Η οικονομική και γεωπολιτική διάσταση του Μακεδονικού

Ο «θόρυβος» και η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, γύρω από την ονομασία της Μακεδονίας, έχει επισκιάσει τη βασική αιτία που το θέμα αυτό επανήλθε τόσο δυναμικά στο προσκήνιο. Αυτή δεν είναι άλλη από το σκληρό γεωπολιτικό παιχνίδι και τα αλληλοσυγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα που συναντιούνται στα Δυτικά Βαλκάνια. 
Η «εκκρεμότητα» του Μακεδονικού, στη σημερινή συγκυρία όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ ΗΠΑ-ΕΕ και Ρωσίας, φαντάζει πολυτέλεια. Η επιτάχυνση της ένταξης των βαλκανικών κρατών στους δυτικούς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς είναι η προφανής απάντηση στη διείσδυση της ρωσικής επιρροής στα όρια της ΕΕ, με αιχμή την οικονομική και στρατιωτική συνεργασία της Ρωσίας με τη Σερβία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Συγχρόνως, η Κίνα προωθεί τα δικά της συμφέροντα, με τα μεγάλα έργα υποδομής που χρηματοδοτεί στην περιοχή, στο πλαίσιο του Δρόμου του Μεταξιού.
Σε αυτό το πολύπλοκο και επικίνδυνο πεδίο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής αστικής τάξης και η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου συμπλέουν πρόθυμα και ενεργητικά με τους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, επιχειρώντας να επιβάλουν τις επιδιώξεις τους στη γειτονική χώρα από θέση υπεροχής. Γι αυτό και οι απόψεις περί «μειοδοσίας» ή «εθελοδουλίας» της κυβέρνησης, δεν επαληθεύονται στην πράξη. Άλλωστε, οι συνεχείς ύμνοι προς τον Κοτζιά, από όλα τα καθεστωτικά ΜΜΕ, για τους διπλωματικούς του τραμπουκισμούς, μόνο τυχαίοι δεν είναι. 
Εκβιασμός «ομαλότητας»
Η εμπέδωση της «ομαλότητας» στο γειτονικό κράτος, μέσα από την επίλυση της πολυετούς διένεξης με την Αθήνα, αποτελεί βασικό παράγοντα για την ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ (κρίσιμο ζήτημα για την ανάσχεση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια), όπως έχουν θέσει ως άμεση προτεραιότητα Βρυξέλλες και Ουάσινγκτον. Παράλληλα, αποτελεί βασική προϋπόθεση και για την απρόσκοπτη ανάπτυξη μιας σειράς -εξαιρετικά κερδοφόρων- επιχειρηματικών σχεδίων στην ενέργεια, τις μεταφορές, το εμπόριο, ντόπιων και διεθνών καπιταλιστών.
Ο «έντιμος συμβιβασμός» μεταξύ Ελλάδας και Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι η βασική επιλογή για την ντόπια κυρίαρχη τάξη, που θέλει να αναβαθμίσει τη θέση της, έναντι των άλλων αστικών τάξεων. Έτσι, ο ελληνικός καπιταλισμός διαβλέπει τις ευκαιρίες να αποκτήσει ρόλο «τοποτηρητή» του ΝΑΤΟ και πολιτικού-οικονομικού «ηγεμόνα» στα Βαλκάνια. Η σχετική αρθρογραφία με στόχο την ενίσχυση της παραπάνω θέσης (ακόμα και από «σκοπιανοφάγους» του 1992…) και οι πιέσεις της πρεσβείας των ΗΠΑ στον Κυρ. Μητσοτάκη για «συμμόρφωση προς τας υποδείξεις», επιβεβαιώνουν ότι η υπο-ιμπεριαλιστική επιθετικότητα του ελληνικού κράτους είναι παρούσα. Πριν λίγες μέρες, ο πρέσβης των ΗΠΑ, Τζέφρι Πάιατ, χαρακτήρισε την Ελλάδα γεωπολιτικό «κρίκο», έναν «μεντεσέ μεταξύ ΝΑΤΟ, ΕΕ και ευρύτερης περιοχής». Με διαφορετικά λόγια, ο Τσίπρας και τα κυβερνητικά στελέχη, επαναλαμβάνουν την ίδια άποψη, κάνοντας λόγο για «μετατροπή της χώρας σε πυλώνα σταθερότητας». 
