Με την απόρριψη, από την πλειοψηφία Κουβέλη, της πρόσκλησης των «58» για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ και με επιβεβαίωση της όλο και δεξιότερης μετατόπισης, μέσα από την αναζήτηση του λεγόμενου «τρίτου πόλου», έληξε το 2ο συνέδριο της ΔΗΜΑΡ. Ανάλογη εικόνα, μιας εκφυλισμένης σοσιαλδημοκρατίας που δεν έχει να προσφέρει τίποτα στον κόσμο που αναζητά εναλλακτική λύση στην πανευρωπαϊκή λιτότητα, έρχεται και από την Ιταλία με την εκλογή του Μ. Ρέντσι στην ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος.

Διαρκής στροφή προς τη σοσιαλδημοκρατία: Έχει σχέση με την Αριστερά η ΔΗΜΑΡ;

 

Ο Φ. Κουβέλης επανεξελέγη πρόεδρος στο συνέδριο της ΔΗΜΑΡ, προκρίνοντας ως στρατηγική τον «τρίτο πόλο», που δήθεν θα καλύψει τον πολιτικό χώρο (;) ανάμεσα στη ΝΔ και το «λαϊκισμό» του ΣΥΡΙΖΑ. Δηλ. θα είναι λίγο αριστερότερα από την ακροδεξιά, συνεπώς κάπου στα κεντροδεξιά.
 
Βέβαια η άρχουσα τάξη κρατάει μούτρα στη ΔΗΜΑΡ επειδή η τελευταία αποχώρησε από τη μνημονιακή κυβέρνηση (εξ ου και τα εξωκοινοβουλευτικά ποσοστά που τις δίνουν αρκετές δημοσκοπήσεις). Από την άλλη όμως ο Κουβέλης προσπαθεί να πείσει την άρχουσα τάξη ότι ο Βενιζέλος είναι τελειωμένος κι ότι μόνον αυτός μπορεί να αποτελέσει ένα ανάχωμα προς τα αριστερά, προς τον ΣΥΡΙΖΑ. 
 
Μάλιστα οι βολές κατά του «λαϊκισμού» του ΣΥΡΙΖΑ σημαίνουν ότι και ο Κουβέλης προσβλέπει σε μετεκλογική συνεργασία με την ακροδεξιά του Σαμαρά –γιατί αν έχουν πάει κατ’ ευχήν τα σχέδιά του, δεν θα έχει μείνει τίποτε άλλο. Η ενδεχόμενη επιθυμία για μετεκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα προκύπτει από κάποια αριστερόστροφη κίνηση της ΔΗΜΑΡ αλλά από τα πιθανά υψηλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και την προφανή αγωνία όλων των πτερύγων της ΔΗΜΑΡ να βρεθούν και πάλι σε «θέση ευθύνης», δηλ. σε κυβερνητικούς θώκους. 
 
Δεξιά
Αλλά υπάρχει και δεξιότερη εκδοχή από τη δεξιά επιλογή του Κουβέλη. Είναι η πτέρυγα Λυκούδη. Ο απερχόμενος γραμματέας της ΔΗΜΑΡ τάχθηκε υπέρ του διαλόγου με τους «58», με αυτούς που ακόμη και ο Λοβέρδος θεωρεί ως «τίποτε». Μάλιστα η πτέρυγα αυτή θεωρεί λάθος την αποχώρηση από την τρικομματική κυβέρνηση. Μόνο της επιχείρημα είναι ότι η ΔΗΜΑΡ έτσι έπαψε να δείχνει «υπεύθυνη». Η ΔΗΜΑΡ αποχώρησε με αφορμή το παράνομο κλείσιμο της ΕΡΤ αλλά αν αποχωρούσε σήμερα, εξαιτίας των θανάτων από κρύο και ασφυξία, των πλειστηριασμών και της φοροληστείας, ο Λυκούδης πιθανότατα θα θεωρούσε και πάλι ανεύθυνο το κόμμα του: η «υπευθυνότητα» δεν γνωρίζει «κόκκινες γραμμές». Φυσικά εχθρός της ΔΗΜΑΡ, για τον Λυκούδη είναι η κύρια αντιπολίτευση ενάντια στο μνημόνιο: «Ο λόγος του ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνει συνειδήσεις που προσδοκούν τη σύγκρουση και είναι αναγκασμένοι να εφευρίσκουν εχθρό και συνειδήσεις που προσδοκούν τη νομή της εξουσίας», κατήγγειλε το στέλεχος της ΔΗΜΑΡ. Προφανώς ο Λυκούδης και οι φίλοι του δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τη νομή της εξουσίας, ενώ η τρόικα και η κυβέρνηση δεν είναι εχθροί, είμαστε όλοι φίλοι… 
 
Οι επιλογές της πτέρυγας αυτής εκφράστηκε πιο παραστατικά στην τοποθέτηση της εισηγήτριάς της Ντ. Τσικαρδάνη, η οποία διαφώνησε και με την εισήγηση Κουβέλη για ένταξη του κόμματος στην ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, στο Ευρωκοινοβούλιο, ζητώντας την πλήρη ένταξη στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα. «Πρόκειται για στρατηγική ένταξη και όχι τακτική. Πρόκειται για την υλοποίηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού μας», διακήρυξε. Πράγματι πρόκειται και για πρόταση μόνιμης δεξιότερης τοποθέτησης του κόμματος στο πλευρό του ΠΑΣΟΚ, των συγκυβερνώντων Σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία και του κόμματος του Ολάντ.
 
