Η κυβέρνηση έχει καταθέσει σχέδιο νόμου για τον Κώδικα Μετανάστευσης και ισχυρίζεται ότι αυτό διαπνέεται από ένα πιο ανοικτό και αντιγραφειοκρατικό πνεύμα από την προηγούμενη νομοθεσία. Παρά τους ισχυρισμούς της όμως, το νομοσχέδιο χαρακτηρίζεται από τις προκαταλήψεις και τις φοβίες της κρατικής ελίτ για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Στα 139 άρθρα του νομοσχεδίου περιλαμβάνονται ρυθμίσεις που έχουν να κάνουν κυρίως με τις προϋποθέσεις και τα έγγραφα για την είσοδο στη χώρα, με τις διάφορες κατηγορίες αδειών διαμονής, τις σπουδές από πολίτες τρίτων χωρών, την επανένωση νόμιμων μεταναστών με τις οικογένειες τους και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μεταναστών δεύτερης γενιάς.

Οι κυβερνητικές προτάσεις δεν αντιμετωπίζουν καθόλου τις στοιχειώδεις ανάγκες των μεταναστών. Έτσι κι αλλιώς η κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει δικαιώματα στους μετανάστες και γι’ αυτό δεν ζητήθηκε ποτέ η γνώμη τους.

Διατάξεις
Οι πιο χαρακτηριστικές διατάξεις είναι:

α) Ο όρος για τα 120 ένσημα, που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας διαμονής ακόμη και ενός έτους, ακολουθεί τη λογική του νόμου 3386/2005 του Προκόπη Παυλόπουλου, ο οποίος, εν ονόματι του κτυπήματος της μαύρης εργασίας (αφού σύμφωνα με τον κ. Παυλόπουλο γι’ αυτήν έφταιγαν οι μετανάστες και όχι οι εργοδότες), απαιτούσε εκτός από διάφορα παράβολα και την εξαγορά ενσήμων... Μέσα όμως στη συγκυρία της κρίσης, αυτός ο όρος όχι μόνο δεν παύει να είναι προκλητικά γελοίος, αλλά μετατρέπεται και σε πολύ επικίνδυνο εργαλείο στα χέρια της κρατικής διοίκησης, ρίχνοντας στον Καιάδα της παρανομίας ένα ολόκληρο κομμάτι μεταναστών που δεν μπορεί να καλύψει αυτή την απαίτηση.

β) Οι όροι για την οικογενειακή επανένωση γίνονται απαγορευτικοί, βάζοντας κριτήρια εισοδηματικά και «ικανού καταλύματος».

γ) Η «άδεια του επί μακρόν διαμένοντος» για τους ενήλικες μετανάστες, ενώ ανοίγει ένα δρόμο εξόδου προς τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες για εύρεση εργασίας, κάνει πολύ αυστηρότερες τις προϋποθέσεις.

δ) Για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς, που είναι ήδη 200.000, προσφέρεται η «άδεια επί μακρόν διαμένοντος» που ανανεώνεται κάθε 5 χρόνια, αντί να νομοθετείται το αυτονόητο δικαίωμα για την απόκτηση ιθαγένειας. Το σκεπτικό πίσω απ’ αυτή την «προσφορά» του υπουργού Εσωτερικών κ. Μιχελάκη είναι ότι έτσι θα αποφεύγουν να ζητούν τα μεταναστόπουλα ιθαγένεια μόνο για τα δικαιώματα που εξασφαλίζει η απόκτησή της.

Σ’ αυτό το σημείο είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις.

Πρώτο, η «διοικητική πρακτική» του ελληνικού κράτους, ξεκινώντας από την αστυνομία και φτάνοντας μέχρι την εκκλησία, θα μεταλλάξει έναν ήδη αντιδραστικό Κώδικα Μετανάστευσης ξεκάθαρα προς το πολύ χειρότερο. Τι μπορούμε να περιμένουμε από ένα κράτος που δεν μαζεύει φόρους από τους εφοπλιστές, αλλά αποδεικνύεται άτεγκτο απέναντι στους μετανάστες εργάτες;

Δεύτερο, το σχέδιο νόμου αναφέρεται μόνο στους νόμιμους μετανάστες στη χώρα (κατά την κυβέρνηση γύρω στις 540.000), αλλά καθόλου στους μετανάστες χωρίς χαρτιά (αυτούς που ονομάζει παράνομους και η ακροδεξιά λαθρομετανάστες). Η κυβέρνηση αρνείται επίσης να κάνει κάποια εκτίμηση για τον αριθμό τους και παίζει συνέχεια το χαρτί της διάσπασης των μεταναστών σε νόμιμους και παράνομους.

Τρίτο, το σχέδιο νόμου δεν προβλέπει κάποια νέα νομιμοποίηση μεταναστών, που θα έσωζε από την κόλαση της παρανομίας (υπερεκμετάλλευση, μαύρη εργασία, πορνεία κλπ) έστω ένα μικρό κομμάτι μεταναστών χωρίς χαρτιά.

