Και μόνον η καρατόμηση εννέα υπουργών, ανάμεσά τους ο Οικονομικών, ο Ανάπτυξης, ο Υγείας, ο Παιδείας και ο Εσωτερικών, δείχνει απόλυτη παραδοχή ήττας από την πλευρά της κυβέρνησης που άφησε να περάσουν δύο εβδομάδες από τις εκλογές μήπως και δεν τις συνδέσει ο κόσμος με τον ανασχηματισμό (τον οποίο ανακοίνωσε ανήμερα του Αγίου Πνεύματος μπας και δεν τον πάρουμε χαμπάρι).

Μάλιστα στα υπουργεία Εσωτερικών, Παιδείας, Υγείας και Αγροτικής Ανάπτυξης ξηλώθηκε ολόκληρη η πολιτική ηγεσία ενώ στο υπ. Ανάπτυξης «επιβίωσε» μόνο ο υφυπουργός Ν. Μηταράκης. Όλα αυτά ήρθαν να προστεθούν στην αποπομπή του «τσάρου» των εσόδων, δηλ. του Θεοχάρη.
Ο ανασχηματισμός ήρθε μετά το άρον-άρον κλείσιμο της Βουλής. Το κλείσιμο έγινε προκειμένου να αποφύγει ο Σαμαράς τη συζήτηση για το σκάνδαλο Μπαλτάκου, για να  ξεχαστεί η «υπόσχεσή του» περί της «μίας και μόνης εξεταστικής–για το μνημόνιο», για να γλιτώσουν άλλες άρσεις ασυλίας οι χρυσαυγίτες, αλλά και για να υπάρξει η δυνατότητα παραγραφής σκανδάλων.
Πάλι ΠΑΣΟΚ
Όμως ο ανασχηματισμός δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων έλαβε υπόψη της τη λαϊκή οργή που εκφράστηκε στις ευρωεκλογές με τη συντριβή των δύο κομμάτων. Υπακούοντας στα κελεύσματα της ελληνικής άρχουσας τάξης και της τρόικας, το ντουέτο που κυβερνά, προχώρησε στη συγκρότηση μιας νέας κυβέρνησης, με πολλές αλλαγές μεν, αλλά με στόχο να ακολουθήσει την ίδια δολοφονική πολιτική των μνημονίων και της λιτότητας. 
Ασφαλώς μέσα σε αυτή την κυβέρνηση είναι αναβαθμισμένος ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας. Το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ (ποιος θυμάται την Ελιά;) πήρε το ταβάνι (8%) που του έδιναν οι δημοσκοπήσεις, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από την ηγεσία του ώστε να ζητηθεί να περιοριστεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική και τα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης. Όμως δεν έχει μείνει τίποτε από τη μεταρρυθμιστική ψυχή της πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατίας: καμία πρόταση για αλλαγή πολιτικής δεν έγινε από τον Βενιζέλο, και η μόνη αλλαγή είναι η επιστροφή των εκσυγχρονιστών πασόκων (καταδικασμένων απόλυτα στη συνείδηση του λαού) σε υπουργικούς θώκους. Η υπουργοποίηση των Λοβέρδου, Γκερέκου, Κουκουλόπουλου και Ντόλιου, που είχαν υπηρετήσει την πρώτη κυβέρνηση του μνημονίου, αλλά και του Οδ. Κωνσταντινόπουλου, δεν θα σημάνει τίποτε  καλό για το λαό. Ειδικά η τοποθέτηση Λοβέρδου στο Παιδείας αποτελεί πρόκληση από μόνη της. Όπως επίσης βέβαια δεν θα σημάνει καμιά ελάφρυνση της βαρβαρότητας η παραμονή των Βενιζέλου, Χρυσοχοΐδη και άλλων πασόκων υπουργών στα πόστα τους.
Το ίδιο ισχύει και για τα υλικά «ανανέωσης» της Νέας Δημοκρατίας. Ο Βορίδης στη θέση του Γεωργιάδη σημαίνει συνέχιση της ακραίας ακροδεξιάς πολιτικής στην υγεία. Ο Γιακουμάτος και οι λοιποί δευτεροκλασάτοι «λαϊκοί» δεξιοί δεν πρόκειται επίσης να μαλακώσουν την πολιτική της λιτότητας -αντίθετα ο στόχος είναι να μαλακώσει η εσωκομματική γκρίνια και να ενισχυθεί η κυβερνητική προπαγάνδα στα τηλεπαράθυρα των μικρών δεξιών καναλιών. Η είσοδος στην κυβέρνηση των Ντινόπουλου (Εσωτερικών, παρακαλώ), Βούλτεψη και Ορφανού, δείχνει ότι η άρχουσα τάξη έχει στερέψει από εφεδρείες, καταφεύγοντας σε χαμηλής ποιότητας υλικά -όταν η ανακύκλωση δεν επαρκεί.
