Ξεκινά η «εποχή Τραμπ», με στρατηγούς και επιχειρηματίες στα υπουργεία

Με την είσοδο του 2017 έρχεται και η «εποχή Τραμπ» στις ΗΠΑ, που ξεκινά και επίσημα στις 20 Γενάρη, όταν και θα γίνει η ορκωμοσία του νέου προέδρου. Το διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην εκλογική νίκη και την είσοδο στον Λευκό Οίκο, έδωσε κάποια πρώτα δείγματα του τι έχουμε να περιμένουμε. 
Καταρχήν, μετεκλογικά ο Τραμπ δεν χαμήλωσε τους τόνους όσον αφορά τη μισαλλόδοξη δημαγωγία του, ενώ επιχείρησε να κρατήσει «κινητοποιημένους» τους οπαδούς του, οργανώνοντας «περιοδεία νίκης» σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ. Η νέα αυτοπεποίθηση που απέκτησαν οι διάφορες εκφάνσεις της αμερικανικής άκρας Δεξιάς (από το Tea Party έως την Κου Κλουξ Κλαν και διάφορες παραστρατιωτικές «πατριωτικές» σέχτες) από την εκλογική νίκη Τραμπ, θα συνεχίσει να τροφοδοτείται, ενώ και η μισαλλοδοξία θα συνεχίσει να νομιμοποιείται στην «κεντρική πολιτική» μέσω του προέδρου πλέον των ΗΠΑ. 
Οικονομικός εθνικισμός
Όσον αφορά την οικονομία, οι δηλώσεις και του ίδιου και των κορυφαίων συμβούλων του προϊδεάζουν για ένα μίγμα «οικονομικού εθνικισμού» με πολιτικές που θα επιβαρύνουν τη θέση της εργατικής τάξης και θα ενισχύουν τους καπιταλιστές. 
Ο οικονομικός εθνικισμός αφορά την προσπάθεια να αναβιώσει ο βιομηχανικός τομέας στις ΗΠΑ, και αναμένεται να επιχειρηθεί με ένα συνδυασμό φοροαπαλλαγών στους επιχειρηματίες και αύξησης των στρατιωτικών δαπανών και της δαπάνης σε υποδομές. Τα μεγάλα σχέδια για «έργα υποδομών» (αξίας μέχρι και 1 τρισ. δολαρίων) αφορούν βέβαια κυρίως τον ιδιωτικό τομέα και την παροχή «κινήτρων» για να αναλάβουν δουλειές. Πρόκειται και για αμφίβολο σχέδιο (μια αντίστοιχη προσπάθεια στην Ιαπωνία «σκοντάφτει» στην απροθυμία των καπιταλιστών να κάνουν επενδύσεις), αλλά και για ένα σχέδιο που δεν έχει καμία σχέση με τα παλιά κεϊνσιανά μοντέλα αύξησης των κρατικών δαπανών για τη μαζική δημιουργία θέσεων εργασίας. 
Ο Τραμπ δείχνει να επιμένει στην πρόθεσή του να επαναξεταστούν όλες οι Συμφωνίες Ελευθέρου Εμπορίου που έχουν υπογράψει ή προωθούσαν οι ΗΠΑ. Μια αναθεώρησή τους ίσως τονώσει την απασχόληση στην εγχώρια βιομηχανία, κάτι που θα συμβεί ωστόσο με τους χειρότερους όρους: Θα αποπειραθεί να «επαναπατριστούν» οι εταιρίες που έχουν φύγει, με φοροαπαλαγγές, πλήρη απορρύθμιση και αντεργατικούς νόμους, στα πρότυπα πολιτειακών νομοθεσιών με το όνομα «Δικαίωμα στη Δουλειά» που ουσιαστικά ισοπέδωναν τα εργατικά δικαιώματα σε περιοχές που είχαν συνδικαλιστική παράδοση. 
