Διάχυτη είναι η εντύπωση ότι επωάζεται μια κάποια «λύση» για το κυπριακό. Οι μεγάλες δυνάμεις, η ελληνοτουρκική και η τουρκοκυπριακή ηγεσία, η ελληνική και η τουρκική κυβέρνηση, έχουν μπει σε διπλωματικό οργασμό, που μόνο ένα τμήμα του παρουσιάστηκε πάνω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στο Μοντ Πελεράν της Ελβετίας.

Οι συζητήσεις στην Ελβετία διακόπηκαν, με την τ/κ πλευρά να κατηγορεί τους συνομιλητές της για «μαξιμαλισμό» και την ε/κ ηγεσία να δηλώνει ότι «είμαστε σταθερά αποφασισμένοι να συνεχίσουμε τις προσπάθειες τερματισμού της κατοχής». Από ότι φαίνεται οι διεργασίες θα συνεχιστούν. 
Οι διαπραγματεύσεις αυτές εμφανίζονται ως η διάδοχη κατάσταση –και ίσως ως η τελευταία ευκαιρία αναζήτησης «λύσης» μέσω διαπραγματεύσεων– μετά την κατάρρευση του διαβόητου σχεδίου Ανάν.
Ανήκουμε σε αυτούς που είχαν πει ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν. Όχι, ασφαλώς, με επιχειρήματα και κριτήρια ανάλογα με εκείνα του ελληνοκυπριακού εθνικισμού (π.χ. του Τάσσου Παπαδόπουλου) ή με εκείνα του ελλαδικού εθνικισμού (π.χ. Δίκτυο 21 και άλλα «παιδιά» του Σαμαρά, «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ κ.ο.κ.). Αλλά με ακριβώς τα αντίστροφα κριτήρια: Εκτιμώντας ότι το σχέδιο Ανάν προετοίμαζε μια «λύση» κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που η λειτουργικότητά της στο νησί επαφιόταν στις καλές προθέσεις της ελληνοτουρκικής και τουρκοκυπριακής ηγεσίας, αλλά και της ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης, εκτιμούσαμε και εκτιμούμε ότι, τότε, στο όνομα της ειρήνευσης και της συμφιλίωσης επιδιωκόταν ένα καθεστώς που θα μπορούσε, εύκολα, να καταλήξει σε νέα εκρηκτικά αδιέξοδα και σε μια γενικευμένη αναμέτρηση.
Εμπιστοσύνη
Αυτό το στοιχείο, της απόλυτης έλλειψης εμπιστοσύνης τόσο στις εμπλεκόμενες πολιτικές ηγεσίες, όσο και στις προθέσεις των διεθνών «θεσμών», εξακολουθεί να έχει καθοριστική σημασία. 
Δεν θα ήταν φρόνιμο να τοποθετηθεί κανείς μονολεκτικά (με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ…) πριν δει το συγκεκριμένο περιεχόμενο του σχεδίου που κυοφορείται, αν αυτό τελικά φτάσει προς έγκριση στη δημοσιότητα. Όπως συχνά λέγεται, ο διάβολος συνήθως κρύβεται στις λεπτομέρειες –και αυτό ισχύει περισσότερο σε πολύπλοκες υποθέσεις όπως το κυπριακό. Πολύ περισσότερο, όταν από την εποχή του σχεδίου Ανάν πολλά έχουν αλλάξει στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στην Τουρκία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή.
Στα χρόνια που πέρασαν, η Τουρκία οδηγήθηκε σε μια σημαντική επιδείνωση των σχέσεών της με τις ΗΠΑ και γενικότερα με τη δυτική ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Στα χρόνια της διακυβέρνησης Ερντογάν υπήρξαν τρεις απόπειρες φιλοδυτικού πραξικοπήματος (Εργκένεκον, Βαριοπούλα, 2016). Οι σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ έφτασαν στο «κόκκινο», ενώ η βάση του Ιντσιρλίκ έφτασε να θεωρείται αβέβαιας χρησιμότητας για το ΝΑΤΟ. Η Τουρκία αντιμετωπίζει στα νότια και νοτιοανατολικά σύνορά της δύο «εφιάλτες»: την πιθανότητα ίδρυσης ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, αλλά και την αναβίωση ενός παναραβικού εθνικισμού, με τη μορφή του ISIS, που καταργεί το στοιχείο της μουσουλμανικότητας ως βασικού όπλου για τη διπλωματική διείσδυσή της στην ευρύτερη Ανατολή.
Η επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ δεν είναι χωρίς συνέπειες για το καθεστώς του Ερντογάν. Για παράδειγμα, οι «χάρτες» κατανομής των ΑΟΖ που έχει παρουσιάσει το κράτος του Ισραήλ και υποστηρίζονται διπλωματικοστρατιωτικά από τον αντίστοιχο «άξονα» (Ισραήλ-Ελλάδα-Κύπρος-Αίγυπτος) καταφανώς οδηγούν σε μια υποβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στη νοτιανατολική Μεσόγειο.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει τις διαπραγματεύσεις για το κυπριακό. Για παράδειγμα, η ελλαδική πλευρά για πρώτη φορά επιδιώκει πραγματικά και πρακτικά την μέσω διαπραγματεύσεων αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και την κατάργηση (ως «αναχρονισμού») του συστήματος των εγγυητριών δυνάμεων του 1960. Αν το πετύχει, θα είναι μια με ειρηνικά μέσα αντιστροφή του αποτελέσματος του πολέμου του 1974.
