Στην πραγματικότητα ήταν το ίδιο το ελληνικό κράτος που αναγνώρισε την ύπαρξη της γλώσσας αυτής, της «σκοπιανής» και μάλιστα στην ίδια την επικράτειά του: Στην απογραφή του 1920 μάλιστα το ελληνικό κράτος ονομάζει τη γλώσσα αυτή με το όνομά της: μακεδονική.

Το 1928 την ονομάζει μακεδονοσλαυική και το 1940 σλαβική, αλλά σε κάθε περίπτωση τη θεωρεί γλώσσα και όχι ιδίωμα ή διάλεκτο! Ο ίδιος ο Παύλος Μελάς σε επιστολές του προς την αδελφή του, πρωτοδημοσιευμένες το 1926, μιλά επίσης περί μακεδονικής γλώσσας (άσχετης βέβαια με την ελληνική). Ο Κ. Τσιούλκας, προφανώς στην προσπάθεια που έκανε επί δεκαετίες το ελληνικό κράτος για απόσπαση των Μακεδόνων από τη βουλγαρική επιρροή, το 1907 έγραψε για ένα ιδιαίτερον μακεδονικό ιδίωμα «μη σλαβικόν πλησιάζον προς τα ελληνικά»!
Το 1925, ήταν το ίδιο το ελληνικό κράτος που τύπωσε το γνωστό αναγνωστικό ABECEDAR, αναγνωρίζοντας με τον πιο σαφή και ρητό τρόπο την ύπαρξη της γλώσσας, στην προσπάθεια και πάλι απομάκρυνσης του πληθυσμού αυτού από τη βουλγαρική επιρροή, βέβαια.
Ο Φίλιππος Δραγούμης, ο βασικός θεωρητικός του ελληνικού κρατικού μηχανισμού για το μακεδονικό, εξηγεί ήδη από τη δεκαετία του 1940 με κυνισμό το γιατί έπειτα από αυτή την περίοδο η ελληνική πλευρά παύει να αναγνωρίζει την ύπαρξη της μακεδονικής γλώσσας: «Εάν αναγνωρίζομεν σλαυικήν γλωσσικήν μειονότητα εις την [σ.σ. ελληνική]  Μακεδονίαν, διάφορον της βουλγαρικής και της σερβικής, θα μετεπίπτομεν αυτομάτως και αναγκαστικώς εις την σλαυοκομμουνιστικήν θεωρίαν της υπάρξεως ιδιαιτέρας σλαυομακεδονικής εθνότητος». Με άκρατο εθνικισμό και αδιαφορώντας για κάθε επιστημονική γλωσσολογική προσέγγιση, κατέληγε: «Θα μας συνέφερε να τους χαρακτηρίσωμεν ως βουλγαρίζοντας ή βουλγραρόφρονας και όχι ως δήθεν αχρώμους εθνικώς Σλαύους, αφού τους Σλαυομακεδόνας πάντως απεκλείσαμεν».
Ο Φ. Δραγούμης έβλεπε εξαιρετικά μακριά, γι’ αυτό και όλοι οι ταγοί του έθνους, μένουν –παρ’ όλες τις πολιτικές αλλαγές– πιστοί στη γραμμή του μέχρι και σήμερα. Να πόσο μακριά έβλεπε: «Αν λοιπόν αρνηθώμεν ότι οι ξενόφωνοι Έλληνες της Ελλάδος είναι Έλληνες, πού θα στηρίξωμεν ενδεχόμενην αξίωσιν να προσαρτήσωμεν γειτονικά εδάφη, κατοικούμενα εξ ίσου και συμπαγέστερον υπό ομοίων ξενοφώνων πληθυσμών; Πώς θα διεκδικήσωμεν το Αργυρόκαστρον, την Πρεμετήν, την Κορυτσάν, την Μοσχόπολιν, το Μοναστήριον, την Γευγελήν, την Στρούμνιτσαν, το Μελένικον, το Νευροκόπι κ.λπ;».