Την ίδια ώρα, παραδοσιακές ρεπουμπλικανικές πολιτικές (απορρύθμιση, ιδιωτικοποιήσεις, μείωση κυβερνητικών δαπανών) θα επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση της εργατικής τάξης και θα διασφαλίζουν ότι η μερίδα του λέοντος της (όποιας) «αυτοδύναμης ανάπτυξης» (αν αυτή επιτευχθεί) θα πάει στους καπιταλιστές. 
Κάτω από την αταξική υπόσχεση για «φοροαπαλλαγές» κρύβεται ένα σχέδιο που θα επιτρέψει στους πλουσιότερους να κρατήσουν στα θησαυροφυλάκιά τους θηριώδη ποσά ενώ τα μεσοστρώματα και οι εργαζόμενοι ενδεχομένως θα καρπωθούν κάποια ψίχουλα τα οποία θα ξοδέψουν για να τα βγάλουν πέρα, καθώς θα σαρώνονται τα υπολείμματα κοινωνικού κράτους. 
Είναι ένας «οικονομικός εθνικισμός» ο οποίος φιλοδοξεί να επιτρέψει σε κάποιους «εθνικούς πρωταθλητές» να βγάλουν τεράστια κέρδη, υποστηριζόμενοι από μια μεσαία τάξη «εκπαιδευμένη» να υποστηρίζει το συνδυασμό «μειώσεις φόρων-κατάργηση κοινωνικών δαπανών» (η «αντικρατική» βάση του Tea Party), ενώ χαμηλότερα θα υπάρχουν εργαζόμενοι «ευγνώμονες» για τη δημιουργία (άθλιων) θέσεων εργασίας, για την αθλιότητα των οποίων θα κατηγορούν τους μετανάστες. 
Αυτό είναι τουλάχιστον το όραμα του Στιβ Μπάνον, κορυφαίου συμβούλου του Τραμπ και ηγετικής προσωπικότητας της αμερικανικής άκρας Δεξιάς, που εκτιμά πως μέσα από τη δημιουργία θέσεων εργασίας θα χτιστεί «ένα νέο πολιτικό κίνημα… συντηρητικοί μαζί με λαϊκιστές, σε ένα οικονομικό, εθνικιστικό κίνημα», που θα επιτρέψει στον Τραμπ να επανεκλεγεί το 2020.  
Αντίρροπες τάσεις
Είναι σαφές ότι ο προτεξιονισμός και οι όποιες «ανορθόδοξες» πολιτικές του Τραμπ δεν θα βελτιώσουν την κατάσταση των «από κάτω». Αλλά είναι επίσης και ζητούμενο το ποιο μίγμα θα υλοποιηθεί τελικά και πόσο «ανορθόδοξες» θα είναι οι πολιτικές που θα ακολουθηθούν. Μένει να φανεί, για παράδειγμα, αν θα βρουν στήριξη στους ρεπουμπλικάνους βουλευτές τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Μπάνον «να ξαναχτίσουμε όλη τη χώρα». 
Υπάρχουν ήδη αρκετές αντιφάσεις στην πολιτική Τραμπ και πολλές ανταγωνιζόμενες φράξιες μέσα στην κυβέρνηση και το κόμμα του, οπότε το «μίγμα πολιτικής» που θα εφαρμοστεί τελικά παραμένει ασαφές. Το μόνο σαφές είναι η αντεργατική-αντιδραστική του κατεύθυνση. 
Και σε αυτό είναι αποκαλυπτική η σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Αν και ακόμα εκκρεμούν οι διαδικασίες έγκρισης των προτάσεων του Τραμπ από το Κογκρέσο, η λίστα που έχει κατατεθεί είναι αποκαλυπτική. 
