Εθνικιστική σύγκρουση δύο πυρηνικών δυνάμεων

Σ τα μέσα Φλεβάρη ένα παγιδευμένο με βόμβα αυτοκίνητο σκότωσε 40 στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων της Ινδίας στο κρατίδιο Τζαμούν και Κασμίρ. Για τη βόμβα θεωρήθηκε υπεύθυνος ένας πιτσιρικάς, που είχε εκπαιδευθεί σχετικά από την οργάνωση Jaish-e-Mohammed, η οποία θεωρείται ότι υποστηρίζεται από τμήματα του κρατικού μηχανισμού του Πακιστάν. Η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των δύο κρατών ήταν ραγδαία, καθώς στις 26/2 η Ινδία πραγματοποίησε αεροπορικές επιδρομές κατά στρατιωτικών στόχων στο πακιστανικό έδαφος. Το Πακιστάν από την πλευρά του κατέρριψε δύο από τα ινδικά αεροπλάνα. Μιας τέτοιας έκτασης πολεμική κρίση ανάμεσα σε δύο κράτη που διαθέτουν πυρηνικά, μόνον τρόμο μπορεί να προκαλεί. 
Ιστορία
Έτσι κι αλλιώς ο αγγλικός ιμπεριαλισμός άφησε συνειδητά πολλές πληγές από όλες τις χώρες από τις οποίες αποχωρούσε ηττημένος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –ακριβώς γιατί ήλπιζε ότι θα συνέχιζε να εφαρμόζει, έστω και από μακριά, το «διαίρει και βασίλευε». Στην περίπτωση του Τζαμουν και Κασμίρ, αυτό βρέθηκε ακριβώς πάνω στα σύνορα που διαμορφώθηκαν ντε φάκτο μετά τον «Διαχωρισμό», δηλ. την απόσχιση του Πακιστάν από την Ινδία το 1947, όταν αποχώρησαν οι Βρετανοί. Πάνω από το μισό τμήμα της κοιλάδας αυτής πέρασε στον έλεγχο της Ινδίας με βάση απόφαση του τοπικού άρχοντα, ο οποίος ήταν ινδουιστής στο θρήσκευμα –σε αντίθεση με τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού που είναι μουσουλμάνοι. Παρ’ όλα αυτά, τουλάχιστον φραστικά, το 1948 παραχωρήθηκε στο Κασμίρ το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.
 Ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, η Ινδία και το Πακιστάν βρέθηκαν στα πρόθυρα της σύγκρουσης με αφορμή το Τζαμού και Κασμίρ, χωρίς βέβαια κανείς να ρωτάει τον εκεί πληθυσμό. Μετά τις κρίσεις ακολουθούσαν διπλωματικές προσπάθειες που όμως σχεδόν πάντα κατέληγαν σε αποτυχία, ανοίγοντας το δρόμο για την επόμενη κρίση. Διαδοχικές συγκρούσεις «έσπρωξαν» τα σύνορα στο σημερινό τους σημείο, στη «Γραμμή Ελέγχου» όπως ονομάζεται από το 2003 η συνοριακή γραμμή που χωρίζει το Κασμίρ στα δύο. 
Μέχρι σήμερα η Ινδία είχε ως στρατηγική γραμμή τη διεθνή απομόνωση του Πακιστάν. Πράγματι αυτή η γραμμή λειτούργησε κυρίως όσο οι ΗΠΑ είχαν στη μέγγενη το Ισλαμαμπάντ εξαιτίας των δεσμών του με τους Ταλιμπάν. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια τα δεδομένα άλλαξαν. Οι ΗΠΑ θέλουν το Πακιστάν να μεσολαβήσει στους Ταλιμπάν, για να υπάρξει ένας οδικός χάρτης ειρήνης στο Αφγανιστάν που δεν θα στηρίζεται στη μαζική παρουσία αμερικανικού στρατού στη χώρα. Ταυτόχρονα το Πεκίνο έχει προχωρήσει σε ένα τεράστιο κοινό επενδυτικό πρόγραμμα με το Ισλαμαμπάντ (πρόγραμμα CPEC), με στόχο τη βελτίωση όλων των υποδομών του Πακιστάν, ώστε αυτό να αποτελέσει γέφυρα εμπορίου από και προς την Κίνα. Κοντολογίς το Πακιστάν έχει βγει από την απομόνωσή του και αυτός είναι ο λόγος που η Ινδία στρέφεται πλέον σε άμεσα στρατιωτικές μεθόδους.
Ο πληθυσμός
Από την αρχή μέχρι σήμερα, τα αισθήματα του πληθυσμού του Τζαμούν και Κασμίρ αγνοούνται από την πλευρά του Νέου Δελχί. Ο πληθυσμός (12,5 εκατομμύρια) είναι κατά 60% μουσουλμάνοι κάνοντας το κρατίδιο αυτό το μοναδικό στην Ινδία όπου οι μουσουλμάνοι είναι πλειοψηφία.
