Πριν μια βδομάδα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Π. Παυλόπουλος διαβεβαίωνε τηλεφωνικά τον Ερντογάν: «Στον κοινό αγώνα κατά της τρομοκρατίας τίποτε δεν χωρίζει Ελλάδα και Τουρκία». Την ίδια ώρα βέβαια αρνιόταν να συναντηθεί μαζί του! Παρόμοια, με δηλώσεις τους οι πολιτικοί στην Ελλάδα «καταδίκασαν απερίφραστα», «εξέφρασαν αποτροπιασμό» κλπ. κλπ. Όμως, πέρα από τις τυπικές φράσεις, πουθενά δεν ξεσηκώθηκε ένα κλίμα αντίστοιχο των «je suis». Πουθενά δεν οργανώθηκε μαζική συναισθηματική συμπαράσταση, έστω και πιο περιορισμένων διαστάσεων.

Κι όμως, το χτύπημα στη Ρέινα το βράδυ της Πρωτοχρονιάς το αποκάλεσαν τα ΜΜΕ, και σωστά, «τουρκικό Μπατακλάν». Συνολικά, η Τουρκία το 2016 μέτρησε εκατοντάδες νεκρούς από τις βόμβες και τις επιθέσεις αυτοκτονίας των τζιχαντιστών, χώρια από τα 300 θύματα του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Ιούλη. Είναι άραγε οι αδικοχαμένοι άνθρωποι στη Γαλλία πιο προσφιλείς από τους πολλαπλάσιους νεκρούς στη γειτονική Τουρκία; 
Όμως και έξω από την Ελλάδα, στην Ευρώπη και γενικότερα στη Δύση, δεν υπήρξε κάποια προσπάθεια για συνταύτιση στην οργή και τον πόνο για τα «θύματα της τρομοκρατίας». Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως στο Βερολίνο, δεν φωταγωγήθηκαν μνημεία στα χρώματα της τούρκικης σημαίας και δεν ξεκίνησε καμιά εκστρατεία στο Φέισμπουκ αντίστοιχης αυτών για το «Charlie Hebdo», το Μπατακλάν και τις Βρυξέλλες.  Φαίνεται πως αλλιώς κοστολογούνται οι νεκροί στις μητροπόλεις του καπιταλισμού και διαφορετικά οι δολοφονημένοι σε Άγκυρα και Ιστανμπούλ… 
Φταίει μήπως η υποτίμηση των «πολιτισμένων» Δυτικών απέναντι σε μια ισλαμική χώρα; Ο –άλλοτε καλυμμένος κι άλλοτε απροκάλυπτος–  ρατσισμός των αρχουσών τάξεων της Δύσης είναι σάρκα από τη σάρκα όλων των ηγετικών ελίτ των ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό είναι διαπιστωμένο ξανά και ξανά στην πρόσφατη Ιστορία, όμως στην περίπτωση των χτυπημάτων στην Τουρκία ο κλασικός σωβινισμός της Δύσης δεν είναι επαρκής εξήγηση. 
Σε ένα άρθρο του τον περασμένο Οκτώβρη, ο δημοσιογράφος Πέτρος Παπακωνσταντίνου περιέγραψε αδρά το καθεστώς Ερντογάν: «…δεν ακτινοβολεί συμπεριφορά ηγεμονικής δύναμης, αλλά καθεστώς πολιορκημένου φρουρίου». Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή η Τουρκία δέχεται τα τρομοκρατικά χτυπήματα το ένα πίσω από το άλλο.
Το καθεστώς Ερντογάν έχει εμπλακεί στρατιωτικά στη Συρία και το Ιράκ, πέρα από τις συνεχείς επιχειρήσεις κατά της κουρδικής αντίστασης μέσα στα τουρκικά σύνορα. Η καταστολή στο κοινοβουλευτικό HDP έφτασε μέχρι τη σύλληψη των ηγετών του. Κάθε κίνηση της τουρκικής κυβέρνησης μοιάζει να γίνεται σε κινούμενη άμμο και να τη βυθίζει βαθύτερα.
Ταυτόχρονα ο Ερντογάν προειδοποιεί, με τη στάση του, τους δυτικούς ιμπεριαλιστές: να μην ξεχάσουν την Τουρκία στη νέα μοιρασιά των περιοχών που θα ανακαταληφθούν με την αναμενόμενη συντριβή του ISIS. Η τουρκική κυβέρνηση είναι επιθετική και φιλοπόλεμη, και δεν υπάρχει το παραμικρό καλό πράγμα που μπορεί να περιμένει κανείς από αυτή. 
Όμως, ο διάβολος πάντα θα κρύβεται στις λεπτομέρειες. Η ελληνική Αριστερά συνήθως πρόθυμα και εύκολα καταδικάζει την «τουρκική επιθετικότητα». Αντίθετα, επιφυλάσσει μονίμως στο ελληνικό κράτος το ρόλο του θύματος και του αμυνόμενου. Έτσι, αυτή η Αριστερά αφήνει να της διαφύγει ένα μικρό, αλλά κρίσιμο σημείο: Η κυβέρνηση Ερντογάν είναι πράγματι απειλή για την ειρήνη, αλλά βρίσκεται σε αντιπαλότητα με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον κύριο εχθρό των καταπιεσμένων της Μέσης Ανατολής. 
Από την άλλη, η ελληνική κυβέρνηση είναι σε απόλυτη συνεργασία με τους δυτικούς ιμπεριαλιστές. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εφαρμόζει με ιδιαίτερη θέρμη την πολιτική του συμμαχικού τόξου: Ισραήλ-Ελλάδα-Νότια Κύπρος-Αίγυπτος. Ο Τσίπρας όχι μόνο είναι σε συνεννόηση με το σιωνιστικό κράτος και τη δικτατορία του Σίσι στην Αίγυπτο, αλλά είναι αυτός που επέβαλε την παρουσία του νατοϊκού στόλου στο Αιγαίο. Η Άγκυρα τοποθετήθηκε ενάντια στην εμπλοκή αυτή στο Αιγαίο.
Η σχεδόν απροσχημάτιστα υποτιμητική στάση της Δύσης απέναντι στους νεκρούς της Τουρκίας από τα χτυπήματα των τζιχαντιστών μόλις που κρύβει τη χαιρεκακία για τα προβλήματα της τουρκικής κυβέρνησης. Ο Ερντογάν σήμερα ελπίζει να στηριχθεί διεθνώς περισσότερο στην όποια ανοχή της Ρωσίας παρά στο ΝΑΤΟ, του οποίου είναι μέλος. 
Αντίθετα, η ελληνική (και η ελληνοκυπριακή) άρχουσα τάξη έχει στοιχηθεί απόλυτα με τον ιμπεριαλισμό της Δύσης, αναμένοντας ευνοϊκή στάση στη μοιρασιά θαλασσίων οδών και κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. 
Και η ελληνική Αριστερά θα βρεθεί σε δεινή και ντροπιαστική θέση, αν, για να αντιμετωπίσει τη Σκύλλα, κλείσει τα μάτια και ταχθεί με τη Χάρυβδη…