Σε αυτή την προοπτική ευθυγραμμίζεται σχεδόν σύσσωμο το μνημονιακό πολιτικό προσωπικό, με μπροστάρη φυσικά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που δίνει διαρκή διαπιστευτήρια ολόθερμης στήριξης και διευκόλυνσης των επιδιώξεων του ελληνικού κεφαλαίου. Οι Τσίπρας-Κοτζιάς-Καμμένος αναλαμβάνουν «να κάνουν τη δουλειά» για λογαριασμό του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ευελπιστώντας σε ανταλλάγματα στο Αιγαίο και την Κύπρο («προστασία» στην εξόρυξη υδρογονανθράκων) αλλά και στα ίδια τα Δ. Βαλκάνια (να ρυθμιστεί υπέρ των ελληνικών επιχειρήσεων ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των οικονομιών σε Αλβανία, Δημοκρατία της Μακεδονίας, Σερβία, Βουλγαρία) και μάλιστα σε μια στιγμή έντονης κλιμάκωσης του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. 
«Μπίζνες» στα Βαλκάνια
Πέρα όμως από τη γεωστρατηγική σημασία της ενσωμάτωσης των υπόλοιπων βαλκανικών χωρών στο ΝΑΤΟ και την περαιτέρω διεύρυνση της ΕΕ, κόντρα στους σχεδιασμούς της Ρωσίας (αλλά και της Κίνας), η παράλληλη οικονομική σημασία, δεν είναι καθόλου αμελητέα για όλους τους ισχυρούς «παίχτες». Πρώτα και κύρια για τους Έλληνες καπιταλιστές. 
Από τους ακροδεξιούς-εθνικιστές, μέχρι τους κοσμοπολίτες και τους κάθε είδους «πατριώτες» του πολιτικού φάσματος, κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη επιτυχίας των σχεδίων του ελληνικού κεφαλαίου: 
α) Στη συμμετοχή στις οδούς μεταφοράς φυσικού αερίου στα Βαλκάνια και στην ΕΕ με μια σειρά αγωγούς (ΤΑΡ, IGB, East Med), σε αντιπαράθεση με τα σχέδια μεταφοράς ρωσικού φυσικού αερίου στην ΕΕ (Turkish Stream, Balkan). Για την ώρα έχει ήδη εκτελεσθεί το μεγαλύτερο τμήμα του (δυτικών συμφερόντων) αγωγού TAP, που θα μεταφέρει στην Ευρώπη φυσικό αέριο από το Αζερμπαϊτζάν μέσω Τουρκίας - Ελλάδας - Αλβανίας - Αδριατικής - Ιταλίας. Το ελληνικό τμήμα του αγωγού διακλαδώνεται στη Βουλγαρία και στη Μακεδονία καθιστώντας κεντρικό ενεργειακό παίκτη τη Β. Ελλάδα. Παράλληλα, Ελλάδα και Βουλγαρία, που λειτουργούν πλέον ως στρατηγικοί σύμμαχοι, κατασκευάζουν ήδη τον κάθετο αγωγό που θα μεταφέρει φυσικό αέριο στη Βουλγαρία από τον TAP και από την Αλεξανδρούπολη, όπου μελλοντικά θα καταλήγει υγροποιημένο το φυσικό αέριο των εξορύξεων Κύπρου - Ισραήλ - Αιγύπτου.