Τέλος, η παραμονή στην κυβέρνηση των τριών γόνων των βαρόνων της ΝΔ (Μητσοτάκης, Βαρβιτσιώτης, Κεφαλογιάννη) καθώς και του Αβραμόπουλου, καταδεικνύει ότι ο Σαμαράς δεν έχει περιθώρια να αντιπαρατεθεί με σοβαρούς εσωκομματικούς αντιπάλους και κονιορτοποιεί το επιχείρημα των «παπαγάλων» περί σαρωτικής ανανέωσης.
Χαρδούβελης 
Η συνέχιση όμως της πολιτικής της λιτότητας εξασφαλίζεται τόσο σε συμβολικό όσο και σε ουσιαστικό επίπεδο με την τοποθέτηση του Γκίκα Χαρδούβελη στο υπ. Οικονομικών. Οι απολογητές της κυβέρνησης έσπευσαν να κάνουν λόγο για τις απόψεις του νέου υπουργού που δήθεν είναι πιο χαλαρές από αυτές του προκατόχου του όσον αφορά τη φορολογία και τη λιτότητα. Πρόκειται για μπούρδες. Ο ίδιος ο Χαρδούβελης υπηρετεί πιστά τους τραπεζίτες που τον ανέδειξαν γι’ αυτό αλλάζει τις απόψεις του ανάλογα με το συμφέρον ή τις αποφάσεις των αφεντικών του. Π.χ. τασσόταν συστηματικά κατά του κουρέματος του ελληνικού χρέους όσο οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες κατακρατούσαν ελληνικά «χαρτιά», αλλά έκανε κωλοτούμπα 180 μοιρών όταν αποφασίστηκε το PSI (κι αφού οι τράπεζες είχαν ξεφορτωθεί τα περισσότερα από αυτά τα «χαρτιά»). 
Η τοποθέτηση Χαρδούβελη είναι σε απόλυτη συνέπεια και συνέχεια με τις επιλογές Παπαδήμου και Στουρνάρα (με τους τρεις τους σχεδόν εξαντλήθηκε το υψηλό προσωπικό των τραπεζιτών, τουλάχιστον από την Ελλάδα). Μεταξύ πολλών άλλων, ο Χαρδούβελης υπήρξε Σύμβουλος Ερευνών στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης, είναι Επικεφαλής Οικονομικών Μελετών της Eurobank, ενώ είναι μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών καθώς και εκπρόσωπός της στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας. Όπως και ο Στουρνάρας, είναι επίσης μέλος του ΔΣ του κατεξοχήν εργοδοτικού οργανισμού παραγωγής πολιτικής στην Ελλάδα, δηλ. του ΙΟΒΕ.
Όπως και οι άλλοι δύο, ο Χαρδούβελης δεν έχει εκλεγεί ΠΟΤΕ από το λαό, αλλά έχει πολλάκις διαμορφώσει την οικονομική πολιτική και μάλιστα ακόμη και στην περίοδο των μνημονίων: Έχει διατελέσει οικονομικός σύμβουλος του Σημίτη (την εποχή της «δημιουργικής» λογιστικής για την είσοδο στο ευρώ, δηλ. το 2000-2004) αλλά και του Παπαδήμου του οποίου διετέλεσε διευθυντής του Οικονομικού Γραφείου του. Σε κάθε περίπτωση οι «επιτυχίες» των προϊσταμένων του προϊδεάζουν για τις επερχόμενες «επιτυχίες» του ίδιου του Χαρδούβελη.
Αστάθεια
Συνολικά η νέα κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων είναι το ίδιο και περισσότερο ασταθής με την προηγούμενη. Δεν έχει πλέον κανένα «χαρτί» στα χέρια της και το μόνο που κάνει είναι να προσπαθήσει να τρεκλίσει μέχρι την εκλογή προέδρου της δημοκρατίας. Όποιος τρεκλίζει όμως συχνά πέφτει. Αλλά γι’ αυτό θα χρειαστεί η τρικλοποδιά.