Τέταρτο, όσο και αν δεν αρέσει σε πολλούς, το σχέδιο νόμου δεν διαφέρει και πολύ από τη γενική ευρωπαϊκή προσέγγιση του μεταναστευτικού. Η τραγωδία στη Λαμπεντούζα και η σύνοδος κορυφής που επακολούθησε, επιβεβαίωσαν τον κυνισμό και τη  χυδαιότητα των ηγετών της ΕΕ. Οι αποφάσεις που πήραν δεν ήταν η αναθεώρηση της πολιτικής μηδενικής ανοχής στους μετανάστες χωρίς χαρτιά, αλλά αντίθετα η ενίσχυση των μέτρων φύλαξης των εξωτερικών συνόρων από τους λεγόμενους «λαθροεισβολείς».

Έτσι κι αλλιώς, πριν ακόμη πραγματοποιηθεί η σύνοδος κορυφής, η κοινή γνώμη της ΕΕ δέχτηκε ένα ακόμη κτύπημα σοκ από την οργανωμένη ρατσιστική καμπάνια ενάντια στους Ρομά αυτή τη φορά, σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο έλληνας πρωθυπουργός δεν ήταν έξω από τα νερά του και  διέπρεψε σαν αστέρας, με την επιμονή του στο ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης που τάχα αποσταθεροποιεί τις χώρες του Νότου.

Αντιδράσεις
Το σχέδιο νόμου συνάντησε την απόρριψη από την Αριστερά όλων των αποχρώσεων. Ταυτόχρονα όμως η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη και με την υστερία της άκρας Δεξιάς που αντικειμενικά ο ρόλος της είναι η εξωτερική στήριξη των κυβερνητικών πρωτοβουλιών, εξασκώντας αντίρροπη πίεση.

Αυτό που εντυπωσίασε περισσότερο στην επιχειρηματολογία των ρατσιστών και φασιστών είναι ο φόβος ότι η «λαθρομετανάστευση θα πνίξει το ελληνικό έθνος». Αυτός ο φόβος όμως δεν έχει να κάνει με αυτή καθεαυτή την υπόσταση του έθνους, αλλά με την απειλή μιας πλατιάς δημοκρατικής και λαϊκής πλειοψηφίας ελλήνων και μεταναστών εργατών, που θα περιθωριοποιούσε όλες τις αντιδραστικές δυνάμεις. Να γιατί ταλανίζει το χώρο τους το ερώτημα «Και αν γίνει πρωθυπουργός ο Τσίπρας και νομιμοποιήσει ένα εκατομμύριο μετανάστες, τότε τι κάνουμε;».

Ρατσισμός
Ο Κώδικας Μετανάστευσης δεν έχει όμως μόνο νομικό ενδιαφέρον. Με την κυβέρνηση  να είναι περισσότερο ασταθής από ποτέ, ο ρατσισμός –η διάσπαση των εργαζόμενων σε Έλληνες και μετανάστες– είναι ένα από τα πιο χρήσιμα πολιτικά όπλα ενάντια στην Αριστερά και ιδιαίτερα στον ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό ο Κώδικας Μετανάστευσης είναι ένας από τους κρίκους μιας αλυσίδας μαχών που έχει μπροστά της η ριζοσπαστική Αριστερά.

Έχει να παλέψει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, την ανέγερση του τζαμιού στην Αθήνα, το νέο αντιρατσιστικό νόμο, το νέο νόμο για την Ιθαγένεια, τις διώξεις αντιφασιστών ακτιβιστών. Αυτές τι μάχες δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε και η κυβέρνηση θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να επιβάλει αυτή την ατζέντα ενόψει των ευρωεκλογών και των δημοτικών εκλογών.

Αυτές τις μάχες όμως πρέπει και μπορούμε να τις κερδίσουμε. Πρώτα απ’ όλα βασισμένοι στη  δημοκρατική παράδοση της Αριστεράς, που δεν αποδέχεται το διαχωρισμό των ανθρώπων σε ανώτερους που έχουν προνόμια και σε κατώτερους που δεν έχουν στοιχειώδη δικαιώματα. Η κοινωνική και πολιτική ισοτιμία είναι για την Αριστερά μια αρχή απ’ την οποία δεν μπορεί να διαχωριστεί.

Πάνω σ’ αυτή τη βάση πρέπει να πολεμήσουμε για τη νομιμοποίηση των μεταναστών, για την ιθαγένεια σ’ όλα τα παιδιά, για το άσυλο στους πρόσφυγες και πάντα σε σύνδεση με την κεντρική αναμέτρηση ενάντια στην πολιτική του μνημονίου. Έτσι κι αλλιώς αυτά τα άμεσα αιτήματα μπορούν να γίνουν πράξη μόνο από μια κυβέρνηση της Αριστεράς.