Ξεκίνησε την Τετάρτη 4/7 η δίκη για την υπόθεση του «βιαστή της Δάφνης». Η υπόθεση αφορούσε την κράτηση παρά την θέληση της, το βιασμό και την κακοποίηση μιας 23χρονης από έναν 53χρονο, κάτοικο Δάφνης.

Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις που τα θύματα καλούνται να σιωπήσουν, γελοιοποιούνται από την έδρα και σχεδόν ποτέ δεν γίνονται ευρέως γνωστές, η συγκεκριμένη είχε πάρει γιγάντιες διαστάσεις με λαϊκά δικαστήρια να στήνονται για τον θύτη στα μίντια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο λόγος ήταν ότι στο πρόσωπο του υπέρβαρου και ανάπηρου 53χρονου η κοινωνία είδε τον «τέλειο θύτη». Ένα «ανθρωπόμορφο τέρας» ικανό να διαπράξει ένα τέτοιο έγκλημα. Στο πρόσωπο του 53χρονου η κοινωνία είδε ένα ξένο στοιχείο, κάποιον έξω από την κανονικότητά της και για αυτό της ήταν τόσο εύκολο να τον κατηγορήσει. Βλέποντας κανείς τις αντιδράσεις όταν έγινε γνωστή η υπόθεση θα φανταζόταν πως ζούμε σε μια χώρα που τα θύματα γίνονται πιστευτά, δεν υπάρχει κουλτούρα βιασμού και όλοι οι θύτες τιμωρούνται. Όμως η αλήθεια απέχει πολύ από αυτό. 
Οι αντιδράσεις σε αυτήν την περίπτωση ήταν τέτοιες επειδή ο θύτης ήταν ο τέλειος θύτης και το θύμα ήταν το τέλειο θύμα. Κανείς δεν μπορούσε να κατηγορήσει την 23χρονη ότι «προκάλεσε», ότι ήταν ντυμένη «πρόστυχα», ότι στην πραγματικότητα συναίνεσε και λέει ψέματα προκειμένου να κερδίσει κάτι, κατηγορίες που ακούν τα περισσότερα θύματα βιασμού. Όπως και κανείς δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον θύτη: δεν είναι πετυχημένος, γνωστός, όμορφος, δεν είναι κάποιος «που ποτέ δεν φανταζόμασταν ότι θα κάνει κάτι τέτοιο».
Ο βιασμός ως έγκλημα, χρησιμοποιείται για να δημιουργηθούν φανταστικοί εχθροί: πάντα είναι οι άλλοι που βιάζουν, ποτέ οι «κανονικοί» οικογενειάρχες, φοιτητές, φίλοι, σύντροφοι, γονείς. Πάντα είναι οι άλλοι: οι μετανάστες που πειράζουν τις γυναίκες μας, οι απολίτιστοι ξένοι, οι στερημένοι ανάπηροι, οι ψυχικά ασθενείς. Αυτός ο μύθος, βασικό στοιχείο της κουλτούρας βιασμού (της κουλτούρας που θεωρεί τον βιασμό υπευθυνότητα του θύματος ή απεχθές έγκλημα που διαπράττεται μόνο από τους «άλλους») επιτίθεται πρώτα από όλα στις ίδιες τις γυναίκες, τις μαθαίνει πως μόνο οι «διαφορετικοί» βιάζουν άρα αν ο βιαστής τους είναι ένας άντρας καθημερινός ή ακόμα χειρότερα ένας άντρας με εξουσία πάνω τους (εργοδότης, πατέρας, αστυνομικός κλπ) η ευθύνη είναι δικιά τους γιατί «προκαλούσαν» γιατί δεν φρόντισαν να είναι «αρκετά σεμνές». 
Την ίδια άποψη φαίνεται να έχει και η Αδαμαντία Καζάκου, η οποία δηλώνει επιστήμονας της ψυχικής υγείας και σε ρεπορτάζ του Αντένα για την αύξηση των βιασμών τους καλοκαιρινούς μήνες θεώρησε πως φταίει ο… ήλιος και τα κοντά ρούχα, λέγοντας «Σε συνδυασμό με τον ήλιο, ο οποίος ήλιος όπως γνωρίζουμε καλά ενεργοποιεί τη βιταμίνη D,  η βιταμίνη D μας φέρνει και έχουμε ερωτική διάθεση περισσότερο το καλοκαίρι και εκείνη την ώρα, τα ρούχα παίζουνε πολύ δυνατό ρόλο.» 
Η άποψη πως για τους βιασμούς ευθύνονται βιολογικοί παράγοντες ονομάζεται «βιολογισμός» και είναι εξίσου επικίνδυνη με την πιο «κοινωνική» άποψη πως μόνο οι «διαφορετικοί» βιάζουν. Παρουσιάζει τους άντρες σαν έρμαια των ορμονών και των ενστίκτων τους και καλεί τις γυναίκες να προσέχουν και να ντύνονται σεμνά γιατί οι άντρες δεν μπορούν να αντισταθούν στους πειρασμούς.
Στην πραγματικότητα όμως, για τους βιασμούς δεν φταίνε ούτε οι κοντές φούστες, ούτε η ζέστη, ούτε κάποιοι «ανώμαλοι» έξω από το κοινωνικό σύνολο. Ο βιασμός είναι ένα έγκλημα εξουσίας, το οποίο αναπαράγεται μέσα σε αυτό το σεξιστικό σύστημα αξιών ως η ανώτερη μορφοποίηση της βίας κατά των γυναικών, ως μια «τιμωρία» για όσες τολμάνε να έχουν σεξουαλικότητα. 
Όλες αυτές οι θεωρίες είτε «βιολογικές» είτε κοινωνικές, το μόνο που καταφέρνουν είναι να φιμώνουν τα θύματα και να δικαιώνουν τους δράστες. Όπως λέει το φεμινιστικό σύνθημα «οι βιαστές δεν είναι ράτσα ειδική, είναι άντρες καθημερινοί», δεν είναι κάποιοι ανώμαλοι που τους ώθησε κάποια σεξουαλική στέρηση. Είναι εικόνα μιας σεξιστικής κοινωνίας, και της μοιάζουν.