Κόκκινα δάνεια δυστυχίας για το λαό

πολιτική / Δημήτρης Σαραφιανός / 10.01.2018

Νέο πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο

Τρόικα, δανειστές, κυβέρνηση, τράπεζες, funds, κοράκια ετοιμάζονται να πέσουν σαν ακρίδες στη λαϊκή περιουσία. Μέσα στους επόμενους μήνες σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί η μεγαλύτερη μεταφορά πλούτου από τα λαϊκά στρώματα στο κεφάλαιο μέσα από τη διαδικασία των πλειστηριασμών. 
Για τη χιονοστιβάδα των «κόκκινων» δανείων δεν ευθύνονται οι λαϊκές οικογένειες που πήραν στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια, ούτε οι ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες και μικροεπιχειρηματίες που έλαβαν επιχειρηματικά δάνεια. Είναι άλλωστε γνωστό ότι το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων το 2008 ανερχόταν μόλις στο 5% του συνόλου τους (11,9 δισ. ευρώ). Ευθύνεται α) η νεοφιλελεύθερη πιστωτική επέκταση, που αποκόμισε τεράστια κέρδη στις τράπεζες και τα golden boys, β) η τοκογλυφική πολιτική των τραπεζών με τις τεράστιες ψαλίδες μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και επιτοκίων χορηγήσεων (ιδίως για τα καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες), οι παράνομες ρήτρες με τις οποίες φόρτωναν έξοδα στο δανειολήπτη (έξοδα φακέλου, πανωτόκια στην προεξόφληση, επιτόκια ανώτερα από το ανώτερο εξωτραπεζικό επιτόκιο, αυθαίρετη μεταβολή επιτοκίων και άλλα που κρίθηκαν καταχρηστικά από τον Αρειο Πάγο παρά ταύτα εξακολουθούν και φορτώνονται στους οφειλέτες), η πολιτική προώθησης επισφαλών προϊόντων (όπως τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο) και γ) η πολιτική των μνημονίων που στραγγάλισε με την ύφεση κάθε δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων. 
Η κυβέρνηση με την πολιτική της διογκώνει διαρκώς το πρόβλημα αυξάνοντας τον ιδιωτικό χρέος σε δυσθεώρητα ύψη, φτάνοντας τα 230 δισ. ευρώ. Το δημόσιο χρέος που διογκώθηκε για να σωθούν οι τράπεζες με τις 3 ανακεφαλαιοποιήσεις (τράπεζες που σκανδαλωδώς πωλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές σε ξένα κεφάλαια) εξακολουθεί και φορτώνεται στην πλάτη των λαϊκών στρωμάτων με τη φοροεπιδρομή μέσω άμεσων και έμμεσων φόρων,τη μετατροπή των ασφαλιστικών εισφορών σε χαράτσια χωρίς αντίκρισμα, τη διόγκωση του κόστους παροχής υπηρεσιών από τις ΔΕΚΟ, τη λιτότητα και την ανεργία. Ταυτόχρονα, με το νόμο Δραγασάκη, που αφορά τη ρύθμιση των επιχειρηματικών δανείων, μέσω του κριτηρίου της «βιωσιμότητας» της επιχείρησης, «ξεπλένονται» οι μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν πάρει «θαλασσοδάνεια», έχουν δημιουργήσει off shore, έχουν μεταφέρει τα περιουσιακά τους στοιχεία στο εξωτερικό, έχουν εκμεταλλευθεί την πτώση των μισθών και έχουν αφήσει απλήρωτους εργαζόμενους, ασφαλιστικά ταμεία και μικροπρομηθευτές. Αυτές οι μεγάλες επιχειρήσεις (κυρίως θυγατρικές πολυεθνικών) θα μπορούν με την υπαγωγή τους στις προβλέψεις του νόμου να καρπωθούν και τον ΦΠΑ που εισέπραξαν και δεν απέδωσαν. 
Κυβερνητικό «δώρο» 
στα funds

