Ο ανασχηματισμός των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Ο ι επαγγελματίες της προπαγάνδας στο κυριακάτικο «Βήμα», έχουν εκπαιδευτεί να αποδίδουν με ελάχιστες λέξεις τις εκτιμήσεις τους. Σχετικά με τον ανασχηματισμό χρειάστηκαν μόνο δυο λέξεις για να χαρακτηρίσουν τη νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: «Κυβέρνηση υπακοής» ήταν ο χαιρέκακος τίτλος. Και είναι μια από τις σπάνιες φορές που η ναυαρχίδα των καθεστωτικών ΜΜΕ αποτύπωνε με θανατηφόρα ακρίβεια την πραγματικότητα.
Λίγες εβδομάδες πριν, στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, η πλειοψηφία των κομματικών στελεχών του, που δεν τόλμησε να σηκώσει το παραμικρό θέμα απέναντι στη μνημονιακή κατρακύλα της συγκυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, είχε την αυταπάτη ότι μπορεί να στείλει ένα κάποιο «μήνυμα», ψηφίζοντας μαζικά για την ΚΕ τον Ευκλείδη Τσακαλώτο (που αν και υπογράφει όλα όσα του ζητούν οι δανειστές, προσπαθεί, λέει, να μετριάσει τις συνέπειές τους), και τον Νίκο Φίλη (που ηθελημένα ή άθελα γινόταν «σύμβολο» μιας κάποιας διεκδίκησης «δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων» τουλάχιστον στους τομείς όπου δεν υπάρχουν μνημονιακές δεσμεύσεις, όπως οι σχέσεις κράτους-εκκλησίας). 
Η αυταπάτη κράτησε ελάχιστα εικοσιτετράωρα. Οι αποφάσεις του Τσίπρα για τον ανασχηματισμό συνέτριψαν όλες τις φρούδες ελπίδες περί μιας κάποιας ισορροπίας μεταξύ κυβέρνησης και κόμματος, ισορροπίας που θεωρητικά αποτελεί ένα από τα «βάθρα» και τα ιδεολογικά γνωρίσματα της αριστερής, ακόμα και της κεντροαριστερής πολιτικής παράδοσης. Η νέα κυβέρνηση είναι κυβέρνηση Τσίπρα, και το «πρωθυπουργικό περιβάλλον» είναι πιο αυτονομημένο από ποτέ. Κάποια από τα σημερινά θύματά του θα όφειλαν, έστω και τώρα, να σκεφτούν και να μιλήσουν δημόσια για το δικό τους ρόλο και τις μεγάλες ευθύνες τους κατά την εγκατάσταση αυτού του προσωποκεντρικού μηχανισμού κατά την περίοδο μεταξύ των εκλογών του 2012 και του 2015.
Η νέα κυβέρνηση είναι απολύτως ευθυγραμμισμένη στην πλήρη «υπακοή» στους δανειστές, με στόχο να κλείσει η 2η αξιολόγηση και να ολοκληρωθούν οι νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις του 3ου μνημονίου. 
