Είναι πλέον σαφές ότι η κατασταλτική εκστρατεία, που έχει εξαπολύσει ο Δένδιας, είναι μια συνειδητή, διαρκής στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης.

(Στη μεγάλη διαδήλωση αλληλεγγύης στις καταλήψεις, στις  12 Γενάρη, 10.000 διαδηλωτές,
αναρχικοί, αριστεροί, χύμα κόσμος του κινήματος, έδωσαν ηχηρή απάντηση στον Δένδια).

 

Η υπόσχεση να «μπει τέλος στην ανομία και την πολιτική της κάλυψη» επιχειρείται να υλοποιηθεί από την ΕΛ.ΑΣ. Μετά την εισβολή στη Βίλα Αμαλίας, στη Σκαραμαγκά, στην ΑΣΟΕΕ, η «φούρια» της Δεξιάς να επιβάλει «νόμο και τάξη» την οδήγησε στο φιάσκο της εισβολής στη Λέλας Καραγιάννη. Η προτροπή της Χρυσής Αυγής να ξηλωθούν όλες οι καταλήψεις, γίνεται στρατηγικό σχέδιο της ΕΛ.ΑΣ.

Στο διήμερο 18-19 Γενάρη ακολούθησαν «επιχειρήσεις αρετής» στην πλατεία Εξαρχείων, με προσαγωγές στο σωρό και απρόκλητη χρήση χειροβομβίδων κρότου-λάμψης. Παράλληλα με την κλιμάκωση της καταστολής κλιμακώνεται η προπαγανδιστική επίθεση μετεμφυλιακού τύπου στον ΣΥΡΙΖΑ.

Αποπροσανατολισμός;
Για πολλούς συντρόφους, αλλά και σε αρκετές επίσημες ανακοινώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αναδεικνύεται μόνο μία διάσταση του ζητήματος, αυτή της «αλλαγής ατζέντας» και του αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Αυτή η προσέγγιση έχει μια δόση αλήθειας, αλλά υποτιμά κατάφωρα την πραγματικότητα: Πέρα και πάνω από «αντιπερισπασμός» αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας είναι πρώτιστα μια κατακόρυφη κλιμάκωση της καταστολής και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Σήμερα στο στόχαστρο του κράτους έχει μπει ο αναρχικός-αντιεξουσιαστικός χώρος. Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η επίθεση εναντίον του έχει πάρει τόσο καθαρά τα χαρακτηριστικά πολιτικής δίωξης, που δεν αφήνει περιθώρια να κρυφτεί κανείς πίσω από γενικολογίες περί «τήρησης του νόμου». Η στοχοποίηση του Βαγγ. Διαμαντόπουλου, επειδή αναφέρθηκε στις ιδέες της αναρχίας και την άμεση δημοκρατία, είναι χαρακτηριστική του πολιτικού χαρακτήρα της επίθεσης.

Πολιτική δίωξη
Αυτή η πραγματικότητα θα έπρεπε να καθορίζει την απάντηση της Αριστεράς. Η πολιτική δίωξη ενός ολόκληρου πολιτικού-κοινωνικού χώρου είναι από μόνη της αρκετός λόγος για να αντιδράσει κανείς. Δυστυχώς αυτό το αντανακλαστικό λείπει σε αρκετά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που θεωρούν πως απαιτείται η ξεκάθαρη και πλήρης διαφοροποίηση από τον αναρχικό χώρο (στις γραμμές του οποίου παρεμπιπτόντως υπάρχουν άνθρωποι που πολύς κόσμος στη βάση του ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί πολύ πιο συντρόφους από ό,τι π.χ. «συντρόφους»-στελέχη της ΔΗΜΑΡ).
Αλλά υπάρχουν ακόμη περισσότεροι λόγοι που απαιτούν καθαρή στάση απέναντι στην καταστολή, λόγοι που θα πρέπει να ταρακουνήσουν ακόμα και τους πιο «αλλεργικούς» συντρόφους προς τον αναρχικό χώρο.

