«Ξύνοντας τον πάτο του βαρελιού», δηλαδή «σκουπίζοντας» όλα τα ταμειακά διαθέσιμα οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα για να πληρώνει τοκοχρεολύσια, η κυβέρνηση κερδίζει χρόνο πληρωμένο με αίμα.

Στην πραγματικότητα, τα repos με τα οποία δεσμεύονται αυτά τα διαθέσιμα συνιστούν μια έμμεση εσωτερική στάση πληρωμών υπό προσωρινή αναστολή μερικών μηνών, σε κατηγορίες κοινωνικών και αναπτυξιακών δαπανών. Γι’ αυτό οι δανειστές όχι μόνο δεν είχαν κανένα πρόβλημα με αυτή την πρακτική, αλλά πρότειναν να επεκταθεί με αναγκαστική (μέσω νομοθετικής ρύθμισης) δέσμευση ρευστών διαθεσίμων ύψους 2 δισ. ευρώ οργανισμών που οι διοικήσεις τους αρνούνται να τα διαθέσουν. Όχι μόνο αυτό, αλλά εμμέσως παρότρυναν αυτή η ιδιότυπη εσωτερική στάση πληρωμών να επεκταθεί και σε μισθούς και συντάξεις, με την πληρωμή τους με «παράλληλο νόμισμα». 
Στο δίλημμα που εκ των πραγμάτων έχει τεθεί, «εσωτερική στάση πληρωμών ή στάση πληρωμών σε τοκοχρεολύσια», η κυβέρνηση έχει απαντήσει έμμεσα με μια εσωτερική στάση πληρωμών της οποίας τα αποτελέσματα θα «σκάσουν» αργότερα. Αυτό το «αργότερα», όμως, επαναφέρει την υπόθεση του «κερδισμένου χρόνου»: έχει νόημα ένας τέτοιος «αιματηρός» κερδισμένος χρόνος; Πόσος χρόνος μπορεί να «κερδηθεί» έτσι, για να αποκτηθεί ποιο πλεονέκτημα, για να γίνει τι και σε ποια χρονική στιγμή; Και για να το θέσουμε πιο απερίφραστα: όλα αυτά γίνονται για να μην υπογράψει η κυβέρνηση το τρίτο μνημόνιο ή επειδή αναζητείται τρόπος διαχείρισης των πολιτικών συνεπειών μιας τέτοιας υπογραφής; 
Διαπραγματεύσεις
Έχοντας «ακτινογραφήσει» την κατάσταση των δημοσίων οικονομικών αλλά και των τραπεζών κ.λπ., ύστερα από χρόνια παρουσίας, τα τεχνικά κλιμάκια της τρόικας προσπαθούν να καταλάβουν πότε εξαντλείται και το τελευταίο ευρώ διαθεσίμων του ελληνικού Δημοσίου. Οι αρχικές προβλέψεις ότι αυτό θα συνέβαινε στις 9 Απριλίου διαψεύστηκαν –οι αντοχές του ελληνικού Δημοσίου αποδείχτηκαν μεγαλύτερες. Τώρα, οι υπολογισμοί και οι εκτιμήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας στα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ μιλούν για εξάντληση και του τελευταίου ευρώ στο διάστημα από τα τέλη Απριλίου μέχρι τα μέσα Μαΐου. Ενόψει αυτού, ενορχηστρώνονται οι νέες πιέσεις για άμεση συμμόρφωση της ελληνικής κυβέρνησης στις απαιτήσεις τους, ώστε να υπάρξει συμφωνία που θα εξασφαλίσει τη σταδιακή αποδέσμευση της χρηματοδότησης. «Προσφέρονται», λοιπόν, και πιέζουν για άμεση ολοκλήρωση της συμφωνίας, ώστε να επικυρωθεί από το Eurogroup (στις 11 Μαΐου) στα νέα –υποτιθέμενα ή πραγματικά– χρονικά όρια της χρηματοδοτικής ασφυξίας. 
Εδώ εμφανίζεται νέα αντιφατική και παράδοξη εικόνα: Οι δανειστές εμφανίζονται ελαστικοί στο ζήτημα του ύψους του πρωτογενούς πλεονάσματος (1,5% ή και λιγότερο), αλλά δεν κάνουν βήμα πίσω στην απαίτηση να περιληφθούν στη λίστα «μεταρρυθμίσεων» νέες μειώσεις στις συντάξεις, νέες ιδιωτικοποιήσεις και νέες αντιμεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας (μαζικές απολύσεις), δηλαδή ο «ιδεολογικός πυρήνας» της λίστας Χαρδούβελη. Αντίθετα, η κυβέρνηση... παραιτείται οικειοθελώς από το μοναδικό μέχρι σήμερα επίτευγμά της στη διαπραγμάτευση, την αναθεώρηση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2015 από 3% του ΑΕΠ σε 1,5% του ΑΕΠ. Η αναθεωρημένη λίστα Βαρουφάκη περιλαμβάνει μέτρα συνολικής απόδοσης 4,68 - 6,1 δισ. ευρώ που διασφαλίζει πρωτογενές πλεόνασμα 3,1 - 3,9% του ΑΕΠ! Για να αποφύγει τα μέτρα του «ιδεολογικού πυρήνα» της λίστας Χαρδούβελη, η κυβέρνηση δείχνει υπερβάλλοντα ζήλο ως προς το συνολικό ύψος των μέτρων! 
