Για το ΚΚΕ ήταν κεντρική στην πολιτική του επιχειρηματολογία, τα τελευταία κρίσιμα χρόνια των αγώνων ενάντια στη λιτότητα και τα μνημόνια, η έννοια του «αναχώματος». Ήταν κεντρική γιατί ήταν απαραίτητη και αναντικατάστατη: χωρίς αυτήν δεν μπορούσε να ερμηνευτεί και να αιτιολογηθεί η γραμμή της «ουδετερότητας» αν όχι της αποχής, σε σχέση με τις μεγάλης κλίμακας πολιτικές διεργασίες της περιόδου.

Από τη στιγμή που το ΚΚΕ αποποιούνταν την πολιτική ευθύνη να ηγηθεί ενός μετώπου πολιτικής ανατροπής, από τη στιγμή που με αυτή του τη στάση άφηνε ένα τεράστιο πολιτικό κενό στ’ αριστερά, από τη στιγμή που αυτό το πολιτικό κενό το κάλυψαν αναπόφευκτα άλλοι (συγκεκριμένα ο ΣΥΡΙΖΑ), δεν υπήρχε άλλη υπερασπιστική γραμμή από τη θεωρία του «αναχώματος»: ο ΣΥΡΙΖΑ σαν «πολιτικό φαινόμενο» δεν ήταν παρά ένα «ανάχωμα» του συστήματος.  
Η θεωρία του «αναχώματος» συνεχίστηκε με τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και τη συγκρότηση της ΛΑΕ. «Ανάχωμα» και η ΛΑΕ, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ πριν απ’ αυτήν. 
Ωστόσο, οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου αποτελούν ένα πολιτικό ορόσημο που βάζει σε έσχατη δοκιμασία τη θεωρία του «αναχώματος». Το ΚΚΕ, τη στιγμή ακριβώς που υποτίθεται ότι «έλαμψε η αλήθεια του», δηλαδή τη στιγμή που «επιβεβαιώθηκε» η θεωρία του για τον ΣΥΡΙΖΑ σαν «ανάχωμα», όχι μόνο δεν επιβραβεύτηκε αλλά η πολιτική του επιρροή έμεινε στάσιμη. 

Τέλος εποχής
Ύστερα από τις εκλογές, δεν υπάρχει μέλλον για τη θεωρία του «αναχώματος». Η στασιμότητα του ΚΚΕ και η ήττα της ΛΑΕ έχουν κοινό παρονομαστή: ότι η δυναμική τής έκφρασης της λαϊκής δυσαρέσκειας προς τα αριστερά φαίνεται να ανακόπτεται. Υπό το φως αυτής της εξέλιξης, η ηγεσία του ΚΚΕ είναι πολιτικά έκθετη για το γεγονός ότι δεν αναμετρήθηκε κυρίαρχα με τον «δεξιό άνεμο», αλλά στοχοποίησε τη ΛΑΕ περισσότερο κι απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ.    
Τώρα το ΚΚΕ (όπως και η ΛΑΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλοι μας) θα κληθεί να απαντήσει στο κεντρικό πολιτικό ερώτημα: με ποιες πρωτοβουλίες, με ποια τακτική, με ποιες συμμαχίες θα καταφέρουμε να μην αλλάξει κατεύθυνση, προς τα δεξιά, η πολιτική έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας ή να μην εκφυλιστεί σε παρακμιακές πολιτικές εκφράσεις; Πώς, ποιοι και με ποιους θα επαναφέρουμε την κατεύθυνση των μαζικών πολιτικών διεργασιών σε αριστερή ρότα; Ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να είναι πια «ανάχωμα» και έγινε «κανονικός» μνημονιακός διαχειριστής. Ότι η ΛΑΕ είναι ανάχωμα για τις μαζικές αριστερές διαθέσεις είναι πλέον μια ιδέα στα όρια του πολιτικού ανέκδοτου. Αντίθετα, ο «ελέφαντας στο δωμάτιο», η μεγάλη απειλή, είναι ο κίνδυνος απογοήτευσης, αποσυσπείρωσης και αποθάρρυνσης, περιθωριοποίησης όλων των εκφράσεων της Αριστεράς, «ιταλοποίησης» της ελληνικής Αριστεράς και του ελληνικού κινήματος. Η ενότητα της Αριστεράς στη δράση, στους κοινωνικούς χώρους και στα κινήματα αντίστασης, αλλά και μορφές πολιτικού ενιαίου μετώπου μεταξύ των οργανώσεων και κομμάτων της Αριστεράς, είναι πλέον ζωτικής σημασίας όρος για να αντιμετωπίσουμε αυτή την απειλή.     