Το καθεστώς ξεκινά την επίθεσή του από τον πιο ευάλωτο (με δικές του ευθύνες) πολιτικά και επικοινωνιακά αντίπαλο. Αλλά η επίθεση είναι ενάντια σε όλους μας. Έχουμε όλη την εμπειρία των τελευταίων ετών (όργια καταστολής ενάντια στα συλλαλητήρια στο Σύνταγμα, προληπτικές προσαγωγές και αποκλεισμός του κέντρου τις μέρες των διαδηλώσεων, συλλήψεις συνδικαλιστών ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, επίθεση στους απεργούς των ναυπηγείων Σκαραμαγκά) για να κατανοήσουμε ότι η «κρατική πυγμή» στρέφεται ενάντια σε κάθε προσπάθεια του κινήματος αντίστασης να κλιμακώσει την αντιπαράθεση, ξεπερνώντας αναπόφευκτα τα όρια της «νομιμότητας».

Για όποιον επέμενε να μην καταλαβαίνει ότι μετά τις καταλήψεις σειρά παίρνει όποιος αντιστέκεται, έχουμε πολύ πιο πρόσφατα παραδείγματα. Στη Νάουσα, η τοπική κοινωνία έκανε τη δική της κατάληψη στην τοπική ΔΟΥ. Δέχθηκε επίθεση με χημικά και αργότερα το απόγευμα, ώρες μετά την επίθεση, προσήχθησαν στο αστυνομικό τμήμα διαδηλωτές, γιατί (σύμφωνα με τα όσα είπε η τοπική αστυνομία στους προσαχθέντες) «κάποιον έπρεπε να συλλάβουμε».

Στην Κέρκυρα, φοιτητές του Ιόνιου Πανεπιστημίου συγκεντρώθηκαν στην πρυτανεία για να μιλήσουν με την πρύτανη. Επενέβη διμοιρία η οποία προσήγαγε 27 φοιτητές. Και ο πλέον δύσπιστος οφείλει να καταλάβει ότι η «πάταξη της ανομίας» σημαίνει την καταστολή της μαχητικής διαμαρτυρίας.

Με τη σημερινή του πολιτική και κατασταλτική επίθεση το καθεστώς «οχυρώνεται» απέναντι στο ενδεχόμενο μεγάλων αναμετρήσεων με το μαζικό κίνημα. Καθώς βρισκόμαστε σε μεσοδιάστημα «κινηματικής νηνεμίας», χτυπάει μαχητικές μειοψηφίες που η δράση τους «ξεχωρίζει» σε τέτοιες περιόδους.

Το κίνημα στο στόχαστρο
Αλλά ο πραγματικός στόχος της επίθεσης είναι οι μεγάλες πλειοψηφίες. Αυτές επιχειρεί να εξουδετερώσει: Χτίζοντας «συναίνεση» στα πιο συντηρητικά τμήματα της κοινωνίας όσον αφορά την καταστολή, προκαλώντας φόβο σε ενδιάμεσα τμήματα για το αν μπορούν να συμμετέχουν σε μαχητικές μορφές πάλης, απομονώνοντας τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα που επιδιώκουν να «επικοινωνήσουν» με την πλειοψηφία.

Το «τσουβάλιασμα» που επιχειρείται, με την αναρχία, τις καταλήψεις, τον ΣΥΡΙΖΑ, τα γκαζάκια, την τρομοκρατία να μπαίνουν στο ίδιο «κάδρο», είναι ενδεικτικό. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά την ευκολία με την οποία στην Ιταλία του 1970 κάθε ανατρεπτική ιδέα και κάθε μαχητική δράση στοχοποιήθηκε ως «ερυθροταξιαρχίτικη», ούτε πως η απόσταση ανάμεσα στην καταδίκη της «βίας» και την καταδίκη των απεργών της Φίατ αποδείχθηκε πολύ μικρή για το ΙΚΚ.

Μετά τις καταλήψεις των αναρχικών, θα έρθει η καταστολή για τις εργατικές ή φοιτητικές καταλήψεις. Μετά τους «άνομους» αντιεξουσιαστές, και τους «άνομους» απεργούς, θα έρθει η σειρά για την «άνομη» Αριστερά. Οι  «συνδέσεις» γίνονται ήδη από τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, προετοιμάζοντας το έδαφος.

«Νομιμοφροσύνη»
Απέναντι σε αυτή την απειλή η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να επιλέγει την επίδειξη «νομιμοφροσύνης». Όμως κάθε υποχώρηση απέναντι στο «θηρίο» δεν το κατευνάζει, αντίθετα το αποθρασύνει ακόμα περισσότερο. Η προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στο «συνταγματικό τόξο» εμπεδώνει τη συναίνεση στην καταστολή, εμπεδώνει τον τρόμο στην κοινωνία απέναντι στις «ακραίες» μορφές πάλης.

