχαν επίσης εισπράξει την επίμονη άρνηση του Ρέντσι να μπει το κόμμα του σε συζήτηση με «λαϊκιστές» (κάτι που προκάλεσε εντάσεις και μέσα στο PD). Όμως το πού «έκατσε η μπίλια» τελικά είναι αποκαλυπτικό. Μια πολιτική δύναμη που μπορεί και βάζει «βέτο» στην παρουσία του Μπερλουσκόνι (ως ανθρώπου του «παλιού κατεστημένου») σε μια κυβέρνηση, δεν αισθάνθηκε την ίδια ανάγκη απέναντι στην παρουσία των ακροδεξιών στην κυβέρνηση. 
Μένει να φανεί, αν θα υπάρξει η οποιαδήποτε «ανταρσία» στην κοινωνική βάση των Πέντε Αστέρων. Θα είναι κρίσιμο, ως «φωτεινή αχτίδα» για την κατάσταση στην ιταλική κοινωνία, με δεδομένο το ποσοστό που είχαν πάρει. Γιατί αν στην υπαρκτή μεγάλη ενίσχυση της επιρροής της ακροδεξιάς προστεθεί κι ένα μαζικό ρεύμα που «ανέχεται» τη συνύπαρξη μαζί της, τα πράγματα είναι πολύ άσχημα...
Δυσκολίες
Η συνεννόηση και η ομαλή συνύπαρξη μπορεί να συναντήσει αντιδράσεις και για άλλους λόγους βέβαια. Είναι ζητούμενο αν η βάση της Λίγκας (που παρά την εθνικιστική στροφή της, παραμένει στην ουσία «του Βορρά») θα δεχθεί τις προτάσεις των Πέντε Αστέρων, που εστιάζουν στη βελτίωση των συνθηκών στο Νότο. Είναι αντίστοιχα ζητούμενο αν οι φτωχοί του Νότου, που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της βάσης των Πέντε Αστέρων, θα δείξουν μνήμη χρυσόψαρου απέναντι σε εκείνους που μέχρι πριν ένα δύο χρόνια τους αντιμετώπιζαν ως νούμερο 1 «πρόβλημα». 
Στον τομέα της οικονομίας, περιμένοντας τα επίσημα κείμενα, οι πρώτες πληροφορίες μιλάνε για «άθροισμα» των προεκλογικών υποσχέσεων και των δύο κομμάτων. Όλοι εστιάζουν στην κεντρική υπόσχεση της Λίγκας για φοροελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις και την κεντρική υπόσχεση των Πέντε Αστέρων για εγγυημένο κατώτατο εισόδημα για όλους, ενώ δεν λείπουν αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο συνδυασμός αυτών των υποσχέσεων «απειλεί να εκτροχιάσει την ιταλική οικονομία από το δρόμο της δημοσιονομικής σταθερότητας». 
Ένα κεντρικό άρθρο στο Bloomberg αντιμετώπισε μάλλον με μπλαζέ ύφος τις εξελίξεις: «οι λαϊκιστές πήραν την ευκαιρία που ζητούσαν. Ας δοκιμάσουν να ζήσουν στον κόσμο της κυβέρνησης, έξω από τη φούσκα των προεκλογικών υποσχέσεων». Πιθανώς τα θινκ-τανκ να εκτιμούν ότι, αφού «πειθάρχησε» ο ΣΥΡΙΖΑ, θα «πειθαρχήσουν» και πολιτικές δυνάμεις που έχουν πολύ λιγότερη (ανύπαρκτη) σχέση με τα κινήματα και τους αγώνες κατά της λιτότητας.
Αυτά μένει να φανούν. Πάντως, ανεξαρτήτως των προθέσεων των επίδοξων κυβερνώντων, η πραγματική εξουσία ήδη προετοιμάζεται. Ο Πρόεδρος Ματαρέλα αισθάνθηκε την ανάγκη να υπενθυμίσει ότι έχει θέση εξουσίας και δεν είναι «συμβολαιογράφος που απλά βάζει υπογραφές». Οι αναλυτές υπενθυμίζουν ότι εκτός από τις ευρωπαϊκές συνθήκες (τις οποίες στα λόγια αμφισβητούν οι επίδοξοι κυβερνώντες), η δημοσιονομική σταθερότητα έχει μπει πλέον και στο ιταλικό Σύνταγμα. 
Εμείς εξαρχής δεν προσδοκούμε τίποτα το φιλεργατικό από μια κυβέρνηση ακροδεξιάς και «αντιπολιτικών», «διαταξικών» δημαγωγών, πρόθυμων να συμπορευτούν μαζί της. Αλλά η υπενθύμιση των μηχανισμών που μπαίνουν σε κίνηση ακόμα και στην παραμικρή υποψία «λαϊκιστικής παρέκκλισης» από τους κανόνες, είναι πολύτιμη για να εξάγει η Αριστερά συμπεράσματα για τη φύση της σύγκρουσης που απαιτείται για να υλοποιηθεί ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα αντι-λιτότητας...