Αν στο Μοντ Πελεράν το ζήτημα του εδαφικού και η τύχη της Μόρφου φάνηκαν «μαξιμαλιστικά», η διεκδίκηση της αποχώρησης του στρατού κατοχής και η κατάργηση των «εγγυητικών» εξουσιών, θα είναι πολύ πιο μεγάλα ζητήματα, που ακόμα και η θέση τους στο τραπέζι των συζητήσεων προϋποθέτει μια ευνοϊκή στάση των μεγάλων δυνάμεων προς τις επιδιώξεις της ελλαδικής πλευράς.
Όμως, η εξέλιξη στην περιοχή έχει παραγάγει και αντίστροφα ενδεχόμενα: Αν οι διαπραγματεύσεις ακυρωθούν οριστικά, δεν θα είναι πλέον απίθανο να προχωρήσει πρακτικά η ένταξη του βορρά της Κύπρου στο τουρκικό κράτος. Μονιμοποιώντας τη διχοτόμηση και παράγοντας μια νέα εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση, που υποτιμούν μπουρδολογώντας διάφοροι Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι εθνικιστές, που εξακολουθούν να ονειρεύονται μια κάποια «διπλή Ένωση». 
ΑΚΕΛ και ΚΚΕ
Ένα επόμενο κρίσιμο σημείο είναι η τοποθέτηση απέναντι στην προοπτική της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ), που αιωρείται ως πιθανότητα αμοιβαία αποδεκτής λύσης στα τελευταία 40 χρόνια, μετά τις συζητήσεις μεταξύ Μακαρίου-Ντενκτάς. Κανείς δεν μπορεί να τοποθετηθεί στο σημείο αυτό αφηρημένα και α-ιστορικά. Γιατί το κυπριακό υπήρξε εκρηκτικό πρόβλημα και στην πριν το 1974 περίοδο. Το ΑΚΕΛ σωστά θυμίζει τις συγκρούσεις του ’60, το ρόλο της ΕΟΚΑ και της ΕΟΚΑ β', τις ευθύνες της ελλαδικής πλευράς στο πραξικόπημα που άνοιξε το δρόμο για την εισβολή του ’74. Στην Κύπρο, μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς έχει υπάρξει αίμα. Και στις περιπτώσεις αυτές, το ενδεχόμενο μιας ενοποιητικής λύσης συνήθως συνδυάζεται με ενισχυμένες «προστασίες» της μειοψηφικής συνιστώσας, ενώ η πλειοψηφία «προστατεύεται» ντε φάκτο από τον πλειοψηφικό ρόλο και την οικονομική ισχύ της. Το ΚΚΕ, ενώ σωστά τονίζει όλα τα στοιχεία της από τα κάτω ταξικής ενοποίησης του πληθυσμού της Κύπρου στη σοσιαλιστική προοπτική, κατά τη γνώμη μου λαθεμένα απορρίπτει κάθε εκδοχή ΔΔΟ στις σημερινές συνθήκες. Με τον τρόπο αυτό οι θέσεις του μένουν «ανοιχτές» σε παρερμηνείες: αφενός, για μιαν αδιαφορία απέναντι στο ενδεχόμενο προσάρτησης του Βορρά στην Τουρκία (όπως υπαινίσσεται το ΑΚΕΛ), αφετέρου –και κυρίως– εμφανιζόμενο να κλείνει το μάτι σε μια θέση που υποστηρίζει την ενοποίηση της Κύπρου υπό την χωρίς όρους κυριαρχία της ελληνοκυπριακής πλευράς, θέση που προκαλεί χειροκροτήματα από τους ελληνοκύπριους εθνικιστές και ακροδεξιούς.
Όμως ο βαρύνων ρόλος παραμένει αυτός των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή τη στιγμή στη νοτιοανατολική Μεσόγειο «συνωθούνται» η αρμάδα του ΝΑΤΟ και ένας σημαντικός ρωσικός πολεμικός στόλος. Οι καθοριστικές πινελιές στη «λύση» που θα παρουσιαστεί –αν τελικά παρουσιαστεί– θα τεθούν από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την ΕΕ, με το μάτι στραμμένο στη Συρία και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Και αυτό δεν είναι δυνατόν να υποτιμηθεί από καμία δύναμη της Αριστεράς και του κοινωνικού κινήματος. Ο καθένας θα πρέπει να τοποθετηθεί με βάση την αντίθεση στον ιμπεριαλισμό, με βάση την υπεράσπιση της ειρήνης, με βάση τα συμφέροντα των λαών στην περιοχή στο σύνολό τους...
Και αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε σχέδιο «λύσης» παρουσιάσει τελικά το ιμπεριαλιστικό «μαγειρείο» δεν θα είναι –από μόνο του– ικανό να διασφαλίσει την ειρήνη, την ομαλή συνύπαρξη και τη συναδέλφωση των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο. Αυτός ο παράγοντας που πάντα αποτελούσε και αποτελεί και σήμερα, την πιο κρίσιμη προϋπόθεση για δίκαιη και βιώσιμη λύση, μπορεί να εκπληρωθεί μόνο μέσα από την ανεξάρτητη και συνειδητή δράση της Αριστεράς και των λαϊκών μαζών στην Κύπρο. Σε αυτόν τον κόσμο και στις προσπάθειές του, η Αριστερά στην Ελλάδα (και στην Τουρκία!) οφείλει αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη. Χωρίς υποκρισίες, αστερίσκους και διφορούμενα επιχειρήματα.

 

(φωτό: Γυναικόπαιδα Τουρκοκυπρίων εγκλωβισμένα στους θυλάκους που έστησαν οι Ελληνοκύπριοι στα μέσα της δεκατίας του '60.)