Η εικόνα σε δύο από τους ισχυρότερους καπιταλισμούς της Ευρώπης το τελευταίο διάστημα αποτυπώνει με τον πιο εμφατικό τρόπο τα φαινόμενα κρίσης στην ήπειρο.

Η Τερέζα Μέι, που είχε εκλεγεί επαναλαμβάνοντας μονότονα το σύνθημα «σταθερή ηγεσία», έχει βυθιστεί στη δίνη του Brexit. Πρώτα ανέβαλε μια ψηφοφορία για το Brexit με την αιτιολογία ότι θα την έχανε, έπειτα έφερε την συμφωνία της στο κοινοβούλιο και υπέστη μια ιστορική ήττα, ενώ στα μέσα Μάρτη επανήλθε για να υποστεί μία ακόμα. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, επεδίωκε να εξασφαλίσει εκ των προτέρων μια πλειοψηφία ως προϋπόθεση για να επιστρέψει σε μια… τρίτη ψηφοφορία, ενώ ο Πρόεδρος της Βουλής δήλωνε ότι δεν είναι δυνατόν να επιτρέψει στην ίδια πρόταση να επανέλθει ξανά στη Βουλή. 
Όλα αυτά, ελάχιστες μέρες πριν τη Σύνοδο της ΕΕ, στην οποία θα πρέπει να προσέλθει με κάτι χειροπιαστό: Είτε ένα ψηφισμένο Brexit, ώστε να ζητήσει μια σύντομη παράταση (ως τις 30 Ιούνη μάξιμουμ) για «τεχνικούς λόγους» υλοποίησης της συμφωνίας, είτε ένα σχέδιο (άλλη εκδοχή Brexit; Νέο δημοψήφισμα; Πρόωρες εκλογές;) που να μπορεί να πείσει και τα 27 κράτη-μέλη να αποφασίσουν ομόφωνα μια πιο μακροχρόνια αναβολή της διαδικασίας. 

Α ν και το κοινοβούλιο ψήφισε ότι «δεν επιδοκιμάζει ένα άτακτο Brexit», αυτή παραμένει η δεσμευτική κατάληξη, αν δεν υπάρξει λύση ως τις 29 Μάρτη. Μέχρι πρότινος, η Μέι απευθυνόταν στους πιο «ευρωπαϊστές», ισχυριζόμενη, καθώς πλησίαζε η ημερομηνία, ότι αν δεν στηρίξουν τη συμφωνία της, θα καταλήξουν σε «άτακτη έξοδο». Πλέον, στρέφεται στους «ευρωσκεπτικιστές», ισχυριζόμενη ότι, αν δεν στηρίξουν τη συμφωνία της, μπορεί να… «ξεμείνουμε στην ΕΕ». Κάποιοι από τους δεύτερους δηλώνουν πλέον πρόθυμοι να στηρίξουν, παρά τις διαφωνίες τους, τη συμφωνία της Μέι με την ΕΕ, αλλά μένει ανοικτό αν είναι αρκετοί να της δώσουν πλειοψηφία, ή αν θα ζητήσουν ανταλλάγματα όπως η «αξιοπρεπής αποχώρηση» της Μέι και η αντικατάστασή της από κάποιον πιο «σκληρό» για να καθοδηγήσει την έξοδο το επόμενο διάστημα. 
Ένας από τους παλαιότερους, σταθερότερους και πιο «τακτοποιημένους» καπιταλισμούς του πλανήτη εξακολουθεί να μη γνωρίζει αν οι επόμενες μέρες ή βδομάδες θα φέρουν συμφωνημένη έξοδο από την ΕΕ, άτακτη έξοδο από την ΕΕ, πρόωρες εκλογές, νέα κυβέρνηση, δημοψήφισμα και τι ερώτημα ακριβώς θα τεθεί σε μια τέτοια περίπτωση. Τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν διαιρεθεί, δημιουργώντας συνθήκες κρίσης εκπροσώπησης… της αστικής τάξης. Το κομφούζιο που έχει δημιουργηθεί (και στο Λονδίνο και στις Βρυξέλλες) ως προς το αν θα συμμετέχει τελικά το Ηνωμένο Βασίλειο στις ερχόμενες ευρωεκλογές είναι αποκαλυπτικό. 
Η άλλη όψη της κρίσης έρχεται από την άλλη πλευρά της Μάγχης. Στη Γαλλία, την «καρδιά» (μαζί με τη Γερμανία) του «ευρωπαϊκού σχεδίου» το οποίο παρουσιάζεται αρραγές απέναντι στο Brexit και τις προκλήσεις του, η κρίση του Μακρόν, του επίδοξου σωτήρα της ΕΕ και αγαπημένου παιδιού του «ακραίου κέντρου», βαθαίνει. Εκεί, οι 4 μήνες κινητοποιήσεων των Κίτρινων Γιλέκων εκφράζουν την «κρίση εκπροσώπησης» από τα κάτω. Αλλά η αδυναμία του Μακρόν να διαχειριστεί αυτή την κρίση, δημιουργεί πονοκεφάλους και στους «από πάνω», που είχαν επενδύσει σε αυτόν μετά την κατάρρευση των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων. 