β) Στη μεταφορά εμπορευμάτων διαμέσου των Βαλκανίων προς την ΕΕ, κυρίως της Κίνας, από το λιμάνι του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, μέσω σιδηροδρόμου και όχι μόνο. Σε αυτό το στόχο εντάσσεται και η δημιουργία πλωτού διαδρόμου μεταφοράς εμπορευμάτων από τον Δούναβη, τον Μοράβα και τον Αξιό με έξοδο στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για μεγαλόπνοο έργο, κινεζικής έμπνευσης, που φιλοδοξεί να φέρει τα προϊόντα του ασιατικού γίγαντα πιο κοντά στις αγορές της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης και εκτιμάται ότι θα κοστίσει 17 δισ. δολάρια. Επίσης, προβλέπεται κατασκευή υδρο-ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων κατά μήκος της διαδρομής. Ενδιαφέρον για συμμετοχή στην κατασκευή της πλωτής διώρυγας από το Βελιγράδι ως τη Θεσσαλονίκη έχουν εκφράσει επιχειρηματικά σχήματα από την Κίνα, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Ρωσία, και βέβαια την Ελλάδα.
γ) Την ανάγκη περαιτέρω «οικονομικής διείσδυσης» στα Βαλκάνια, μέσω αύξησης των επενδύσεων των ελληνικών εταιριών, που ήδη κατέχουν δεσπόζουσα θέση σε μια περιοχή με φτηνό εργατικό δυναμικό. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 3η θέση, μεταξύ των χωρών προέλευσης Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, από το 1997, με δραστηριότητα κυρίως τους κλάδους των τραπεζών, των πετρελαιοειδών, της μεταποίησης (ιδιαίτερα της κλωστοϋφαντουργίας), της εξόρυξης και των λατομείων, του εμπορίου τροφίμων/ποτών και της αγροτικής παραγωγής. Σήμερα, στη Δημοκρατία της Μακεδονίας δραστηριοποιούνται περίπου 200 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, εκτιμάται όμως ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες, καθώς οι επενδύσεις γίνονται μέσω τρίτων χωρών (π.χ. Λουξεμβούργο). Στο μεταξύ η ανεργία τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί ελαφρώς, ωστόσο παραμένει ακόμη σε υψηλά επίπεδα γύρω στο 22%. Συγχρόνως οι μισθοί πηγαίνουν ολοένα προς τα κάτω. Σύμφωνα με πρόσφατα στατιστικά στοιχεία ο μέσος μισθός κινείται στα 350 ευρώ, ωστόσο ένα μεγάλο τμήμα των εργαζόμενων αμείβεται με ακόμη λιγότερα χρήματα. Στις βιομηχανικές ζώνες του Καβάνταρτσι και του Άστιβου οι εργαζόμενοι σε ξένες επιχειρήσεις αμείβονται με 250 ευρώ μηνιαίως.
Απειλή για τους λαούς
Μπροστά στη διαδικασία εμπέδωσης της ευρωατλαντικής «σταθερότητας» και ελέγχου στα Δυτικά Βαλκάνια, που καμία δημοκρατία και ειρήνη δε θα φέρει στη γειτονιά μας, η κυβέρνηση Τσίπρα ενεργεί ως μπράβος του ΝΑΤΟ και ως «ντίλερ» των Ελλήνων καπιταλιστών στα μεγάλα έργα που δρομολογούνται. Η ακόμα βαθύτερη εμπλοκή στα σχέδια του ιμπεριαλισμού και οι «μπίζνες» στα Βαλκάνια, μόνο αύξηση των εξοπλισμών και πολεμικές απειλές εγκυμονούν για τον ελληνικό και τους άλλους λαούς της περιοχής. 
Με αυτή την επιθετική πολιτική, που καθοδηγεί το Μαξίμου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία για να διαχυθεί ευκολότερα το εθνικιστικό δηλητήριο στην κοινωνία, έχουν να αναμετρηθούν το μαζικό κίνημα και οι δυνάμεις της Αριστεράς. Για την ήττα αυτών των επικίνδυνων σχεδίων από αντικυβερνητική, αντιμπεριαλιστική, αντιπολεμική και -σε τελική ανάλυση- αντικαπιταλιστική σκοπιά έχουμε να παλέψουμε, πρώτα και κύρια ενάντια στη «δική μας» κυβέρνηση και στους «δικούς μας» επενδυτές.