Από τη μία πλευρά άστεγοι, πλειστηριασμοί και νέοι που στα 30 τους χρόνια μένουν με τους γονείς τους, και από την άλλη μια ιστορία οικονομικής και αστικής ανάπτυξης βασισμένη στην οικοδόμηση και την ιδιοκατοίκηση. Μπορούμε να μιλάμε σήμερα, στην ελληνική συνθήκη, για μια «κρίση στέγης»; Φαίνεται πως ναι.

Όσον αφορά ειδικά την Αθήνα, η πρόσφατη ιστορία ανάπτυξης της πόλης υπήρξε αλληλένδετη με την ανάπτυξη του κατασκευαστικού κλάδου και της αυθαίρετης αυτοστέγασης, μέσω μιας σειράς νομοθετημάτων που επέτρεψαν την αστική διάχυση, την εξάπλωση της μικρο-ιδιοκτησίας και την ιδιοκατοίκηση. Ορισμένες –σημαντικές μεν, ελάχιστες δε– κοινωνικές πολιτικές στέγασης χαρακτήρισαν κυρίως συγκεκριμένες περιόδους της ιστορίας της χώρας, όπως τα προγράμματα στέγασης των προσφύγων τις δεκαετίες του 1920-1930, οι εργατικές κατοικίες ΟΕΚ κλπ. Παράλληλα, η οικογένεια και τα άτυπα κοινωνικά δίκτυα κατείχαν ιστορικά το ρόλο ενός σημαντικού διχτύου κοινωνικής προστασίας, αντικαθιστώντας το συνήθως απών κράτος πρόνοιας και τις ελλειμματικές κοινωνικές πολιτικές όχι μονάχα στον τομέα της στέγασης, αλλά και ευρύτερα. Βέβαια το προνόμιο αυτής της στήριξης από την οικογένεια δεν απολάμβανε σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, με κυρίαρχο παράδειγμα τις ομάδες μεταναστών που από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετά στεγάστηκαν με ίδια μέσα στο διαθέσιμο παλιό οικιστικό απόθεμα κυρίως στο κέντρο της πόλης, ελλείψει αντίστοιχων στεγαστικών πολιτικών.
Ιδιωτικοποίηση
Κατά την τελευταία δεκαετία, το φαινόμενο της κρίσης στέγης δεν εντοπίζεται μόνο μέσω των εικόνων εξαθλίωσης και αστεγίας στους δρόμους των μεγάλων πόλεων, αλλά επιβεβαιώνεται και βάσει ορισμένων ποσοτικών στοιχείων: Ενώ η ιδιοκατοίκηση στην προ κρίσης εποχή έφτανε στο 85% του πληθυσμού, ένα νούμερο μεγάλο, ειδικά συγκρινόμενο με τα ευρωπαϊκά, σήμερα έχει πέσει στο 73%, μόλις μέσα σε λίγα χρόνια. Κάποιοι από τους λόγους είναι ο μεγάλος αριθμός κατοικιών που πουλήθηκαν πρόσφατα, η αυξανόμενη αδυναμία των νέων νοικοκυριών να αποκτήσουν ιδιόκτητη στέγη, η αύξηση αποποιήσεων κληρονομιών κ.ά. Ο νευραλγικός ρόλος της ελληνικής οικογένειας φαίνεται να κλονίζεται με λίγους –ή συχνά έναν– μισθούς ή συντάξεις να στηρίζουν οικονομικά πολλά μέλη ενός νοικοκυριού. Ενώ στην ΕΕ το στεγαστικό κόστος αγγίζει το 12% κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων εξόδων ενοικίων, φορολογικών υποχρεώσεων, λογαριασμών κλπ, στην Ελλάδα ο αντίστοιχος δείκτης φτάνει στο 45%, ενώ σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις αγγίζει το 90%.
Η ενεργειακή φτώχεια καλπάζει σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη των Φ.Βαταβάλη και Ε.Χατζηκωνσταντίνου, με πλήθος νοικοκυριών να αποστερούνται τη θέρμανση, αλλά και το ηλεκτρικό ρεύμα. Χαρακτηριστική επίσης είναι η έκρηξη της αστεγίας από την έναρξη εφαρμογής των μνημονίων και μετά. 
