Καμιά αναμονή για το εργατικό κίνημα

εργασία / Κατερίνα Γιαννούλια / 01.03.2017

Χρειάζεται οργάνωση αντιστάσεων και κινητοποιήσεις

Ο ι εξελίξεις της δεύτερης αξιολόγησης, οι «διαπραγματεύσεις» με τους θεσμούς και η επιστροφή τους στην Αθήνα, η πολιτική συμφωνία κυβέρνησης-θεσμών για νομοθέτηση μέτρων για μετά το 2019, με επίκεντρο τα εργασιακά και τη μείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων, δεν δικαιολογούν κανέναν εφησυχασμό στο εργατικό κίνημα. Αντίθετα, θα πρέπει άμεσα να βρει τρόπους να κινητοποιηθεί.
Ταυτόχρονα, στη σημαδιακή ημερομηνία της 20ής Φλεβάρη (είναι η «επέτειος» της συμφωνίας-προάγγελου των Συριζαίικων μνημονίων το 2015, οπότε εγγυήθηκε η «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνηση ότι θα αποπληρώνει κανονικά το χρέος) πληρώθηκαν 2 δισ. ευρώ στον ESM από τα 5,4 που είχαν δοθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. 
Η τάξη μας βιώνει ήδη τις βάρβαρες επιπτώσεις των προηγούμενων μνημονίων, τόσο των Σαμαρά-Βενιζέλου, όσο και των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που επέβαλαν μεταφορά πλούτου από τον κόσμο της εργασίας προς το κεφάλαιο, με θανατηφόρα λιτότητα στα λαϊκά στρώματα.
Σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα η ελαστική εργασία κυριαρχεί. Εργασία χωρίς δικαιώματα και μισθό γίνεται η μόνη περίπτωση δουλειάς.
Συνολική επίθεση
Τη συγκεκριμένη περίοδο οι συμβασιούχοι δήμων και νοσοκομείων βρίσκονται σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, υπό ομηρία, απλήρωτοι στις περισσότερες περιπτώσεις, υπό απόλυση (κατά Αχτσιόγλου, «λήξη σύμβασης») και με κομμένη τη δυνατότητα για νέα σύμβαση, αφού έχουν αλλάξει οι όροι και μετανάστες εκτός ΕΕ δεν έχουν πια δικαίωμα, αλλά και για τους ήδη εργαζόμενους δυσκολεύει η νέα αίτηση για παράταση της σύμβασης. Και ετοιμάζεται χειρότερη κατάσταση για τους εργολαβικούς και τους συμβασιούχους.
Το «επιτελικό κράτος» με τις αθρόες ιδιωτικοποιήσεις υπηρεσιών και τομέων του δημοσίου, τα νέα οργανογράμματα (ακόμα και στα ήδη ρημαγμένα νοσοκομεία), με νέες περικοπές θέσεων, η κινητικότητα που θα επιφέρει λειτουργία με το 50% των εργαζομένων και η «αξιολόγηση» υπαλλήλων με ατομική στοχοθεσία, υποβαθμίζουν περαιτέρω το δημόσιο, προς όφελος της φιλελεύθερης αγοράς και των ιδιωτών.
Ομαδικές απολύσεις, ανεξέλεγκτοι εργοδότες χωρίς υποχρέωση να πληρώνουν εισφορές των εργαζομένων τους και χωρίς να δεσμεύονται από συλλογικές συμβάσεις, με τον «αέρα» και την προσμονή της επίθεσης στις συνδικαλιστικές κατακτήσεις που ετοιμάζει η κυβέρνηση, σχηματίζουν ένα εφιαλτικότερο τοπίο στους χώρους δουλειάς για τον κόσμο μας.
Η μετάβαση στον ΕΦΚΑ δείχνει ότι για τους υπαλλήλους του δεν τηρείται κανένας κανόνας, δεν λειτουργούν υπηρεσιακά συμβούλια, προϊστάμενοι τοποθετούνται από την πολιτική ηγεσία, το πελατειακό καθεστώς διευρύνεται σε σημείο που θα ζήλευε και το ΠΑΣΟΚ, δημιουργούνται νέα ήθη με ομάδες εργαζομένων που δουλεύουν ένα εξάμηνο σε μια δουλειά, το επόμενο σε άλλη κ.ο.κ.