Αριστερό Δίκτυο
Όμως, ακόμη και το Αριστερό Δίκτυο της ΔΗΜΑΡ, που κατέθεσε διαφορετικό κείμενο, βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ μόνον ως κυβερνητική δυνατότητα – αλλά και αυτή η πτέρυγα τού καταλογίζει «αντιλήψεις διπολικής αντιμετώπισης της σημερινής κρίσης που οδηγεί σε αδιέξοδα». 
 
Επίσης το Αριστερό Δίκτυο όχι μόνον δεν μιλάει για ανατροπή του μνημονίου αλλά σχεδόν το αποδέχεται στο όνομα της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας: «Η χώρα μας πληρώνει βαρύ τίμημα στην προσπάθειά της να παραμείνει μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και να αποφύγει τη χρεοκοπία. Το αντίτιμο των θυσιών του ελληνικού λαού πρέπει να είναι “ευρωπαϊκή ενοποίηση με δημοκρατική οργάνωση, ισχυρή κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη”». Επίσης στο κείμενο του Αριστερού Δικτύου διαφαίνονται ίσες αποστάσεις με μνημονιακά και αντιμνημονιακά κόμματα: «Πρέπει να πορευτούμε με το πρόγραμμα και τις ιδέες μας μακριά από τη ζεστή αγκαλιά του ΠΑΣΟΚ ή την ομπρέλα του ΣΥΡΙΖΑ».
 
Κοντολογίς, όλες οι πτέρυγες της ΔΗΜΑΡ επεξεργάζονται τακτικές προκειμένου να αναστήσουν εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας (άλλη σε πιο δεξιά εκδοχή, άλλη σε αριστερότερη, άλλη με άρωμα οικολογίας). Όμως, σε συνθήκες στις οποίες η άρχουσα τάξη δεν χρειάζεται πλέον τη σοσιαλδημοκρατία, η προσπάθεια της ΔΗΜΑΡ είναι, όπως και η κίνηση των «58», καταδικασμένη σε αποτυχία. 
 

Ποιος κινδυνεύει να γίνει ΠΑΣΟΚ;

Με τη ΔΗΜΑΡ συνεργάζεται ο Λοβέρδος, ενώ στο κόμμα προσχώρησε ο Πάνος Μπεγλίτης, καραμπινάτα στελέχη-υπουργοί του ΠΑΣΟΚ. Βέβαια κανένα «παπαγαλάκι» δεν άσκησε κριτική για το γεγονός ότι η «Αριστερά της ευθύνης» αγκαλιάζει με τις φτερούγες όχι απλά στελέχη αλλά στυλοβάτες της πασοκικής πολιτικής σε δύο πολύ κρίσιμους τομείς: υγεία και άμυνα. Κανένα παπαγαλάκι δεν είπε απαξιωτικά ότι η ΔΗΜΑΡ κινδυνεύει να γίνει ΠΑΣΟΚ, όπως γράφεται κάθε τόσο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Το «κακό» πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ συνδέεται με κοινωνικές παροχές, με δικαιώματα, με εκδημοκρατισμό. Όλα αυτά ονοματίζονται «λαϊκισμός» και καταλογίζονται στον ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα οι λοβερδομπεγλίτηδες συνδέονται με το «καλό» ΠΑΣΟΚ: λαμογιά, διάλυση της υγείας, ακροδεξιός ρατσισμός και εξοπλιστικά προγράμματα, τα οποία είναι «υπεύθυνη πολιτική», γι’ αυτό δεν καταλογίζεται τίποτε στη ΔΗΜΑΡ που συνεργάζεται μαζί τους.
 
 

Η αυθεντική «Ελιά»: Δεξιότερα δεν γίνεται

 

Στην Ιταλία υπήρξε μια μακρά πορεία μετάλλαξης του κορμού του Κουμουνιστικού Κόμματος, μέσα από διαδοχικά κύματα εκσυγχρονισμού: Ξεκίνησε από το «μετακομουνιστικό» Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς το 1991, πέρασε στους πιο «εκσυγχρονισμένους» Δημοκράτες της Αριστεράς το 1997, για να καταλήξει στην απαλοιφή και του «Αριστερά» από τον τίτλο, με  τη συγκρότηση του Δημοκρατικού Κόμματος το 2007.
 
