Από το κακό στο χειρότερο εξελίσσεται η κατάσταση στη Συρία, με φόντο την κατάρρευση του σχεδίου Κέρι-Λαβρόφ πιο γρήγορα και από ό,τι θα περίμενε και ο πιο σκεπτικιστής απέναντι στη βιωσιμότητά του…

Οι εκεχειρίες είναι θνησιγενείς για μια σειρά λόγους. Ο Άσαντ βρίσκεται στην επίθεση, αντιλαμβάνεται την ευνοϊκή συγκυρία (οι περισσότεροι «χορηγοί» της αντιπολίτευσης έχουν αποστασιοποιηθεί, π.χ. οι Σαούντ έχουν επικεντρωθεί στην ισοπέδωση της Υεμένης, ενώ η Τουρκία δίνει πλέον προτεραιότητα στην «κουρδική απειλή»), και επιχειρεί να αξιοποιήσει την αδυναμία των αντιπάλων του με –διακηρυγμένο δημόσια– στόχο «να ανακαταλάβουμε όλα τα εδάφη της Συρίας». Δεν βρισκόμαστε στο 2012 ή το 2013, όταν το καθεστώς ήταν ετοιμόρροπο. Πλέον, οι ασαντικές δυνάμεις δείχνουν να αντιλαμβάνονται τις διαπραγματεύσεις και τις εκεχειρίες περισσότερο ως «ενοχλητική καθυστέρηση»… 
Ταυτόχρονα, στις γραμμές των αντικαθεστωτικών υπάρχει η αυξανόμενη ηγεμονία της Αλ Νούσρα, η οποία με την αποτελεσματικότητά της στην άμυνα του Χαλεπίου έχει αναδειχθεί σε στρατιωτική ηγεσία και κεφαλαιοποιεί τον ρόλο της και πολιτικά. Οι εκεχειρίες δεν αφορούν την Αλ Νούσρα, ενώ «ο διαχωρισμός των αντικαθεστωτικών από τους μαχητές της», που απαιτεί ο Κέρι, δεν γίνεται πλέον δεκτός από πολλές ένοπλες ομάδες (που ιεραρχούν την έμπρακτη βοήθεια των τζιχαντιστών ψηλότερα από τη ρητορική στήριξη ή τις υποσχέσεις των ΗΠΑ). Η ενίσχυση του ρόλου της σκληροπυρηνικής τζιχαντιστικής οργάνωσης απομακρύνει επίσης τις πιθανότητες ειρήνης (η Αλ Νούσρα «θρέφεται» από τη συνέχιση του πολέμου και εφαρμόζει τις πιο άγριες πρακτικές απέναντι σε όποιον θεωρεί «αντίπαλο»).  
Επίσης, ακόμα και όταν υπάρχει «εκεχειρία», διεξάγεται ένας πόλεμος που δεν σταματά ποτέ: Η εκστρατεία της διεθνούς συμμαχίας υπό τις ΗΠΑ κατά του Ισλαμικού Κράτους. Τα θύματα αυτών των βομβαρδισμών δεν γίνονται είδηση στα δυτικά ΜΜΕ με την ίδια ευκολία που γίνονται τα θύματα των ρωσικών βομβαρδισμών. Ακόμα χειρότερα, αυτός ο πόλεμος έχει γίνει πλατιά αντιληπτός ως «καλός» ή έστω «ανεκτός», ακόμα κι αν η πρακτική του θυμίζει συχνά τη ρήση Αμερικάνου στρατηγού στο Βιετνάμ: «έπρεπε να ισοπεδώσουμε την πόλη για να τη σώσουμε». 
Αντίστοιχες πρακτικές εφαρμόζει ο ρωσικός στρατός, με την «τεχνογνωσία» της ισοπέδωσης του Γκρόζνι επί πολέμου στην Τσετσενία και τη στήριξή του στην υλοποίηση του βασικού συνθήματος των οπαδών του Μπάαθ: «Άσαντ ή θα καεί η Συρία!». 
Η ρωσική επέμβαση στο πλευρό του Άσαντ είναι ζωτικής σημασίας για τα συμφέροντα της Μόσχας και μια επίδειξη δύναμης, στρατιωτικά και πολιτικά. Το ότι έχει τη δυνατότητα να ρημάζει για μήνες το Χαλέπι, αγνοώντας τις εκκλήσεις (ή και απειλές) των δυτικών δυνάμεων, είναι μια «εικόνα» των νέων συσχετισμών, που θα ήταν αδιανόητοι πριν μερικά χρόνια: Μόνο οι ΗΠΑ είχαν το «προνόμιο» να δρουν με τέτοιους όρους στο παρελθόν. Και το «παράθυρο» 3 μηνών, καθώς η θητεία Ομπάμα φτάνει στο τέλος της και η νέα ηγεσία θα αναλάβει τον Γενάρη, προσφέρεται για να συνεχίσει ο Πούτιν να στέλνει «το μήνυμα» σε εχθρούς και φίλους. 
Ενδοκρατικός εμφύλιος;
Όσον αφορά τις ΗΠΑ, φέρουν την άμεση ευθύνη για την κατάρρευση της εκεχειρίας αυτή τη φορά: Δεν είχαν περάσει λίγες μέρες από τη συμφωνία, όταν η αμερικανική πολεμική αεροπορία χτύπησε μονάδες του συριακού στρατού. 