Πέρα από τις πολύ περιορισμένες πολιτικές στέγασης που προαναφέρθηκαν, η μεταπολιτευτική περίοδος χαρακτηρίστηκε κυρίως από την έλλειψή τους. Όπως διαπιστώνεται στη μελέτη του Ν.Κουραχάνη «Κοινωνικές πολιτικές στέγασης: Η Ελληνική υπολειμματική προσέγγιση», το σημείο τομής στις κοινωνικές πολιτικές εντοπίζεται κυρίως στην αλλαγή του αντίστοιχου μοντέλου από τη δεκαετία του ’80, με τη σταδιακή μεταφορά της άσκησης των πολιτικών στέγης από το κράτος στον ιδιωτικό τομέα και από τη μετατόπισή τους από τον τομέα της πρόληψης στη διαχείριση της ακραίας φτώχειας. Στην προαναφερθείσα μελέτη, ειδικά κατά την περίοδο 1990-2009 καταγράφεται η πλήρης απουσία στεγαστικών πολιτικών. Πολιτικές προστασίας του δικαιώματος στη στέγη, υπερχρεωμένων νοικοκυριών, ενοικιαστών σε επισφάλεια, αποτέλεσαν άγνωστες έννοιες στην ελληνική κοινωνική πολιτική, ακόμα και πριν την περίοδο της κρίσης. 
Από το 2008 και μετά, οι δαπάνες στέγασης σε σχέση με το σύνολο των κοινωνικών δαπανών είναι συνολικά χαμηλές και σε ευρωπαϊκό επίπεδο (2%). Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, για την περίοδο 2008-2014 απέχει ακόμα και από το παραπάνω ελλειμματικό ευρωπαϊκό ποσοστό, με δαπάνες που φτάνουν μόνο μέχρι το 0,5%. Το επιστέγασμα της ανυπαρξίας στεγαστικής πολιτικής ήταν και η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας με το δεύτερο μνημόνιο.
Οι κοινωνικές πολιτικές για τη στέγη, ειδικά κατά την περίοδο της κρίσης, χαρακτηρίζονται από στοιχειώδεις παρεμβάσεις υπό το πρίσμα της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», πολύ περισσότερο αφού ποτέ τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαν λάβει προληπτικό χαρακτήρα. Είναι πολιτικές που σχεδιάζονται και εφαρμόζονται ως πολιτικές θεραπείας, με σκοπό τη συντήρηση στην οριακή επιβίωση και τη μερική αποτροπή του θανάτου. Η πλειοψηφία αυτών εδράζονται στη φιλανθρωπία, τις διαχειρίζεται μια μεγάλη γκάμα ΜΚΟ και αφορούν αποκλειστικά σχεδόν τους άστεγους στο δρόμο και τις ιδιαίτερα ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Πρόσφατα παραδείγματα αποτελούν το πρόγραμμα «Στέγαση και Επανένταξη» που μέχρι στιγμής απευθύνεται σε 1.300 οικογένειες πανελλαδικά (νούμερο ελάχιστο συγκρινόμενο με τις πραγματικές ανάγκες) και άλλα παραδείγματα υλοποιημένα από δήμους, όπως το πρόγραμμα της «Κοινωνικής Πολυκατοικίας» στην Αθήνα που μέχρι στιγμής περιλαμβάνει την αξιοποίηση ελάχιστων ακινήτων. 
Διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα
Την ίδια στιγμή, όπως έχουν διαχρονικά υποστηρίξει πολεοδόμοι και αρχιτέκτονες, το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα ειδικά στην Αττική φτάνει, σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου τα 200.000 κενά διαμερίσματα και κτίρια. Απόθεμα που ανήκει είτε στο δημόσιο τομέα είτε σε ιδιώτες και παραμένει για χρόνια κενό και εγκαταλελειμμένο, ικανό όμως ταυτόχρονα να προσφέρει τη δυνατότητα στέγασης τμημάτων πληθυσμού, αν υπήρχαν οι αντίστοιχες κοινωνικές πολιτικές και σχεδιασμοί. Τμήμα αυτού του αποθέματος φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια επανεντάσσεται στην αγορά ακινήτων λόγω της ανάδυσης κερδοφόρων για τους ιδιώτες δραστηριοτήτων βραχυπρόθεσμης εκμίσθωσης, όπως η διάθεση μέσω του Airbnb, χωρίς βέβαια να υπάρχουν ακόμα συγκεκριμένα ποσοτικά στοιχεία για την έκταση του φαινομένου.