Παρά την ελληνική και τη βουλγαρική προπαγάνδα, στην πραγματικότητα τα μακεδονικά είναι μια κανονική γλώσσα. Ανήκει μαζί με τα βουλγαρικά στην ανατολική υποομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών, όπως μας λένε οι γλωσσολόγοι, (πολλών Ελλήνων περιλαμβανομένων). Η κωδικοποίηση (σταρντατοποίηση) έγινε, όπως λένε οι γλωσσολόγοι, το 1944, ασφαλώς συνδεδεμένη με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο έδαφος της αντιφασιστικής νίκης των ανταρτών στη Γιουγκοσλαβία. Όμως, δεν ήταν η μόνη γλώσσα που κωδικοποιήθηκε σχεδόν μαζί με την ίδρυση του κράτους: δεκάδες άλλες επίσημες γλώσσες κωδικοποιήθηκαν τον 20ό αιώνα, ταυτόχρονα με τη δημιουργία των κρατών «τους». 
Πολλοί τοποθετούν τις απαρχές της ιδέας της μακεδονικής γλώσσας το 1903 με την έκδοση του βιβλίου του μακεδονιστή Krste P. Misirkov με τίτλο «Για τη μακεδονική υπόθεση», ενώ, όπως και σε άλλες γλώσσες το χτίσιμό της βασίστηκε (σχεδιασμένα ή ασυνείδητα) στη λογοτεχνία. Το λογοτεχνικό έργο του Blaze Koneski αποτέλεσε τη βάση γι’ αυτό το κτίσιμο αλλά συνέβαλλαν κι άλλα έργα όπως «Οι ξενιτεμένοι εργάτες» του Anton Panov και τα ποιήματα του Koco Racin. 
Ασφαλώς όπως λέει ένας διάσημος γλωσσολόγος, «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με στρατό», εννοώντας την κρατική υπόσταση. Και από αυτή την άποψη η μακεδονική είναι μια κανονική γλώσσα από την εποχή της κωδικοποίησής της. Το να λες ότι η μακεδονική (θυμίζουμε: «σκοπιανή» κατά την επίσημη ελληνική φιλολογία) είναι μια διάλεκτος της βουλγαρικής είναι σαν να λες ότι η ολλανδική είναι μια διάλεκτος της γερμανικής. Έτσι κι αλλιώς βέβαια και ολόιδιες να ήταν οι γλώσσες, δεν θα σήμαινε ότι δεν επρόκειτο για διαφορετικά έθνη, δηλ. για Βούλγαρους και για Μακεδόνες. Αλλιώς οι Αυστριακοί θα ήταν Γερμανοί, οι Ιρλανδοί θα ήταν Άγγλοι, οι Λουξεμβούργιοι θα ήταν Γερμανοί και Γάλλοι, οι Ελβετοί θα ήταν Γερμανοί, Γάλλοι και Ιταλοί. Οι Κροάτες θα ήταν Σέρβοι, ή οι Σέρβοι θα ήταν Κροάτες, οι Αργεντίνοι, οι Μεξικάνοι, οι Χιλιάνοι και άλλοι καμιά δεκαπενταριά λαοί της Λ. Αμερικής θα ήταν Ισπανοί. Και φυσικά καμιά 20αριά λαοί που μιλούν αραβικά (από το Ιράκ έως τη Μαυριτανία στον Ατλαντικό) θα ήταν απλώς Αιγύπτιοι (ή μήπως Λιβανέζοι -γιατί όχι Σύροι;).
Όμως το ζήτημα είναι ότι η μακεδονική γλώσσα διαφέρει από τα βουλγαρικά, όπως και πάλι λένε οι γλωσσολόγοι. Π.χ. το τριπλό επιτασσόμενο οριστικό άρθρο (t,v,n) είναι ιδιαιτερότητα της πρότυπης μακεδονικής που λείπει από την πρότυπη βουλγαρική γλώσσα. Επίσης ο τόνος πέφτει πάντοτε στην προπαραλήγουσα, ενώ το πιο σημαντικό είναι πως η μακεδονική είναι η ΜΟΝΗ σλαβική γλώσσα που έχει και παρακείμενο με βοηθητικό το ρήμα «έχω» (όλες οι άλλες σλαβικές γλώσσες έχουν παρακείμενο μόνο με το ρήμα «είμαι»). 
Ήδη από το 1851, η βουλγαρική εφημερίδα «Carigraski Vestnik», που έβγαινε στην Πόλη, έγραφε (6/10): «Να μας συγχωρήσουν οι κάτοικοι των Σκοπίων και όσοι μιλάνε μια τέτοια γλώσσα, αφού δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα μας και δεν μπορούν να τη μιλήσουν»…