Κυβέρνηση δισεκατομμυριούχων
Καταρχήν η κυβέρνηση Τραμπ είναι η πλουσιότερη στην αμερικανική ιστορία. Και η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη από εκατομμυριούχους υπουργούς (ειδικά στα οικονομικά υπουργεία). Ένας μόνο δισεκατομμυριούχος υπουργός αξίζει περισσότερο από την «κυβέρνηση πλουσίων» του Τζορτζ Μπους! Όπως είπε ειρωνικά ο Μπέρνι Σάντερς, «φαντάζομαι θα έχουν και μερικούς φτωχούς εκατομμυριούχους, αλλά οι περισσότεροι είναι δισεκατομμυριούχοι».
Πέρα και από τις περιουσίες τους, οι επιλογές είναι ανατριχιαστικές, συνθέτοντας μιας κυβέρνηση «πολεμικού καπιταλισμού», χωρίς φτιασίδια. 
Για το υπουργείο Εξωτερικών προτείνεται ο Ρεξ Τίλερσον, που αποσύρεται από την προεδρία της Exxon Mobile. Τα φώτα έχουν πέσει στους προσωπικούς κι επιχειρηματικούς δεσμούς του με τον Πούτιν (ως δείγμα της νέας προσέγγισης απέναντι στη Ρωσία), αλλά από μόνο του είναι ενδεικτικό ότι αναλαμβάνει την χάραξη εξωτερικής πολιτικής ο συμπαθής κλάδος των πετρελαιάδων. 
Στο Άμυνας προτείνεται ο Τζέιμς Μάτις, απόστρατος στρατηγός των πεζοναυτών, με θητεία σε Αφγανιστάν και Ιράκ, ο οποίος συγκρούστηκε με τον Ομπάμα στο ζήτημα της επαναπροσέγγισης με το Ιράν. Στο Ιράκ ήταν ο υπεύθυνος των θηριωδιών που έγιναν για να καταληφθεί-ισοπεδωθεί η ανυπότακτη Φαλούτζα. Την πολιτική ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων της παγκόσμιας υπερδύναμης αναλαμβάνει ο άνθρωπος που έχει το παρατσούκλι… mad dog («λυσσασμένο σκυλί»).
Ο Τζον Κέλι, που είναι ο εκλεκτός για το Εσωτερικής Ασφάλειας, είναι επίσης απόστρατος στρατηγός των πεζοναυτών. Υπήρξε επικεφαλής των στρατιωτικών δραστηριοτήτων των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την προϋπηρεσία του σε ζητήματα «ασφαλείας». Στη δικαιοδοσία του βρισκόταν και το Γκουαντανάμο. 
Τη διεύθυνση της CIA αναλαμβάνει ο Μάικ Πομπέο. Έχει εναντιωθεί στο κλείσιμο του Γκουαντανάμο, υπερασπίστηκε το πρόγραμμα παρακολουθήσεων της NSA, είχε χαρακτηρίσει όσους πράκτορες της CIA συμμετείχαν σε βασανιστήρια «ήρωες» και έχει ζητήσει την εκτέλεση του Σνόουντεν. 
Για το υπ. Οικονομικών ετοιμάζεται ο Στίβεν Μνούτσιν, άνθρωπος των τραπεζών και των hedge funds, στέλεχος της Γκόλντμαν Σακς, γνωστός και ως «βασιλιάς των κατασχέσεων», ο οποίος δηλώνει πως θα επιφέρει τη σπουδαιότερη φορολογική μεταρρύθμιση από την εποχή του Ρίγκαν.  
Και η λίστα συνεχίζεται: Ένας υπερσυντηρητικός στη Γενική Εισαγγελία, ένας βετεράνος ριγκανικός ως Εκπρόσωπος Εμπορίου, ένα ανώτατο διοικητικό στέλεχος στον άγριο χώρο των φαστ-φουντ στο… υπουργείο Εργασίας, ένας πολέμιος των εκτρώσεων και του Obamacare στο υπουργείο Υγείας, ένας αμφισβητίας της κλιματικής αλλαγής στο υπουργείο Ενέργειας (αντίστοιχα και στο υπουργείο Περιβαλλοντικής Προστασίας), ένα «αρπαχτικό» των αγορών (και συνέταιρος του Τραμπ) στο υπουργείο Εμπορίου κ.ο.κ.