Ταυτόχρονα ένας ακόμα αριθμός –αδιάθετων μέχρι πρότινος– ακινήτων επανεντάσσεται στην αγορά για να αξιοποιηθεί και να πουληθεί μέσω του προγράμματος «Golden Visa», με το οποίο ταυτόχρονα με την αγορά ακινήτου στον ευρωπαϊκό χώρο δίνεται η δυνατότητα απόκτησης 5ετούς άδειας διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών. 
Όλα αυτά τη στιγμή που μέχρι σήμερα, από την πλευρά της κρατικής παρέμβασης δεν υπάρχει κανένα θεσμοθετημένο εργαλείο αξιοποίησης του αποθέματος αυτού προς όφελος των ευάλωτων ομάδων, που βρίσκονται υπό τον κίνδυνο έλλειψης στέγης, ή ήδη στο δρόμο. Βεβαίως, ταυτόχρονα, υλοποιούνται νέα προγράμματα αξιοποίησης των κενών κτιρίων, που ως στόχο δεν έχουν την κάλυψη κοινωνικών αναγκών αξιοπρεπούς διαβίωσης, αλλά την προσέλκυση επιχειρηματικών και ταυτόχρονα «κοινωνικά ανταποδοτικών» σχεδίων.
Χαρακτηριστικά, από το πρόσφατο πρόγραμμα του Υπουργείου Εργασίας προκύπτει ότι το υπουργείο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης διαθέτουν 1.126 κτίρια εκ των οποίων το 49% (408.582 τμ) είναι κενά. Το υπουργείο προχώρησε πρόσφατα στην αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου, προκειμένου να διευκολυνθεί η αξιοποίηση των κενών προς όφελος του «δημοσίου συμφέροντος επιτυγχάνοντας οικονομίες κλίμακας». Η πρόσκληση αξιοποίησης αυτού του αποθέματος θα απευθύνεται σε ιδιώτες και νομικά πρόσωπα κοινωφελούς χαρακτήρα (Κοιν.Σ.Επ. και Μ.Κ.Ο) και θα αφορά αφενός την αμιγώς εμπορική αξιοποίηση (κυρίως ξενοδοχεία και κτίρια γραφείων) και αφετέρου κοινωνικές χρήσεις από κοινωφελείς φορείς, συνεργασίες νεοφυών ή νεανικών επιχειρήσεων και πολιτισμού. 
Φαίνεται λοιπόν πως η τεχνογνωσία και η δυνατότητα αξιοποίησης του αποθέματος υπάρχει. Αυτό που υπάρχει επίσης, εκτός από την έλλειψη κοινωνικών πολιτικών στέγασης όπως φαίνεται από τη μελέτη του Ν.Κουραχάνη, είναι η ταξικότητα των πολιτικών σε ό,τι αφορά τις στοχεύσεις τους. Είναι αναγκαίο και εξαιρετικά επείγον οι κοινωνικές πολιτικές για τη στέγη να αποκτήσουν ένα χαρακτήρα πρόληψης και προστασίας και όχι οριακής επιβίωσης στην εξαθλίωση, προτού οι επιπτώσεις της κρίσης στέγης γίνουν ακόμα πιο ακραίες, για ακόμα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού.

*Άρθρο βασισμένο στη συζήτηση που έγινε στο Ινστιτούτο «Κομμούνα» κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Κοινωνικές πολιτικές στέγασης: Η Ελληνική υπολειμματική προσέγγιση», με τον Νίκο Κουραχάνη (μεταδιδακτορικό ερευνητή και συγγραφέα του βιβλίου) και την Τόνια Κατερίνη (μέλος της Ενωτικής Πρωτοβουλίας Κατά των Πλειστηριασμών).