Με την έγκριση της διακήρυξης, του καταστατικού, του προγράμματος και την παρουσίαση του νέου σήματος (ένα ρόδο με πράσινο, κόκκινο και μπλε χρώμα) ολοκληρώθηκε το διήμερο συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής.

Παρά τις έντονες διαφωνίες για τον τρόπο εκλογής των οργάνων και της νέας ΚΕ τις μέρες που προηγήθηκαν του συνεδρίου, τελικά τα μέλη τους θα οριστούν το επόμενο διάστημα από τα κόμματα και τις κινήσεις που συμμετέχουν στον πολιτικό φορέα. Πάντως, η λειτουργία ενιαίου πολιτικού κέντρου και η κοινή πορεία προς την οργανωτική συγκρότηση πανελλαδικά, όπως ανακοίνωσε η Φώφη Γεννηματά στο κλείσιμο του συνεδρίου, έχουν ακόμα αρκετές προϋποθέσεις υλοποίησης. 
Και αυτό γιατί, πέρα από τις συνεχείς διαφοροποιήσεις του Σταύρου Θεοδωράκη (με αποκορύφωμα την πρόσφατη συμμετοχή στα επικοινωνιακά παιχνίδια του Μαξίμου την προηγούμενη εβδομάδα, με πρόσχημα μια... προπέρσινη πρόταση του Ποταμιού για τη δημιουργία Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας) που προβληματίζουν, οι διαφορετικές οπτικές και στοχεύσεις των επιμέρους «φυλών» της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς» επιβεβαιώθηκαν και στις ομιλίες των ηγετικών στελεχών του χώρου, παρά το κλίμα ενότητας που επιχειρήθηκε να καλλιεργηθεί προς τα έξω. Για παράδειγμα, ο Ν. Ανδρουλάκης (και όχι μόνο) διαφώνησε δημόσια για τη μέχρι τώρα πορεία του εγχειρήματος και τα οργανωτικά του συνεδρίου: «Δεν συμφώνησα, απλά υποχώρησα για το κοινό καλό».
Κυβερνητικό συμπλήρωμα
Η όποια συμπόρευση όμως μοιάζει απαραίτητη και ιδιαίτερα χρήσιμη για τη συστημική σταθερότητα. Γιατί εκτός από το δύσκολο στοίχημα της πολιτικής επιβίωσης για τα ρετάλια του «ακραίου Κέντρου» (αντιστροφή της πανευρωπαϊκής τάσης κατάρρευσης της σοσιαλδημοκρατίας), κυρίως υπηρετεί την καθεστωτική αγωνία ύπαρξης μιας πολιτικής δύναμης διαθέσιμης για κυβερνητικές συνεργασίες στο μετεκλογικό πεδίο, είτε με τον Τσίπρα είτε με τον Μητσοτάκη (με τον οποίο συνεργάζεται ήδη ανοιχτά ο Ευ. Βενιζέλος, καλώντας από το βήμα σε ένα αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο). Έτσι εξηγείται και το δημοσκοπικό «σπρώξιμο» ενός πολιτικού πόλου με περιορισμένη δυναμική που έδειξε γρήγορα τα όριά του, όπως φανέρωσαν και τα αρκετά άδεια καθίσματα συνέδρων στο ΣΕΦ. 
Αυτό το ζήτημα κυριάρχησε και στο συνέδριο, παρά τις διακηρύξεις για αυτόνομη πορεία της «Κεντροαριστεράς» και μια τακτική «ίσων αποστάσεων» απέναντι στον «κακέκτυπο δικομματισμό» ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Μάλιστα η Φ. Γεννηματά προέβλεψε ότι το Κίνημα Αλλαγής θα πάρει, μετά τις εκλογές, εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ως τρίτο κόμμα και θα επιδιώξει «προοδευτική προγραμματική συμφωνία», με βάση 13 άξονες που παρουσίασε στο κλείσιμό της, θυμίζοντας έτσι το αδελφό SPD, που παραβιάζοντας τους «προοδευτικούς όρους» που έθετε για συγκυβέρνηση στη Γερμανία, βρέθηκε (ξανά) αγκαλιά με τη Μέρκελ.
Φλερτ από Μαξίμου
Η αποδοχή Τσίπρα στους κόλπους της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και η αναζήτηση «προοδευτικών συγκλίσεων» θα επαναφέρουν όλο και πιο έντονα το φλερτ του Μαξίμου με τον «μεσαίο χώρο». Μόνο τυχαία δεν ήταν η διοργάνωση, ακριβώς τις ίδιες μέρες του συνεδρίου του Κινήματος Αλλαγής, ενός «Προοδευτικού Φόρουμ» στην Αθήνα, με ομιλητή τον Τσίπρα και εκπροσώπους των Ευρωπαίων σοσιαλιστών, Πράσινων κ.λπ., για τη δημιουργία μιας «νέας» Αριστεράς. Σε ανάλογα με τον Τσίπρα ανοίγματα προχώρησε και ο Γ. Δραγασάκης, που στο χαιρετισμό του στο ΣΕΦ, πέρα από τις αναφορές στον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Γιώργο Γεννηματά αλλά και τον ΓΑΠ, θυμίζοντας τη σχέση της παραδοσιακής Αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ την πρώτη κυβερνητική του περίοδο, υποστήριξε τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ για δημιουργία ενός «συνασπισμού των προοδευτικών δυνάμεων ενάντια στη συντήρηση». Προφανώς για να συνεχιστεί από ένα πλατύτερο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο και να εμπεδωθεί ευκολότερα η πολιτική της ακραίας λιτότητας. 
Από το φλερτ με την Κεντροαριστερά δεν μπορούσε να λείψει φυσικά ούτε και ο Μητσοτάκης, που με τη σειρά του ζήτησε την «άμβλυνση των διαφορών μπροστά στους κινδύνους για την πατρίδα». 
Αυτό είναι και το βασικό επίδικο που έχει να απαντήσει ο «νέος» φορέας, με φόντο την ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού. Δηλαδή αν το «αναπαλαιωμένο» πολιτικό του προσωπικό (με τις χρεοκοπημένες ιδέες και την προσήλωση στη σοσιαλφιλελεύθερη πολιτική) θα καταλήξει «συμπλήρωμα» σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ή σε μια κυβέρνηση της Δεξιάς, χωρίς να αποκλείονται τα σενάρια «εθνοενωτικών λύσεων» αν η παράταση της πολύπλευρης κρίσης το απαιτήσει.