Όσο για τους ασφαλισμένους του νέου ΕΦΚΑ επικρατεί το χάος, το οποίο θα διαιωνιστεί, αφού ο βασικός στόχος είναι η διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης και το πέρασμα στις ιδιωτικές ασφαλιστικές, που θα εμπορεύονται συντάξεις και υγεία.
Παιδεία και υγεία αντιμετωπίζουν επίσης νέες επιθέσεις (θεματική εβδομάδα, υποστελέχωση, αύξηση ωρών εργασίας, αφαίρεση στοιχειωδών δυνατοτήτων να δουλέψουν οι εργαζόμενοι).
Κινητοποιήσεις για κάθε ξεχωριστό πρόβλημα εμφανίζονται και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις είναι πιεστικές και αναγκάζουν υπουργούς και πολιτικές ηγεσίες να υποσχεθούν και να ψάξουν λύσεις. Ωστόσο, χρειάζονται ενίσχυση για να σταθεροποιήσουν έστω και μια μικρή κατάκτηση και συνολική αντιμετώπιση, με σχεδιασμό συνολικότερων αγώνων εδώ και τώρα, συσπείρωση για να επανενεργοποιηθεί το κίνημα άμεσα και συνεργασία των αριστερών πολιτικο-συνδικαλιστικών δυνάμεων, για να απαντηθούν οι επιθέσεις.
ΑΔΕΔΥ
Στην πιο πρόσφατη συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου (ΓΣ) της ΑΔΕΔΥ (10/2), η κατάσταση, δυστυχώς, δεν ήταν προς αυτή την κατεύθυνση, αφού δεν προέκυψε κανενός τύπου απόφαση για Γενική Απεργία, όπως είχε προταθεί από τις περισσότερες παρατάξεις για μέσα στον Μάρτιο. Κάθε συνδικαλιστική δύναμη ψήφισε την πρότασή της και η προεδρεύουσα ΔΑΚΕ έκλεισε άρον-άρον τη συνεδρίαση, για να μη γίνει κάποια νέα προσπάθεια συνεννόησης και συμβιβασμού, όπως συνηθιζόταν το προηγούμενο διάστημα.
Από τις ΔΑΚΕ-ΔΗΣΥΠ (πρώην ΠΑΣΚΕ) ήταν αναμενόμενο να γίνει τυπικά και αναγκαστικά η πρόταση για απεργία, αφού είναι δεδομένη η προτίμησή τους στα μνημόνια και τη λιτότητα για το λαό. Προσπάθησαν μάλιστα να αλλάξουν το θέμα της συζήτησης, επικεντρώνοντας στη μη ύπαρξη προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ, πράγμα που δεν αφορούσε το ΓΣ. 
Η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ με τους πρώην ΠΑΣΚίτες, έχοντας προσχωρήσει στο μνημονιακό και φιλοεργοδοτικό στρατόπεδο, αντί να απασχολείται με τα προβλήματα που δημιουργεί η κυβέρνησή της στους εργαζόμενους, ασχολείται με τα προβλήματα που δημιουργούνται… στην κυβέρνηση, όταν αποκαλύπτεται και καταγγέλλεται η πολιτική της από τα συνδικάτα. Πιο ανοιχτά φιλοκυβερνητική συνδικαλιστική παράταξη δεν έχει ξαναϋπάρξει.
Αριστερά
Με δεδομένο το πρόβλημα στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, της οποίας ο πρόεδρος επισκέπτεται συχνότερα και με μεγαλύτερη άνεση το ΔΝΤ και τη Λαγκάρντ από ό,τι τα εργοστάσια και τα κάτεργα του ιδιωτικού τομέα και έχοντας πρόσφατη την εμπειρία των δύο… ημιγενικών απεργιών στις 24 Νοέμβρη από την ΑΔΕΔΥ και στις 8 Δεκέμβρη από ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, η Αριστερά των σωματείων θα ανέμενε κανείς να είναι σοβαρά προβληματισμένη και εντελώς αποφασισμένη να ξεπεράσει την απεργιακή ακινησία και την «παγωμένη» κατάσταση της διάθεσης των εργαζομένων. Αλλά δυστυχώς, ούτε αυτό συνέβη.
