Η απαγόρευση του μπουρκίνι σε αρκετές γαλλικές παραλίες παρουσιάζεται από πολλούς ως «απελευθέρωση της γυναίκας από ένα σύμβολο καταπίεσης». Μάλιστα έπειτα από κάθε τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία (και οι γαλλικές κυβερνήσεις έχουν πάρει πολλές), ακόμα και στην περίπτωση που γυναίκες έχουν επιλέξει να φορούν αυτά τα σύμβολα, ξεκινά μια μεγάλη συζήτηση για «πόσο ελεύθερη είναι τελικά αυτή η επιλογή» και κατά πόσο έχουν «εσωτερικεύσει την καταπίεσή τους».

Ωστόσο, η καταπίεση της γυναίκας στα θεοκρατικά καθεστώτα, η καταπίεση στο σπίτι και η πολύ μεγάλη συζήτηση για την «ελευθερία επιλογής» και την «εσωτερίκευση της καταπίεσης», αφορά πολύ ευρύτερα πράγματα από τη μαντίλα και πηγαίνει πολύ βαθύτερα από το τι λέει ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα. Όταν όμως ανακινούνται στο φόντο απαγορεύσεων και επιχειρούν να στρέψουν αποκλειστικά εκεί τη συζήτηση, καταλήγουν σε έναν επικίνδυνο αποπροσανατολισμό: Εξαφανίζεται αίφνης ο κρατικός εξαναγκασμός, η βίαιη επιβολή του κράτους πάνω στο ντύσιμο ή γδύσιμο του γυναικείου σώματος, ο στιγματισμός μιας μερίδας του γυναικείου πληθυσμού.
Είναι αυτή η πραγματικότητα που κάνει επιτακτική την υπεράσπιση του δικαιώματος στη μαντίλα ή το μπουργκίνι. Πρόκειται για κάτι διαφορετικό από την υπεράσπιση της ίδιας της μαντίλας ή του μπουργκίνι. Είναι η υπεράσπιση ενός αυτονόητου δικαιώματος. Το οποίο δυστυχώς δεν είναι τόσο αυτονόητο ούτε για το σύνολο της Αριστεράς ή για κάποιες μερίδες του φεμινιστικού κινήματος.
Γιατί οι απαγορεύσεις αυτές ούτε συμβάλλουν στη γυναικεία απελευθέρωση ούτε υπερασπίζονται τη κοσμικότητα, όπως νομίζουν κάποιοι.
Όσον αφορά το τελευταίο, το αίτημα για κοσμικότητα, όταν προέρχεται από την Αριστερά, αφορά το διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία, την αποστέρηση των προνομίων που συχνά απολαμβάνει το ιερατείο της κυρίαρχης, πλειοψηφικής θρησκείας μέσα από τη διαπλοκή του με το κράτος. Δεν αφορά την παρέμβαση του κράτους στα θρησκευτικά ζητήματα με τρόπο που αποτελεί καταπίεση των πιστών. Αυτό καταλήγει σε έναν «κοσμικό φονταμενταλισμό» που μπορεί να ανταγωνιστεί σε ζήλο τον «θρησκευτικό φονταμενταλισμό», όταν φτάνει στο πεδίο των απαγορεύσεων και της επιβολής κανόνων συμπεριφοράς, ένδυσης, διατροφής κλπ.
Πέρα από αυτό, καμία πρόοδος δεν επιτεύχθηκε με τον εξαναγκασμό «από τα πάνω». Το βίαιο «γδύσιμο» μιας γυναίκας, όπως και το βίαιο «ντύσιμο» δεν φέρνουν καμία πρόοδο στο ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης. Ειδικά στο σύγχρονο κόσμο (της έξαρσης της ισλαμοφοβίας ως εργαλείου σκοπιμοτήτων) αποτελεί μια βαθιά οπισθοδρόμηση προς τον ρατσισμό, τον αυταρχισμό και τον έλεγχο πάνω στο γυναικείο σώμα.