Ωστόσο, οι δανειστές απέρριψαν και τη νέα λίστα Βαρουφάκη, με το αιτιολογικό ότι περιλαμβάνει μέτρα προσωρινής και όχι μόνιμης απόδοσης, αλλά και επειδή δεν περιλαμβάνει τα μέτρα της λίστας Χαρδούβελη! Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, για να κάμψει και τις νέες αντιρρήσεις των δανειστών, η κυβέρνηση απέστειλε «εμπλουτισμένη» λίστα με επιπλέον μέτρα 700 εκατ. ευρώ - 1 δισ. ευρώ για το 2015 αλλά και μέτρα απόδοσης 5,49 δισ. ευρώ για το 2016, μεταξύ των οποίων και μέτρα για τις ΔΕΚΟ με εκτιμώμενη εξοικονόμηση 58 εκατ. ευρώ. Ο συντονισμένος χαρακτήρας των διαρροών και η ακρίβεια στα νούμερα δείχνουν ότι όλες αυτές οι επεξεργασίες είναι πραγματικές. 
Νέο μεσοπρόθεσμο;
Συμπέρασμα: η κυβέρνηση, προκειμένου να αποφύγει τον σκληρό πυρήνα του μέιλ Χαρδούβελη, αποδέχεται να συζητήσει το πλαίσιο μιας συνολικής συμφωνίας μνημονιακού χαρακτήρα, με μέτρα που εξασφαλίζουν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Συζητάει τους όρους του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου 2015-2018 που, όπως έγινε και με όλα τα προηγούμενα, στηρίζεται στον προσδιορισμό των μέτρων για τα δύο πρώτα χρόνια (2015-2016) ενώ για τα δύο επόμενα χρόνια προσδιορίζονται «απλώς» οι δημοσιονομικοί στόχοι. 
Όμως, μια τέτοια συμφωνία, αν τελικώς υπάρξει, θα έχει πλέον οριστικό χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, αυτή θα ισοδυναμεί με το γενικό πλαίσιο ενός νέου, του τρίτου, μνημονίου, με εξειδικευμένα μέτρα για τα δύο πρώτα χρόνια. 
Έχοντας υπογράψει στις 20 Φεβρουαρίου ότι το χρέος θα αποπληρωθεί «πλήρως και εγκαίρως», η κυβέρνηση φέρεται τώρα να συζητάει και να αποδέχεται να υπογράψει μια συνολική συμφωνία με τετραετή ορίζοντα με κύριο χαρακτηριστικό τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, υπό τον όρο να μην υπάρξουν νέες περικοπές στις συντάξεις, μαζικές απολύσεις και νέες μείζονες ιδιωτικοποιήσεις. Αλλά αυτός ακριβώς ο συνδυασμός (χρέος-τέρας και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα) είναι ο συνδυασμός που παράγει και αναπαράγει τις πολιτικές της λιτότητας, της υψηλής ανεργίας και της εκτεταμένης φτώχειας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ακόμη και αν αποφευχθεί η λήψη μέτρων όπως νέες περικοπές στις συντάξεις και μαζικές απολύσεις, πρώτον δεν θα αλλάξει ο σκληρός μνημονιακός χαρακτήρας της συμφωνίας και δεύτερον οι πιέσεις για τη λήψη τέτοιων μέτρων θα επανέλθουν αργότερα πιο ωμά και πιο αποτελεσματικά, σε κάποια επικαιροποίηση του μεσοπρόθεσμου ή του μνημονίου που θα έρθει αργότερα. 
Το μόνο που θα εξασφαλίσει η προσωρινή αποφυγή τέτοιων μέτρων είναι η δυνατότητα καλύτερης διαχείρισης των πολιτικών συνεπειών μιας συνολικής μνημονιακής συμφωνίας στο εσωτερικό της χώρας και ιδιαίτερα στην κυβέρνηση, στην ΚΟ και στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ... Ίσως σε αυτή την προοπτική να παρέπεμπαν οι πασχαλινές δηλώσεις του Γιάνη Βαρουφάκη ότι «θα αναλάβουμε το πολιτικό κόστος μιας συμφωνίας». Αυτό το γνωστό στερεότυπο της μνημονιακής ρητορικής δεν παραπέμπει σε κάποια ρήξη με τους «έξω», αλλά σε αποφασιστικότητα για ρήξη με τους «μέσα» (στην κυβέρνηση, στην ΚΟ και στο κόμμα ΣΥΡΙΖΑ). 
Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι δανειστές θα αποδεχτούν μια συνολική συμφωνία χωρίς τα επίμαχα μέτρα του μέιλ Χαρδούβελη. Σε αυτή την περίπτωση, μια οξεία κρίση στις σχέσεις με τους δανειστές αλλά και μια οξεία πολιτική κρίση στο εσωτερικό αναδεικνύεται σε ισχυρή πιθανότητα, αν όχι αναπόφευκτη. 
Σε κάθε περίπτωση, είμαστε κοντά στο σημείο καμπής, όπου θα γνωρίσουμε το «νόημα» της συγκυρίας όχι μόνο από την όψη αλλά και από την κόψη. Και το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε τα αποκαλυπτήρια με σταυρωμένα χέρια και με το φλέγμα του αποστασιοποιημένου σχολιαστή των τεκταινομένων...