Το ΠΑΜΕ παρέθεσε έναν κατάλογο δικών του κινητοποιήσεων, ξεκινώντας από ένα, ήδη αποφασισμένο στα γραφεία του, απογευματινό συλλαλητήριο στις 21/2, χωρίς να καταλήγει σε ουδεμία προσπάθεια συνεννόησης για μια κοινή απεργία, μπροστά σε ένα τέταρτο μνημόνιο, όπως κι αν βαφτιστεί.
Η επιμονή των Παρεμβάσεων-Συσπειρώσεων για να οριστεί στο ΓΣ μια ημερομηνία απεργίας, με το μάξιμουμ δικό τους πλαίσιο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις δυσκολίες με τη ΓΣΕΕ για να βρεθεί κοινή μέρα, δεν βοήθησε καθόλου στη λήψη τελικά μιας απόφασης για οργάνωση Γενικής Απεργίας τον Μάρτη.
Το ΜΕΤΑ κατέθεσε συνολική πρόταση με συγκεκριμένο πλαίσιο αιτημάτων και διεκδικήσεων για το 2017, κατανοώντας στην πράξη ότι η σημερινή κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος απαιτεί ενωτική και βασανιστική προσπάθεια, ώστε να υπάρξει μια δυναμική, ουσιαστική και μαζική εργατική παρέμβαση, με Γενική – Πανεργατική απεργία με Παλλαϊκή συμμετοχή, που σημαίνει ανάλογη προετοιμασία και απεύθυνση και στα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα, αλλά και στα άλλα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται από τα μνημόνια.
Ανάγκη
Η ανάγκη να επανέλθουμε και να επιμείνουμε με κάθε τρόπο, σε κάθε σημείο που έχουμε πρόσβαση (από την ΕΕ της ΑΔΕΔΥ και με έκτακτο ΓΣ και σύσκεψη με ομοσπονδίες και πρωτοβάθμια σωματεία, σε σωματεία και ομοσπονδίες ιδιωτικού και δημοσίου με γενικές συνελεύσεις στους χώρους, σε νέα προσπάθεια επικοινωνίας και συνεννόησης με τις αριστερές παρατάξεις) και με όλες μας τις δυνάμεις, για να επιτευχθεί ο στόχος μιας επανεκκίνησης του εργατικού κινήματος, με απεργιακό βήμα μέσα στον Μάρτη και όσο νωρίτερα γίνεται, είναι προδήλως επείγουσα.
Η δυσκολία της κατάστασης απαιτεί από τις συνδικαλιστικές και πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς σχέδιο αντιμετώπισης και όχι επιστροφή και κλείσιμο της καθεμιάς στα «δικά» της χωράφια και στην απαγγελία της «σωστής» γραμμής και πλαισίων, που δεν αλληλεπιδρούν ωστόσο με την πραγματική ζωή και το σύνθετο περιβάλλον.
Οι κατακερματισμένοι, υπάρχοντες συντονισμοί δεν επαρκούν για να βγάλουν το κίνημα ξανά στο δρόμο, γι’ αυτό η προσπάθεια της Αριστεράς οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τις υπόλοιπες δυνάμεις του χώρου, να είναι ειλικρινής, με στόχο τη μαζικότητα, την ενότητα δράσης, τη συγκέντρωση δυνάμεων από κάθε κινητοποιούμενο χώρο και την προοπτική νίκης. 
Όπως καταλήγει και το νέο 4σέλιδο του ΜΕΤΑ: «Το ΜΕΤΑ, με συγκεκριμένη και ενεργή δράση θα προσπαθήσει να ενώσει τις αγωνιστικές αντιστάσεις όλων των τμημάτων του εργαζόμενου κόσμου, τονώνοντας όχι απλά το αίσθημα της ταξικής αδικίας, αλλά οργανώνοντας συλλογικές μάχες στα σωματεία, σε κέντρα αγώνα, σε κάθε χώρο δουλειάς και σε κάθε γειτονιά».