Επιπλέον, η εμπειρία έχει επιβεβαιώσει πλέον το επιχείρημα ότι αυτές οι απαγορεύσεις προκαλούν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που διακηρύσσουν: Οι γυναίκες περιθωριοποιούνται. Προτιμώντας (ή εξαναγκαζόμενες) να μη βγάλουν από πάνω τους τη μαντίλα, είναι μονόδρομος γι’ αυτές να στερηθούν την πρόσβαση στο σχολείο ή τη δυνατότητα να πάνε ώς την παραλία κ.ο.κ. Κλείνονται στο σπίτι.
Αντιμέτωπες με ένα εχθρικό κράτος και μια επιθετική «κοσμικότητα», περισσότερο απομακρύνονται από την κοινωνία που αυτό ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί και ευκολότερα «οχυρώνονται» πίσω από τους τρόπους ζωής, ένδυσης κ.λπ. που αντιλαμβάνονται ως «ταυτότητα» –ιδιαίτερα όταν το ίδιο κράτος τούς στερεί πολιτικές ελευθερίες ή τις βυθίζει στην οικονομική ανέχεια.
Και είναι σε ένα τέτοιο περιβάλλον που μπορούν και βρίσκουν ακροατήρια οι πιο ακραίες εκδοχές του πολιτικού ισλάμ, που στηρίζονται στην ιδέα ότι «είναι αδύνατη η αρμονική συνύπαρξη με τους αλλόθρησκους». Μια ιδέα που η ισλαμοφοβική πολιτική των δυτικών κυβερνήσεων κάνει βιωμένη πραγματικότητα για πολλούς-ές μουσουλμάνους-ες.
Την «απελευθέρωσή» τους θα την κατακτήσουν οι ίδιες οι γυναίκες μουσουλμάνες. Και στην προσπάθειά τους αυτή οφείλουμε να τις στηρίξουμε. Κάθε γυναίκα που επιλέγει η ίδια να «βγάλει τη μαντίλα» και συναντά αντίδραση, αξίζει την υποστήριξή μας. Αλλά η διαδρομή μέσα από την οποία φτάνει έως εκεί δεν είναι και αποτέλεσμα ενός πατερναλιστικού διδακτισμού που καλεί μονότονα «να βγάλουν τη μαντίλα». Αυτή είναι μια επιλογή που αφορά τις ίδιες. Είναι πολλές γυναίκες που φορούν μαντίλα και μάχονται δυναμικά για τα δικαιώματά τους στην Ευρώπη. Είναι πολλές οι αγωνίστριες στη Μέση Ανατολή που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των μεγάλων αγώνων για δημοκρατία μετά το 2011, φορώντας τις μαντίλες τους.
Στην Αλγερία, οι γυναίκες του δημοκρατικού-αριστερού FLN στράφηκαν μαζικά προς τη μαντίλα, ως σύμβολο της πάλης ενάντια στους Γάλλους αποικιοκράτες. Στην Τυνησία, όπου υπάρχει παράδοση γυναικείου κινήματος, ήταν οι ίδιες οι Τυνήσιες αγωνίστριες που κατήγγειλαν τις διαβόητες FEMEN, όταν αυτές επιχείρησαν να χλευάσουν το ισλάμ ως «πεφωτισμένες δυτικές» στο όνομα υποτίθεται της γυναικείας απελευθέρωσης. Τα πράγματα λοιπόν είναι πολύ πιο σύνθετα.
 
ΥΓ.: Τη στιγμή που οι Αιγύπτιες αθλήτριες του γυναικείου μπιτς βόλεϊ δήλωναν περήφανες που αγωνίστηκαν με τα ολόσωμα μαγιό τους, πολλοί αναρωτιούνταν «αν όντως το είχαν επιλέξει οι ίδιες». Κανείς δεν σκέφτηκε ότι μέχρι πρόσφατα όλες οι υπόλοιπες αθλήτριες πραγματικά δεν επέλεγαν το μπικίνι που φορούσαν. Η (ανδροκρατούμενη) ΔΟΕ είχε ορίσει πως στο γυναικείο μπιτς βόλεϊ το μπικίνι δεν πρέπει να είναι μεγάλο. Στα καθ’ ημάς, η (ανδροκρατούμενη) ομοσπονδία γυναικείου βόλεϊ είχε παλιότερα ορίσει πως πρέπει να κοντύνουν τα σορτσάκια των αθλητριών…