Η καταπίεση βασίζεται ασφαλώς καταρχήν στη θρησκεία. Οι μουσουλμάνοι έτσι κι αλλιώς αποτελούν θύματα ρατσιστικών επιθέσεων σε όλη την Ινδία, αλλά με την άνοδο στην κυβέρνηση του φασιστικού BJP και συνακόλουθα με την επισημοποίηση της ιδεολογίας του, δηλ. της Hindutva (ινδικότητα) τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα: κάθε μουσουλμάνος του Κασμίρ θεωρείται ως ντε φάκτο τρομοκράτης. Αλλά δεν είναι μόνον η θρησκευτική καταπίεση. Το Κασμίρ έχει τεράστια ανεργία, μη συμμετέχοντας διόλου στο οικονομικό θαύμα της Ινδίας (το ίδιο ισχύει βέβαια και σε άλλες τεράστιες περιοχές της χώρας, όπου υπάρχουν άγνωστα στη Δύση αντάρτικα κινήματα).
Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που ο πληθυσμός βρίσκεται σε διαρκείς κινητοποιήσεις από το 1990 εξαιτίας ακριβώς της καταπίεσης και της οικονομικής ανέχειας. Ειδικά από το 2016 και μετά η εξεγερσιακή διάθεση έχει επιταθεί. Τον Ιούλη εκείνης της χρονιάς οι δυνάμεις καταστολής (κατοχής στην πραγματικότητα) είχαν σκοτώσει τον διάσημο, μεταξύ της νεολαίας της περιοχής, 22χρονο ακτιβιστή Μπουράν Βάνι. Αυτό πυροδότησε διαδηλώσεις που εντάθηκαν ακόμη περισσότερο, όταν κατά τη διάρκεια της κηδείας του, στην πόλη Τραλ, οι δυνάμεις κατοχής χτύπησαν τους χιλιάδες συγκεντρωμένους. Αποτέλεσμα των πολυήμερων συγκρούσεων ήταν 30 περίπου νεκροί και χιλιάδες τραυματίες. Η αιματηρή καταστολή συνεχίστηκε και το επόμενο έτος, ενώ το 2018 σκοτώθηκαν συνολικά 500 άνθρωποι στο κρατίδιο –περιλαμβανομένων ανυποψίαστων πολιτών, στρατιωτών, ακτιβιστών, «τρομοκρατών» ή τρομοκρατών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας της ινδικής κυβέρνησης, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν σκοτωθεί 40.000 άνθρωποι, από τους οποίους τους 21.000 θεωρεί… τρομοκράτες. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων μιλάνε βέβαια για 100.000 νεκρούς στο ίδιο διάστημα. 
Οι ινδικές στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται στην περιοχή είναι το κύριο πρόβλημα όσον αφορά τη βία. Σήμερα στο Τζαμούν και Κασμίρ βρίσκονται 650.000(!) στρατιώτες, οι οποίοι είναι οι περισσότεροι στον πλανήτη αναλογικά με τον πληθυσμό που έχουν να αντιμετωπίσουν. Και αυτό μάλιστα την ίδια στιγμή που η ίδια η κυβέρνηση του BJP ισχυρίζεται ότι ο αριθμός των ακτιβιστών ή των «τρομοκρατών» στην περιοχή έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια σε μερικές εκατοντάδες. Είναι προφανές ότι αυτή η θηριώδης ινδική στρατιωτική παρουσία στοχεύει στην επιτήρηση και καταστολή του γενικού πληθυσμού, του οποίου η αποξένωση και ο θυμός ενάντια στο Νέο Δελχί έχει εξαπλωθεί πιο πλατιά και πιο βαθιά από ποτέ –ειδικά από τη στιγμή που η κυβέρνηση δικαιολογεί τους πυροβολισμούς ενάντια στους πιτσιρικάδες που πετάνε πέτρες, που συγχωρεί τις δολοφονίες ακόμη και περαστικών και που θεωρεί επιβεβλημένη τη χρήση βαριών όπλων κατά των άοπλων διαδηλωτών, πολλοί από του οποίους έχουν ακρωτηριαστεί.