Πραγματικά σοκάρει ο ξεδιάντροπος κυνισμός με τον οποίο τοποθετούνται «οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κατάλληλη θέση». Ο πόλεμος του Τραμπ ενάντια στην «τάξη των πολιτικών» αφορούσε, όπως φαίνεται, την ανάγκη να βγουν από τη μέση οι «μεσάζοντες» και να αναλάβουν τα ηνία απευθείας οι κεφαλαιοκράτες και οι στρατηγοί. 
Κατά τη δραστηριοποίηση της «μεταβατικής ομάδας» του Τραμπ, πριν καν προκύψει η νέα κυβέρνηση, είχαμε άλλωστε και κάποια πρώτα δείγματα γραφής, εμβληματικά σε εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Το Κογκρέσο ανοίγει τη συζήτηση για την κατάργηση ακόμα και του δειλού Obamacare, αλλά και την επίθεση σε άλλα αντίστοιχα προγράμματα υγείας και ασφάλισης, ενώ έχει καταγραφεί ήδη ένα πρώτο «θερμό επεισόδιο» με την Κίνα στον Ειρηνικό Ωκεανό…  
Αντίσταση
Στις εκλογές αποδείχτηκε ότι ο «φιλελευθερισμός» του Δημοκρατικού Κόμματος δεν είναι σοβαρός αντίπαλος στο ρεύμα (ακρο)δεξιού λαϊκισμού. Το ίδιο ισχύει και για την επόμενη μέρα στις ΗΠΑ. Την απάντηση στον Τραμπ μπορεί να δώσει μόνο το ριζοσπαστικό κίνημα. Αντανακλαστικά υπήρξαν άμεσα. Θυμίζουμε ότι από τη νύχτα των εκλογών και για τις επόμενες μέρες, έγιναν δεκάδες αυθόρμητες διαδηλώσεις στις ΗΠΑ ενάντια στον Ντόναλντ Τραμπ. Τη σκυτάλη θα πάρουν δεκάδες οργανωμένες κινητοποιήσεις τη μέρα της ορκωμοσίας. Και σε άλλες πόλεις, αλλά και στην Ουάσινγκτον. Η εμφάνιση ενός ανθρώπινου δυναμικού έτοιμου να κατέβει στο δρόμο από την πρώτη μέρα, είναι μια πολύ καλή αφετηρία για τους αγώνες που θα χρειαστεί να δοθούν στις ΗΠΑ. Η Αμερικανίδα σοσιαλίστρια Σάρον Σμιθ μας έλεγε σε συνέντευξή της (στην «Ε.Α.») προεκλογικά ότι η «ωμότητα» με την οποία εκφράζει τις αντιδραστικές του ιδέες ο Τραμπ έχει προκαλέσει και μια μαζική «αφύπνιση» όσων δεν τις συμμερίζονται. Αυτή η νέα «αφύπνιση» (προς το παρόν στο πεδίο των ιδεών), η συσσωρευμένη κινηματική εμπειρία (από το Occupy μέχρι τους εργατικούς αγώνες του Ουϊσκόνσιν και του Σικάγο, κι από το Black Lives Matter έως τον νικηφόρο αγώνα των Ινδιάνων και χιλιάδων αλληλέγγυων ενάντια στον πετρελαιαγωγό στη Ντακότα), η πρώτη «πολιτικοποίησή» της όπως εκφράστηκε με το ρεύμα Σάντερς, αποτελούν υλικά πάνω στα οποία μπορεί να πατήσει η αντίσταση στον Τραμπ. Και μετά τη διάψευση της 8ετίας Ομπάμα και τη χρεοκοπία της Χίλαρι στις εκλογές, δημιουργείται μια δυνατότητα μέσα σε αυτήν την αντίσταση, να χτιστεί -επιτέλους!- ένας «τρίτος πόλος», της ανεξάρτητης, μάχιμης ριζοσπαστικής Αριστεράς.