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος παρέμεινε στη θέση του αφού απέδειξε μια σπάνια μνημονιακή προσαρμοστικότητα και δεν δίστασε να αναλάβει –ακόμα και στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ– την «πατρότητα» του προγράμματος («μαζί τα ψηφίσαμε – μαζί θα τα εφαρμόσουμε»). Όμως δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η «ταυτότητα» του νέου υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, Δημήτρη Παπαδημητρίου. Και αυτή ασφαλώς δεν είναι κάποιες απόψεις που υποστήριξε στο παρελθόν (ανάγκη για παράλληλο νόμισμα – Geuro) και σήμερα με άνεση χαμαιλέοντα αποκηρύσσει, αλλά η οργανική σχέση του με το αμερικανικό Levy Institute. Ένα «θεσμό» στην περιφέρεια του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ, συνδεδεμένο με τις μεγάλες τράπεζες της Νέας Υόρκης, και –κυρίως!– σταθερά προσανατολισμένο στις πάγιες επιδιώξεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ο Δ. Παπαδημητρίου παραλαμβάνοντας το υπερ-υπουργείο του δήλωσε ότι θα υποστηρίξει την «προσέλκυση επενδυτών» χωρίς κοινωνικό αναισθητικό, με στόχο να κάνει την Ελλάδα «Φλόριντα της Ευρώπης». Οι μέθοδοι με τις οποίες η κυβέρνηση θα προσεγγίσει αυτόν το στόχο, αναδεικνύονται μέσα από τη «μετακόμιση» του Στ. Πιτσιόρλα από το ΤΑΙΠΕΔ στο υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης: στους επόμενους μήνες θα βρέχει «ευκαιρίες» για τα αρπακτικά της ντόπιας και διεθνούς «αγοράς». Σε αυτήν την προοπτική που ολοφάνερα επιλέγει η κυβέρνηση Τσίπρα, ακόμα και ο Γ. Σταθάκης κρίθηκε «διστακτικός» κι αναποφάσιστος…
Ο Γ. Σταθάκης, που ουδέποτε δήλωσε μια αντίρρηση αρχών στις ιδιωτικοποιήσεις, μεταφέρεται για να αντικαταστήσει έναν άλλο «διστακτικό», τον Π. Σκουρλέτη, στο δύσκολο καθήκον της πλήρους ιδιωτικοποίησης-διάλυσης της ΔΕΗ. Τι κι αν ο Σκουρλέτης άνοιξε το δρόμο για αυτήν την προοπτική, παίρνοντας όλες τις αναγκαίες επιμέρους αποφάσεις (δημοπρασίες ΝΟΜΕ, συμφωνία «παραχώρησης» του 50% των πελατών σε ιδιώτες, αυτονόμηση ΑΔΜΗΕ κ.ά.); Οι συμφωνίες της κυβέρνησης απαιτούν την άμεση παραχώρηση της ΔΕΗ στους ιδιώτες και αυτό το έργο πέφτει πλέον στις πλάτες του πιο «ευέλικτου» Γ. Σταθάκη.
Πολύς θόρυβος έγινε γύρω από την καρατόμηση του Ν. Φίλη που –θυμίζουμε– είχε παίξει κρίσιμο ρόλο στη στήριξη του Αλ. Τσίπρα απέναντι στις κριτικές της αριστερής πτέρυγας του κόμματός του. Πράγματι, η περίπτωση Φίλη αναδεικνύει την έλλειψη στοιχειώδους «μπέσας» από την πλειοψηφία της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Κυρίως, όμως, αποδεικνύει πολιτικά την υποταγή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο στους δανειστές, αλλά και στην ντόπια κυρίαρχη τάξη και στους μηχανισμούς του κράτους της. Μια κυβέρνηση, τάχα, ριζοσπαστών της Αριστεράς και της προόδου, αφού υπέγραψε το μνημόνιο 3, ομολογεί σήμερα ότι δεν μπορεί να αλλάξει ούτε… τη διδακτέα ύλη στο μάθημα των θρησκευτικών! Η υποταγή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ στους πιο αντιδραστικούς μηχανισμούς δεν στοιχειοθετείται μόνο στο εύγλωττο παράδειγμα της εκκλησίας. Θυμίζουμε ότι μια χώρα που κάθε καλοκαίρι υποδέχεται άνετα 21,6 εκατομμύρια τουρίστες, δηλώνει ότι αδυνατεί να υποδεχθεί ανθρώπινα εξήντα χιλιάδες πρόσφυγες! Να θυμίσουμε επίσης ότι στο Αιγαίο εξακολουθεί να πλέει η αρμάδα του ΝΑΤΟ, μετά από έκκληση αποκλειστικά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αφού η Τουρκία έχει επισήμως δηλώσει ότι δεν κατανοεί πλέον τους λόγους παραμονής των πολεμικών πλοίων της Δύσης στην περιοχή. Και ο «συγκυβερνών» Π. Καμμένος συζητά ανενόχλητα με τους Αμερικανούς το ενδεχόμενο μετακόμισης της βάσης του Ιντσιρλίκ στην Κάρπαθο. Είναι πλέον απολύτως καθαρό ότι η αποδοχή της μνημονιακής λιτότητας πάει «χέρι-χέρι» με την παραίτηση από κάθε –ακόμα και την πιο μετριοπαθή– δημοκρατική μεταρρύθμιση.