Αντίθετα, έχει ξηλωθεί όλο το προστατευτικό πλαίσιο για την πρώτη κατοικία, αλλά και για το «κούρεμα» των δανείων (νόμος Κατσέλη). Έτσι, ακόμα και όσοι τελούν σε κατάσταση απόλυτης ένδειας και με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς κατόρθωναν να «κουρεύεται» το δάνειό τους έως και 90%, χάνουν πλέον κάθε ελπίδα προς τούτο, αφού το ύψος του ποσού που υποχρεούνται συνολικά να καταβάλουν δεν μπορεί να είναι μικρότερο από την αξία που θα πετύχαινε το ακίνητο κατόπιν πλειστηριασμού. Με αυτό τον τρόπο το «κόκκινο» δάνειο γίνεται πιο ελκυστικό προϊόν προκειμένου να το αγοράσουν τα funds. 
Εδώ είναι και όλη η ουσία της κυβερνητικής πολιτικής: προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταβίβαση των δανείων στα funds, αφενός τους δόθηκε η δυνατότητα να αγοράσουν  ακόμα και ενήμερα («πράσινα») δάνεια, αφετέρου δεν προβλέφθηκε δυνατότητα των δανειοληπτών να αγοράσουν αυτοί το δάνειό τους στην ίδια τιμή. Από το 2018 μάλιστα επιτρέπεται ελευθέρως η μεταβίβαση δανείων που αφορούν πρώτες κατοικίες στα funds, ενώ με το νόμο για το 4ο μνημόνιο δίνεται η δυνατότητα στα funds να ασχολούνται και με real estate. 
Η κυβερνητική πολιτική αποσκοπεί στο να γίνουν τα «κόκκινα» δάνεια ένα νέο πεδίο κερδοφορίας: με την πώληση των «κόκκινων» (αλλά και «πράσινων») δανείων σε τιμές εξευτελιστικές (20-30% της ονομαστικής τους αξίας για τα ενυπόθηκα δάνεια) στις εταιρείες διαχείρισης δανείων που συνέστησαν τα ξένα funds από κοινού με τις ελληνικές τράπεζες, διαμορφώνονται οι συνθήκες για μια νεα αγορά είτε μέσω τιτλοποίησης των απαιτήσεων είτε μέσω των real estates είτε μέσω των πλειστηριασμών με ταυτόχρονη χορήγηση νεου δανείου στον υπερθεματιστή.
Ταξική, αλλά και 
«τοξική» πολιτική

Η πολιτική όμως αυτή, εκτός από ταξική, είναι και τοξική. Οι μαζικοί πλειστηριασμοί θα οδηγήσουν σε συντριπτική πτώση της αξίας της κτηματαγοράς, άρα και της αξίας των ακινήτων που έχουν οι τράπεζες στο χαρτοφυλάκιό τους (είτε ως κυριότητα είτε ως εγγυήσεις για δάνεια που έχουν χορηγήσει), ανοίγοντας το δρόμο για μια νεα ανακεφαλαιοποίηση. Ακόμα και η τακτική της πλειοδότησης των ίδιων των τραπεζών και μάλιστα στην τιμή πρώτης προσφοράς, προκειμένου να μην κατρακυλήσει η αξία της κτηματαγοράς, ενέχει τεράστιες αντιφάσεις: α) η αγορά αυτή δεν είναι μόνο λογιστική εγγραφή - οι τράπεζες αναγκάζονται να πληρώσουν ζεστό χρήμα για να καλύψουν μέρος των απαιτήσεων άλλων δανειστών, β) η συσσώρευση ακινήτων στις τράπεζες τις αναγκάζει να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά τους σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ε.Ε., γ) εάν δεν σημειωθεί ταχεία ανάκαμψη της κτηματαγοράς, είναι πολύ αβέβαιο αν οι τράπεζες θα κατορθώσουν να επαναμεταβιβάσουν σε τρίτους αυτά τα ακίνητα με κέρδος (πολλώ δε μάλλον όταν ταυτόχρονα τα funds έχουν πολύ μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους λόγω της αγοράς των δανείων σε πολύ χαμηλότερες τιμές, γεγονός που τείνει να συμπιέσει περαιτέρω την αξία της κτηματαγοράς). 
Έτσι, αυτή η πολιτική φαίνεται να αναπαράγει όλες τις αντιφάσεις της μνημονιακής πολιτικής: ενώ υποτίθεται ότι η εσωτερική υποτίμηση και η λιτότητα θα οδηγούσαν σε μείωση του δημόσιου χρέους, συνέβη ακριβώς το αντίστροφο.
Mόνη προστασία για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα είναι να γιγαντώσει το κίνημα κατά των πλειστηριασμών, που πρέπει πλέον εκτός από κίνημα ειρηνοδικείων να γίνει κίνημα γειτονιάς.