Η 16η Μάρτη ήταν πολλαπλά αποκαλυπτική. Σε πείσμα των εκτιμήσεων ότι «ξεφουσκώνει» το κίνημα και τινάζοντας στον αέρα τη στρατηγική του Μακρόν να περιμένει την «κόπωση» και να ελπίζει στην καταστολή, το μεγάλο ραντεβού των Κίτρινων Γιλέκων στο Παρίσι απέδειξε ότι το εξεγερσιακό κλίμα παραμένει ανθεκτικό. Ήταν μια ηχηρή απάντηση στη φάρσα του «Μεγάλου Διαλόγου», που έληξε αφήνοντας πίσω μόνο την οργή για μια παρατεταμένη προεκλογική καμπάνια του Μακρόν, που επιδόθηκε σε διαρκείς μονολόγους κι επιβεβαίωσε ότι ο «πρόεδρος των πλουσίων» δεν ακούει την οργή του λαού. 
Τα πρωτοφανή γεγονότα στη «λαμπερή» Λεωφόρο Ηλυσίων και οι πυρπολήσεις δεκάδων υπερπολυτελών καταστημάτων-εμβλημάτων της αστικής τάξης έγιναν πρωτοσέλιδα διεθνώς. Είτε πρόκειται για συσσωρευμένη οργή, είτε για επίδειξη δύναμης του μαύρου μπλοκ, είναι «γεγονότα» που δεν μπορεί να οργανώσει κι εκτελέσει «σε κοινωνικό κενό» ακόμα και το πιο «μάχιμο» απόσπασμα. Είτε υπήρξε σκόπιμη μερική ανοχή στα «σπασίματα», είτε αδυναμία των δυνάμεων καταστολής να τα αποτρέψουν, παραμένει η εικόνα ότι «χάθηκε ο έλεγχος της πόλης». 
Το καθεστώς θα επιχειρήσει να αντεπιτεθεί. Δεν λέει λέξη για την οικονομική καταστροφή που κατεβάζει τους διαδηλωτές στους δρόμους, ενώ θρηνεί για την καταστροφή του αγαπημένου εστιατορίου της αστικής τάξης. Δεν έκανε ούτε μια έρευνα για τα μάτια του κόσμου για την ακραία αστυνομική βαρβαρότητα των τελευταίων μηνών, αλλά καρατόμησε τον αρχηγό της αστυνομίας μετά τα επεισόδια. Με φωνές όπως της Λεπέν να δίνουν τον τόνο, η κυβέρνηση συζητά σκλήρυνση των ήδη ακραία αυταρχικών κατασταλτικών μέτρων. 
Την ίδια μέρα, στο Παρίσι διαδήλωναν και στα πλαίσια της Παγκόσμιας Μέρας Κατά του Ρατσισμού, δίνοντας έντονο αντικατασταλτικό περιεχόμενο στην  φετινή κινητοποίηση, ως το ζήτημα που αυτούς τους μήνες «ενώνει» τα παιδιά των φτωχών προαστίων με τους διαδηλωτές ενάντια στην οικονομική πολιτική Μακρόν. Επίσης την ίδια μέρα, χιλιάδες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της «Πορείας για το Κλίμα», αναδεικνύοντας μια ακόμα όψη της καπιταλιστικής βαρβαρότητας γενικότερα, αλλά και της υποκρισίας Μακρόν ειδικότερα.  
Σε πείσμα μιας προπαγάνδας που αντιπαραβάλει τους «καλούς, ειρηνικούς διαδηλωτές για το κλίμα» με τους «άξεστους των Κίτρινων Γιλέκων», οι διάφορες κινητοποιήσεις αλληλεπίδρασαν είτε οργανωμένα (με παρουσίες ομιλητών κλπ), είτε με τη «ντεφάκτο» σύγκλισή τους στο δρόμο. Καθώς η «ΕΑ» θα φεύγει για το Τυπογραφείο, θα είναι σε εξέλιξη η απεργιακή μέρα δράσης της CGT και των Sud-Solidaires, που μπορεί να μην είναι αρκετή, αλλά προσθέτει στο «μίγμα» της 16ης Μάρτη και την απεργιακή δράση της εργατικής τάξης. 
Αυτό το «μέτωπο» της οικολογίας, του αντιρατσισμού, της αντικαταστολής, της κοινωνικής διαμαρτυρίας και του οργανωμένου εργατικού κινήματος ενάντια στον ίδιο αντίπαλο πρέπει να βαθύνει στη Γαλλία. Και κυρίως, δείχνει τον δρόμο στα κινήματα και την Αριστερά σε όλη την Ευρώπη, αν θέλουμε να χτίσουμε μια δική μας απάντηση στην πολυεπίπεδη πολιτική και κοινωνική κρίση, στην ΕΕ συνολικά και σε κάθε χώρα-μέλος της ειδικότερα.