Ο ισχυρισμός μας περί στρατού κατοχής επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τις δολοφονίες διαδηλωτών, αλλά περισσότερο από τα σεξουαλικά εγκλήματα αυτού του στρατού, δηλ. από τους μαζικούς βιασμούς. Όταν 125 στρατιώτες μπαίνουν σε ένα χωριό, χωρίζουν τους άνδρες από τις γυναίκες και βιάζουν 50 γυναίκες από 13 έως 60 ετών, αυτό δεν είναι μεμονωμένο έγκλημα, αλλά στρατιωτική τακτική πολέμου. Και όταν δεν υπάρχει καμία καταδίκη για χιλιάδες καταγγελίες βιασμού, τότε αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το ινδικό κράτος συντάσσεται πίσω από αυτή την πολεμική τακτική. Το ίδιο ισχύει και με τον ειδικό νόμο που δίνει το δικαίωμα στις Ένοπλες Δυνάμεις να σκοτώνουν έχοντας εκ των προτέρων εξασφαλίσει αμνηστία για τα εγκλήματά τους.
Ρατσισμός
Στον πόλεμο αυτό συντάσσονται και τα μεγάλα ινδικά μέσα ενημέρωσης –ιδιωτικά και δημόσια, δεν έχει καμία διαφορά. Δεν υπάρχει ποτέ καμία είδηση από την πλευρά των οικογενειών των σκοτωμένων, βιασμένων, φυλακισμένων κ.λπ. Τα κοινωνικά δίκτυα χρησιμοποιούνται ευρέως για να προπαγανδίσουν όχι μόνον το μίσος, αλλά και συνθήματα υπέρ της εξόντωσης των Κασμιριανών, καθώς και την αναγκαιότητα αναγκαστικής μαζικής μεταφοράς πληθυσμού, ώστε ο εκεί πληθυσμός να καταστεί μειονότητα.
Την ίδια ώρα που το ινδικό κράτος φωνάζει για την υποστήριξη που παρέχει το Πακιστάν σε τρομοκρατικές οργανώσεις στο Κασμίρ, το ίδιο το ινδικό κράτος με πολύ ευκολία αγνοεί την κρατική τρομοκρατία που υφίσταται ο λαός στην πολύπαθη κοιλάδα.
Δεδομένου ότι και στο κομμάτι του Κασμίρ που βρίσκεται μέσα στα σύνορα του Πακιστάν, οι διάφορες αντιπολιτεύσεις στις δοτές κυβερνήσεις, που επιβάλλονταν από το Ισλαμαμπάντ, αντιμετωπίζονται με τη βία, είναι καθαρό το γιατί οι Κασμιριανοί βλέπουν τον εαυτό τους ως ξεχωριστό έθνος.
Συμπεραίνοντας, θα λέγαμε ότι, ενώ οι πακιστανικές κυβερνήσεις εδώ και τρεις δεκαετίες ψαρεύουν σε θολά νερά της έντασης και της αποξένωσης στο Κασμίρ, αυτά τα θολά νερά είναι προϊόν της δράσης διαδοχικών ινδικών κυβερνήσεων, με αποκορύφωμα την κυβέρνηση του φασιστικού BJP που επιτείνει την αντι-μουσουλμανική συμπεριφορά και πρακτική. Αυτή η στάση όχι μόνο δεν έχει μειώσει –το αντίθετο– την προθυμία των νεολαίων του Κασμίρ να στρέφονται και να εκπαιδευτούν από «προμηθευτές» τύπου Jaish-e-Mohammed στην άλλη πλευρά των συνόρων. Ή να πραγματοποιούν μόνοι τους επιθέσεις αυτοκτονίας ως προσωπική δήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στις αδικίες που διαπράττονται κατά των ίδιων και κατά του γενικού πληθυσμού συνολικά.
Ο δρόμος για να σταματήσει η βία στο Κασμίρ και συνακόλουθα να πάψει η απειλή ενός θερμοπυρηνικού πολέμου μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν δεν είναι βέβαια οι στρατιωτικές επιθέσεις στο έδαφος του Πακιστάν. Η λύση για το λαό στο Τζαμούν και Κασμίρ βρίσκεται έξω από τα σχέδια των κυβερνήσεων τόσο της Ινδίας όσο και του Πακιστάν. Ο λαός και στις δύο πλευρές των συνόρων πρέπει να είναι αυτός που θα αποφασίσει τη μοίρα του. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η απόσυρση όλων των στρατευμάτων (κύρια των ινδικών βέβαια) και από τα δύο τμήματα του Κασμίρ. 
Ο αγώνας του λαού του Κασμίρ για αυτοδιάθεση είναι τμήμα του αγώνα όλων των καταπιεσμένων για κοινωνική χειραφέτηση. Μια πιθανή νίκη του λαού του Κασμίρ θα αποτελέσει ένα πολύ γερό χτύπημα τόσο στα παράλογα εθνικιστικά αφηγήματα της «ινδικότητας», όσο και στα εξίσου παράλογα εθνικιστικά αφηγήματα του πακιστανικού καθεστώτος. Και σίγουρα θα περιορίσει την πιθανότητα ο πλανήτης να γίνει θέατρο μιας πυρηνικής σύγκρουσης.