Στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Κύπρο, ο Π. Καμμένος, μιλώντας μπροστά σε αξιωματικούς και στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ, τη χαρακτήρισε «μια μονάδα επίθεσης» που «όταν θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου θα είναι η μονάδα που θα σηκώσει πάλι τη σημαία της λευτεριάς στα κατεχόμενα εδάφη».

Στην ίδια επίσκεψη, χαρακτήρισε «ξεκάθαρη πρόκληση» την παρουσία του τουρκικού ερευνητικού σκάφους Barbaros στην κυπριακή ΑΟΖ. Ο υπουργός «Άμυνας» ανακοίνωσε επίσης ότι η Ελλάδα σχεδιάζει τους επόμενους μήνες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με την Κύπρο, το Ισραήλ και πιθανότατα με την Αίγυπτο. Σύμφωνα με κυπριακά μέσα ενημέρωσης, μάλιστα, πρότεινε στην κυπριακή κυβέρνηση την αγορά μαχητικών αεροπλάνων, τα οποία για λόγους «ασφαλείας» θα μπορούσαν να σταθμεύουν σε αεροδρόμια της Ρόδου ή της Κρήτης.
Πίσω από τις πολεμοχαρείς κορόνες που συνηθίζουν οι κάθε λογής «τουρκοφάγοι», φαίνεται ότι η διατήρηση του αντιδραστικού άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και τα επικίνδυνα παιχνίδια με τις ΑΟΖ μπορούν να πυροδοτήσουν κλίμα έντασης με την Τουρκία, ειδικά αν τα εθνικιστικά ιδεολογήματα του Καμμένου και των ομοίων του μετατραπούν σε επίσημη εξωτερική πολιτική. 
Η συνέχιση της πολιτικής Σαμαρά, που συνοψίζεται στη λογική «οι εχθροί του εχθρού μου είναι φίλοι μου» και της «μονομερούς ανακήρυξης ΑΟΖ», το μόνο που μπορεί να φέρει είναι νέους πανάκριβους εξοπλισμούς (σε εποχές αιματηρών περικοπών για τους εργαζόμενους) και όξυνση των ανταγωνισμών στην περιοχή. 
Οι συμμαχίες με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και βάρβαρα αντιδραστικά καθεστώτα, όπως το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ και η χούντα του Σίσι, καθώς και η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εμπόρων όπλων, μόνο στον όλεθρο μπορούν να οδηγήσουν και φυσικά σε καμία βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης των κατώτερων τάξεων. Οι «περήφανοι» αυτοί εθνικιστικοί κύκλοι και οι καταστροφικές βλέψεις τους δεν έχουν καμία δουλειά να καθορίζουν ή να υπαγορεύουν τις γεωπολιτικές κινήσεις, σε μια εποχή που το θερμόμετρο των συγκρούσεων χτυπάει κόκκινο: Συρία, ισλαμικό κράτος, Ουρανία κ.λπ. Οι κάθε λογής «πατριώτες» φαίνεται να αγνοούν τους κινδύνους ενός θερμού επεισοδίου με την Τουρκία, αλλά και τις πιθανότητες γενικευμένης σύρραξης στο Αιγαίο, με ανυπολόγιστο κόστος και για τον ελληνικό λαό. 
Το ίδιο προβληματική είναι και η στρατηγική μιας δήθεν «ανεξάρτητης, πολυδιάστατης και ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής» που κυρίως –αλλά όχι μόνο– εκπέμπεται από το ΥΠΕΞ και τον Ν. Κοτζιά. Που σημαίνει ότι ενώ η Ελλάδα παραμένει δεμένη στο άρμα του αμερικάνικου και γενικά του δυτικού ιμπεριαλισμού, απόρροια της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, την ίδια ώρα ρίχνει γέφυρες και προς τα υπόλοιπα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, όπως η Ρωσία και η Κίνα, διεκδικώντας «αναβάθμιση» της γεωστρατηγικής της θέσης.
Οι γεωπολιτικές διαμάχες με επίκεντρο τους ενεργειακούς πόρους και τις οδούς μεταφοράς τους, συγκροτούν ακόμα ένα πεδίο σκληρών ανταγωνισμών για τους ισχυρούς του πλανήτη (π.χ. η ΒΡ είναι βασικός προμηθευτής του αγωγού από το κοίτασμα Shah Deniz και βασικός μέτοχος στον ΤΑΝΑΡ και στον ΤΑΡ). Οι όποιες επιδιώξεις για ενεργή συμμετοχή σε αυτά τα παιχνίδια συνεπάγονται συμμαχίες με εξίσου αυταρχικά και εκμεταλλευτικά καθεστώτα και πολυεθνικές εταιρείες, με μοναδικό όφελος την αύξηση κερδών και την αναβάθμιση για τμήματα των Ελλήνων καπιταλιστών.
Μια κυβέρνηση που η πολιτική της θέλει να έχει αριστερό πρόσημο δεν έχει να κερδίσει τίποτα από την υπόκλιση στον δεξιό ή τον «αριστερό» εθνικισμό. Καμία ανακούφιση από τα μνημόνια και την ανεργία δεν θα φέρουν στην εργατική τάξη οι «ανίερες συμμαχίες» με δικτάτορες ή η διεκδίκηση ρόλου «καλού αστυνόμου» στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, η οικοδόμηση σχέσεων διεθνιστικής αλληλεγγύης και συνεργασίας με τους λαούς και τα κινήματα της περιοχής, η ενίσχυση των αριστερών φωνών στα γειτονικά κράτη και κυρίως η προετοιμασία για ανυποχώρητη μάχη κατά των προνομίων της ντόπιας άρχουσας τάξης και των διεθνών συμμάχων της, είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος εξυπηρέτησης των λαϊκών συμφερόντων και αποφυγής νέων δεινών που φέρνουν οι πόλεμοι και η διαιώνιση της εκμετάλλευσης των πολλών.