Η θεωρία του αναχώματος είναι πλέον χωρίς αντικείμενο, αντίθετα αναδεικνύεται σε πραγματικό «αντικείμενο» και ζητούμενο η τακτική του ενιαίου μετώπου.  
Μεταβατική πολιτική
Στη θεώρηση του ΚΚΕ, κεντρική είναι η θέση ότι το μεταβατικό πρόγραμμα έχει νόημα μόνο όταν η κατάσταση είναι άμεσα επαναστατική. Πρόκειται για σημαντικό ζήτημα της επαναστατικής θεωρίας που δεν μπορούμε να πραγματευτούμε εδώ. Μπορούμε όμως να υπογραμμίσουμε τις προφανείς πολιτικές συνέπειες αυτής τη θεωρητικής θέσης. Αν λοιπόν μεταβατικό σχέδιο και πρόγραμμα μπορούμε και πρέπει να έχουμε μόνο όταν η κατάσταση είναι άμεσα επαναστατική, και εφόσον τέτοια άμεσα επαναστατική κατάσταση δεν διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης (από το 2008 και ύστερα) και των μνημονίων (από το 2010 και ύστερα), τότε δεν μπορούσαμε να έχουμε μεταβατικό πρόγραμμα και σχέδιο σε αυτή την περίοδο. Δεν μπορούσαμε και δεν έπρεπε, επομένως, να έχουμε και πολιτικούς στόχους ανατροπής – σε μη επαναστατική κατάσταση, θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στη διαχείριση του συστήματος. Άρα, όποιος πολιτικός σχηματισμός της Αριστεράς έθετε πολιτικούς στόχους ανατροπής («να πέσει η κυβέρνηση των μνημονίων», «κυβέρνηση της Αριστεράς») δεν μπορεί παρά να ήταν ανάχωμα που οδηγεί αναπόφευκτα στη διαχείριση του συστήματος. 
Με αυτή την πολιτική αντίληψη, αναπόφευκτα το ΚΚΕ βρίσκεται διαρκώς μπροστά σε «αναχώματα». Διότι κάποιοι άλλοι και όχι αυτό γίνονται εκφραστές των λαϊκών διαθέσεων για πολιτική ανατροπή. Διότι όσο αυτές οι διαθέσεις υπάρχουν, θα τείνουν να αποκτήσουν πολιτική έκφραση. Και όταν είναι μαζικές, θα τείνουν να αποκτήσουν τη δυναμική μαζικού λαϊκού ρεύματος. Τεκμηριώνοντας θεωρητικά την αποχή του από οποιαδήποτε προσπάθεια να εκφράσει τέτοιες μαζικές λαϊκές διαθέσεις, το ΚΚΕ βρίσκεται σε μια συνθήκη ιδιόμορφης «αντιδικίας» με τον κόσμο που θέλει λύσεις πολιτικής ανατροπής τώρα, στη σκληρό σήμερα, κι όχι στο θολό και μακρινό αύριο της λαϊκής εξουσίας. Άλλωστε, το μεταβατικό σχέδιο και πρόγραμμα έχει ακριβώς αυτή τη λειτουργία: να φτιάξει μια «γέφυρα» ανάμεσα σε τέτοιες ώριμες διαθέσεις και την εργατική εξουσία. 
Θα συμφωνούσαμε με το ΚΚΕ αν έλεγε ότι αυτή η «γέφυρα» δεν έχει νόημα αν δεν υπάρχουν τέτοιες μαζικές λαϊκές διαθέσεις ή αν δεν υπάρχουν σε προδρομική έστω μορφή τα στοιχεία μιας πολιτικής κρίσης όπου οι η κυρίαρχη τάξη δεν μπορεί να κυβερνά όπως πριν και οι κυριαρχούμενες τάξεις δεν θέλουν να κυβερνώνται όπως πριν. Όμως, μπορεί να μη γνωρίσαμε στα τελευταία 5 χρόνια στην Ελλάδα μια κατάσταση άμεσα επαναστατική, αλλά η βασική αυτή συνθήκη υπήρξε. Και άρα η «γέφυρα» όχι μόνο είχε νόημα, αλλά ήταν και απαραίτητη. Αυτό είναι που εξηγεί γιατί το ΚΚΕ βρίσκει συνέχεια μπροστά του «αναχώματα»: είναι οι συνέπειες της δικής του αποχής από τα μεταβατικά πολιτικά καθήκοντα του σήμερα.