Σήμερα, το Δημοκρατικό Κόμμα υψώνει και πάλι τα λάβαρα του «εκσυγχρονισμού», εκλέγοντας στην ηγεσία του τον Ματέο Ρέντσι, ο οποίος είναι, λέει, «πετυχημένος διαχειριστής» (ως δήμαρχος Φλωρεντίας) και έχει το προσωνύμιο «rottamatore» (αυτός που διαλύει παλιά αυτοκίνητα) γιατί θέλει να τα διαλύσει/αλλάξει όλα στην κεντροαριστερά. 
Αυτή η αέναη προσπάθεια «εκσυγχρονισμού» στην ιταλική κεντροαριστερά έχει γίνει ανέκδοτο, αλλά έχει πολιτική εξήγηση. Η «μοντέρνα κεντροαριστερά», που θα διαχειρίζεται τα προβλήματα του καπιταλισμού με κοινωνική ευαισθησία, που θα είναι κοινωνικά δίκαιη αλλά θα προσφέρει κερδοφορία και ανάπτυξη, μπορεί να υπάρξει μόνο στα μυαλά εκείνων που την εύχονται. 
 
Ο εκμοντερνισμός εκφράζεται ως προσαρμογή στη σημερινή πραγματικότητα, πέρα από «ουτοπίες, αγκυλώσεις, λαϊκισμούς». Γι’ αυτό και πίσω του κρύβεται η δεξιά μετατόπιση. Γιατί, καθώς το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο δυσχεραίνει με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, καθώς οι καπιταλιστές αυξάνουν την επιθετικότητά τους και τις απαιτήσεις, οι «ρεαλιστικές» επιλογές γίνονται όλο και δεξιότερες. Αλλά ακριβώς επειδή η υποταγή σε αυτόν το ρεαλισμό είναι συνταγή αποτυχίας, οι κεντροαριστεροί βρίσκονται πάντοτε μπροστά στην ανάγκη να «επανιδρύσουν την παράταξή τους». Αυτή είναι η περιπέτεια της ιταλικής κεντροαριστεράς, που προσφέρει διαρκώς την ίδια «σούπα» ξαναζεσταμένη, και διαρκώς μεταλλασσόμενη προς τα δεξιά.
 
Η εκλογή του Ματέο Ρέντσι είναι η κορύφωση αυτής της διαδικασίας. Πίσω από τα κούφια απολίτικα λόγια τύπου «νέος, χαρισματικός», κρύβεται ένα μίγμα Τόνι Μπλερ και Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Μπερλουσκόνι όσον αφορά τον τρόπο που κινείται πολιτικά: Μιντιακή προσωπικότητα, που προβάλλεται ως «ικανός μάνατζερ» και στηρίζεται στην πρόθεσή του «να τα αλλάξει όλα». Οι συγκρίσεις με τον Τόνι Μπλερ είναι ακόμα πιο εύστοχες. Στα αστικά ΜΜΕ επικρατεί κύμα ενθουσιασμού και αγαλλίασης για τον «rottamatore» που «είναι έτοιμος να τα βάλει με τα αριστερά δόγματα μέσα στο κόμμα του». Πράγματι, ο Ρέντσι υποσχέθηκε να μειώσει τη δύναμη των συνδικάτων και να απελευθερώσει την αγορά εργασίας. Ως δήμαρχος Φλωρεντίας απέλυσε το 50% των δημοτικών υπαλλήλων και στοχεύει να πράξει το ίδιο πανεθνικά. Για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, προτείνει μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, αρχίζοντας από τους σιδηρόδρομους και τα ταχυδρομεία. Είχε δηλώσει πρόσφατα πως το πρόβλημα με την Ιταλία είναι «η έμφαση στην ισότητα». 
 
Η ιταλική κεντροαριστερά έφτασε στον «μπλερισμό», το ανώτατο στάδιο του σοσιαλδημοκρατικού εκφυλισμού. Το μήνυμα από την Ιταλία είναι σαφές. Όταν αρχίσει ο κατήφορος, δεν υπάρχει τελειωμός. Η «Ελιά», όπως ονομάστηκε από τη δεκαετία του ’90 η συμμαχία των κεντροαριστερών δυνάμεων, απέτυχε ακόμα και στον μίνιμουμ στόχο της: το «να μη βγει ο  Μπερλουσκόνι». Οι πολιτικές της αποτυχίες ως κυβέρνηση και ως αντιπολίτευση ήταν αυτές που έκαναν τον Μπερλουσκόνι «επτάψυχο». Το PD κατέληξε να συγκυβερνά μαζί του (επί κυβέρνησης Μόντι και στους πρώτες μήνες της κυβέρνησης Λέτα) και πλέον η κυβέρνηση Λέτα λειτουργεί ως το πιο πιστό στήριγμα των «αγορών» στην Ιταλία. Σήμερα, έφτασε να συγκεντρώνει αυτό τις ελπίδες των ΜΜΕ των «διεθνών επενδυτών» ότι θα «γίνουν επιτέλους μετά από πολλά χρόνια οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην Ιταλία». 
 
Η προοπτική μιας «ελληνικής Ελιάς» μπορεί να συνεπαίρνει μερίδα των αστικών ΜΜΕ. Και με το δίκιο τους. Η αντίληψη της «Ελιάς» οδήγησε στο θάνατο την ιστορική ιταλική Αριστερά. Αλλά ο κόσμος που αναζητά εναλλακτική στη σημερινή βαρβαρότητα, δεν έχει να περιμένει τίποτα από τέτοια εγχειρήματα.