Ο Τσίπρας δεν παρουσίασε στον ανασχηματισμό «μεταγραφές» από το σοσιαλδημοκρατικό χώρο. Μια ερμηνεία είναι ότι έχουν πλέον στενέψει τα περιθώρια ανοιγμάτων. Κυρίως όμως, νομίζουμε, πρόκειται για την απόφαση των επιτελείων του Μαξίμου να στραφούν προς το ΠΑΣΟΚ ως σύνολο (με την εξαίρεση του Β. Βενιζέλου) και όχι προς τα μεμονωμένα ρετάλια του. 
Γιατί η ανασχηματισμένη κυβέρνηση Τσίπρα είναι μια ακόμα πιο αδύναμη και ασταθής κυβέρνησης. Καλπάζοντας προς την εκπλήρωση των μνημονιακών υποχρεώσεών της, πριονίζει ταχύτερα όποιες σχέσεις έχουν μείνει ζωντανές με τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις. Αυτή η ποιοτική εξασθένηση της κυβέρνησης (που φαίνεται ανάγλυφα στις δημοσκοπήσεις) γίνεται αντιληπτή από τις δυνάμεις της Δεξιάς που αδημονούν να επανέλθουν στο κυβερνητικό τιμόνι, αλλά και από τους καθεστωτικούς μηχανισμούς του κράτους που πλέον απειθαρχούν, αυτονομούνται, τεμαχίζονται. Η πλήρης αποδόμηση στο χώρο των Μέσων Ενημέρωσης είναι χαρακτηριστικό, αλλά όχι μοναδικό, παράδειγμα. Η ομάδα Τσίπρα έχει μπει στην κατηφόρα τη μεγάλη: Είτε θα αποδεχθεί να «διευρυνθεί» στην κατεύθυνση (μικρού ή μεγάλου) εθνικοενωτικού συνασπισμού, ή θα παραδώσει στον επόμενο «μνηστήρα» μέσα από εκλογές που μπορεί να καταστούν υποχρεωτικές.
Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου έχει να αντιμετωπίσει μεγάλα «τραντάγματα»: τη 2η αξιολόγηση που περιλαμβάνει τα εργασιακά, την άρνηση των δανειστών να δώσουν οτιδήποτε ουσιαστικό για το χρέος, και τέλος το 4ο μνημόνιο που ήδη εγγράφεται στον ορίζοντα. Δεν πρόκειται να επιβιώσει, τουλάχιστον με τη μορφή που ο Τσίπρας παρουσίασε στον ανασχηματισμό.
Οι δυνάμεις της κοινωνικής αντίστασης οφείλουν να επιταχύνουν σε αυτή τη σύγκρουση. Με στόχο να ακυρωθούν οι μνημονιακές αντιμεταρρυθμίσεις. Με στόχο να συγκροτηθεί, ξανά, μαζικός ριζοσπαστικός-αντιμνημονιακός-αριστερός πόλος, που θα «αντιπολιτεύεται» από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων. Αυτό είναι το καθοριστικό πολιτικό επίδικο της περιόδου που άνοιξε ήδη με τον ανεκδιήγητο κυβερνητικό ανασχηματισμό. Που θυμίζει τον ανασχηματισμό του Σαμαρά, όταν αυτός είχε πάρει οριστικά το δρόμο προς την απόσυρση.