Ήταν η πρώτη φορά που ο αμερικανικός στρατός έπληξε δυνάμεις του Άσαντ μετά από 5 χρόνια πολέμου, έγινε σε περιοχή που αυτές επιτίθονταν στο Ισλαμικό Κράτος (και δεν πολιορκούσαν π.χ. άμαχο πληθυσμό ή άλλους αντικαθεστωτικούς, κάτι που θα μπορούσε να «πουληθεί» πιο εύκολα στην κοινή γνώμη), και ήρθε στην πιο απίθανη συγκυρία, λίγο αφότου οι Κέρι-Λαβρόφ είχαν καταλήξει σε μια φιλόδοξη συμφωνία. Φαινομενικά δείχνει όντως «λάθος». Αλλά κανείς δεν μπορεί να καταπιεί –απολύτως δικαιολογημένα– αυτή την εξήγηση. Πολύ πιο βάσιμη είναι η εκτίμηση ότι το χτύπημα ήταν μια «προβοκάτσια» ακριβώς για να τορπιλιστεί η συμφωνία. Αυτή υποτίθεται ότι, αν περπατούσε για αρκετό διάστημα, θα άνοιγε το δρόμο σε μια πιο διευρυμένη αμερικανορωσική συνεργασία. Είναι γνωστό ότι σε δυνάμεις μέσα στη CIA και μέσα στο Πεντάγωνο, αυτή η προοπτική δεν άρεσε καθόλου.  
Όπως αναφέρει σε άρθρο του στην «Καθημερινή» ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, η καλά ενημερωμένη για θέματα άμυνας και ασφάλειας ισραηλινή ιστοσελίδα Debka έγραψε πως διεξάγεται μυστική έρευνα από τον Ομπάμα για να ανακαλύψει ποιος διέταξε την επίθεση. Και προφανώς μια τέτοια ενέργεια (που στρέφεται ενάντια στην επίσημη κυβερνητική πολιτική) δεν μπορεί να ήταν ατομική απόφαση μεμονωμένου αξιωματούχου. 
Όπως και να έχει, το κλίμα έχει ανατραπεί πλέον. Από τους όρκους πίστης στη «διαδικασία της Γενεύης» και την «πολιτική λύση» και τα μεγάλα λόγια για «συνεργασία κατά της τρομοκρατίας», έχουμε καταγγελίες για «εγκλήματα πολέμου» και επιστροφή στη συζήτηση για «επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων» (μια συζήτηση που είχε εκλείψει αφότου άρχισε η ρωσική επέμβαση). Σύμφωνα με διάφορα ρεπορτάζ, εμφανίζονται εισηγήσεις από το Πεντάγωνο για χτυπήματα κατά στρατιωτικών βάσεων του Άσαντ. 
Μέχρι πρότινος, η ρωσική επέμβαση πόνταρε στην εκτίμηση ότι «κανείς δεν θα πάρει την απόφαση να χτυπήσει ρωσικά αεροπλάνα» και ταυτόχρονα «δοκίμαζε» τις διαθέσεις και τα όρια των ανταγωνιστών. Δεν είναι καθόλου απίθανο να υπάρξει αμερικανική προθυμία για απάντηση: Πλήγματα κατά βάσεων του Άσαντ, εκτιμώντας ότι «δεν θα τολμήσει η Ρωσία να απαντήσει στρατιωτικά σε νατοϊκές δυνάμεις» και βάζοντας στον Πούτιν την αντίστοιχη «δοκιμασία». 
Το επίδικο δεν είναι πια ο Άσαντ και η Συρία, αλλά αυτό που ο Λαβρόφ περιέγραψε ως «επιθετική ρωσοφοβία στην καρδιά της αμερικανικής πολιτικής», δηλαδή την εντεινόμενη ανησυχία καθεστωτικών κύκλων στις ΗΠΑ για την άνοδο της Ρωσίας. 
Προοπτικές
Στις ίδιες δηλώσεις, σχολιάζοντας μια πιθανή αμερικανική επιθετικότητα, ο Λαβρόφ είχε μάλλον δίκιο να εκτιμά καθησυχαστικά ότι «ο Ομπάμα δεν θα ήταν ποτέ σύμφωνος με ένα τέτοιο σενάριο». Μόνο που η εποχή Ομπάμα φτάνει στο τέλος της. 
Η πολιτική Ομπάμα δεν ήταν προφανώς καθόλου «ειρηνική», αλλά επεδίωκε να διαχειριστεί με σύνεση την κάμψη της αμερικανικής ισχύος (γι’ αυτό πήρε το «χρίσμα» της άρχουσας τάξης το 2008). Αλλά πλέον πυκνώνουν οι κραυγές εναντίον του για «δειλία». Αυτό αντανακλά αναζητήσεις στην πολιτικοστρατιωτική ηγεσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού: Πού σταματά η «προσαρμογή στους νέους συσχετισμούς» και ξεκινά η «απαράδεκτη υποχώρηση»; 
Σε αυτό το υπόβαθρο διεκδικεί την προεδρία η Χίλαρι. Η «γερακίνα» που στήριξε τον πόλεμο στο Ιράκ, που πρωτοστάτησε στην πολεμική εξόρμηση στη Λιβύη, που διαφώνησε με την άρνηση του Ομπάμα να εμπλακεί αποφασιστικά στον πόλεμο στη Συρία, που χτίζει την προεκλογική της εκστρατεία γύρω από την ανοιχτή στήριξη κορυφαίων νεοσυντηρητικών και στελεχών των ενόπλων δυνάμεων...