Έτσι ανοίγει το δρόμο στην κλιμάκωση της καταστολής, αποθαρρύνει την ίδια τη ριζοσπαστική βάση του εγχειρήματος (η συμπαράσταση στον Διαμαντόπουλο ή τον Καραγιαννίδη ήταν εντυπωσιακή, τη στιγμή που η ηγεσία τους «άδειαζε»), αλλά και τον ευρύτερο κόσμο του κινήματος που αντιμετωπίζει τον ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό εκφραστή των –συχνά «παράνομων»– αγώνων που έδωσε και θα δώσει.

Αυτή η αντιμετώπιση ξεχνά πως το ρητό «όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δε μίλησα…» δεν ισχύει μόνο για την φασιστική απειλή, αλλά και για την κρατική καταστολή. Ξεχνά και ένα σοφό τραγουδάκι για τον «μαύρο γάτο» που, όσες δηλώσεις νομιμοφροσύνης κι αν έκανε στους άρχοντες, «εκείνοι που ν’ ακούσουνε τον στήσανε στον τοίχο…».

Αν αυτή η λογική προχωρήσει, στο βαθμό που οι «άρχοντες» θα πάρουν τις δηλώσεις «νομιμοφροσύνης» στα σοβαρά, ο κίνδυνος θα είναι πολύ διαφορετικός. Θα είναι η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ από δύναμη της ριζοσπαστικής Αριστεράς, από φορέας ανατροπής, σε διαχειριστική δύναμη τύπου ΠΑΣΟΚ, με τα «ναι μεν, αλλά…» όσον αφορά τα δίκαια και τους αγώνες των εργαζομένων, που καταλήγουν να αφοπλίζουν το κίνημα, παραπέμποντας κάθε προοπτική σε μια μελλοντική, «αναίμακτη», εκλογική νίκη.

Πολλοί σύντροφοι θεωρούν πως η «μπανανόφλουδα» που στήνει το σύστημα είναι η ταύτιση αριστερών αγωνιστών του ΣΥΡΙΖΑ με τους αντιεξουσιαστές σήμερα ή κάθε άλλη μαχητική, «παράνομη» δράση αύριο. Η πραγματική μπανανόφλουδα είναι η ακριβώς αντίστροφη: Η πίεση στον ΣΥΡΙΖΑ να απομονωθεί και να απομονώσει το κίνημα αντίστασης. Ο μεγαλύτερος τρόμος των «από πάνω» είναι η πολιτικοποίηση της κοινωνικής οργής. Η εμφάνιση ενός «εργαλείου» ικανού να καλύψει πολιτικά τη λαϊκή διαμαρτυρία. Αυτό τους τρόμαξε στην εκλογική αναμέτρηση του Μάη-Ιούνη. Αυτή την προοπτική προσπαθούν να απονεκρώσουν σήμερα.  

Δεκέμβρης
Στη συζήτηση περί «καταδίκης της βίας» δεν είναι τυχαίο ότι επανέρχεται, 5 χρόνια μετά, ο Δεκέμβρης του 2008. Ήταν μια στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ στάθηκε στο ύψος του, ως πολιτικός εκφραστής της αυθόρμητης εξέγερσης. Αυτόν τον εφιάλτη προσπαθεί να «ξορκίσει» η άρχουσα τάξη που ποτέ δεν συγχώρησε τον ΣΥΡΙΖΑ για τη στάση του τότε.

Αυτοί θέλουν οι επόμενοι «Δεκέμβρηδες» να είναι απομονωμένοι, πολιτικά ακάλυπτοι, για να συντριβούν πιο εύκολα. Εμείς πρέπει να ετοιμαζόμαστε θαρρετά για τους επόμενους «Δεκέμβρηδες». Αν ο ΣΥΡΙΖΑ του 5% αρκούσε για να «προστατέψει» την εξέγερση, ρίχνοντας το πολιτικό του βάρος στο πλάι της, ο ΣΥΡΙΖΑ του 27% μπορεί να δώσει πολιτική νικηφόρα προοπτική στις εξεγέρσεις του μέλλοντος. Και σε αυτό το στόχο, ενός «εργατικού Δεκέμβρη», οφείλει να λογοδοτεί η στάση μας απέναντι στην καταστολή και τις κραυγές των καθεστωτικών.