Η «χώρα χρειάζεται ανάπτυξη», «η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με την καταστροφή», «να αξιοποιήσουμε παραγωγικά τις πλουτοπαραγωγικές πηγές», «θα πρέπει να κάνει το δημόσιο παραγωγικές επενδύσεις για να βγούμε από την κρίση», «να προστατευθούν αναπτυσσόμενοι παραγωγικοί κλάδοι». Όλα αυτά είναι φράσεις και προτάσεις που επαναλαμβάνονται συχνά από αριστερούς αγωνιστές που τόλμησαν να πάνε κόντρα σε όλα τα μνημόνια (και στο τρίτο και χειρότερο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) και που μάχονται ειλικρινά τις πολιτικές ισοπέδωσης των συντάξεων και του εργατικού εισοδήματος.

Μοιάζει πιο σύντομος δρόμος για διέξοδο από τη φρίκη των μνημονίων το να συσπειρωθούν οι «υγιείς δυνάμεις της χώρας», όλοι όσοι θέλουν ανάπτυξη της οικονομίας και να οργανώσουν την «παραγωγική ανασυγκρότηση». Αλλά το σχέδιο κολλάει σε ένα κρίσιμο σημείο: Δεν αρκεί να κατακτήσεις την πλειοψηφία του κόσμου για να εφαρμόσεις ένα φιλολαϊκό κυβερνητικό σχέδιο. Πρέπει να εξασφαλίσεις την υποταγή στο σχέδιο του μεγάλου κεφαλαίου και των τραπεζιτών. 
Για τους καπιταλιστές, τους εφοπλιστές και τους τραπεζίτες, ένα και μοναδικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση υπάρχει. Μνημόνια στη σειρά και τσάκισμα των εργατικών δικαιωμάτων. Σ’ αυτό το σχέδιο συσπειρώνεται ολόκληρη η αστική τάξη της Ελλάδας και ομοφωνεί απόλυτα με την τρόικα, την Κομισιόν, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το ΔΝΤ.  Όλο το κόστος «για να βγει η χώρα στην ανάπτυξη» έπεσε από την πρώτη μέρα σαν μπαλτάς πάνω στα εισοδήματα των πιο φτωχών. Από την αρχή της κρίσης «περισσεύουν» σε κάθε ανακεφαλαιοποίηση δεκάδες δισ. ευρώ για να σωθούν οι τράπεζες. Ποτέ όμως δεν περισσεύει τίποτα για να γλιτώσουν τα ασφαλιστικά ταμεία. Αντίθετα, τα αποθεματικά τους σπαταλήθηκαν για το PSI και για τη στήριξη ομολόγων και μετοχών που δεν αξίζουν πια ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο είναι τυπωμένα. Και ξανά οι συντάξεις οδηγούνται στον πάγκο του χασάπη. 
Το μεγάλο κεφάλαιο μας διδάσκει ένα πολύ καλό μάθημα: την ταξική μεροληψία. Οι πλούσιοι δέχονται πρόθυμα κάθε θυσία για την πατρίδα… που δεν αφορά όμως τους ίδιους και τα εισοδήματά τους. Και κάθε κυβέρνηση, από την αρχή της κρίσης, συμπεριφέρεται ως επιτροπή έκτακτης ανάγκης για τη σωτηρία του μεγάλου κεφαλαίου και των τραπεζιτών. 
Η ντροπιαστική συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ με τα μνημόνια δείχνει πως κάθε «έντιμος συμβιβασμός», κάθε έκκληση στη «λογική» και στην εθνική συναίνεση έχει κοντά ποδάρια. Άρα, μια μελλοντική κυβέρνηση, που θα θέλει να στηρίξει τα συμφέροντα των πολλών, έχει να διδαχτεί από αυτό και να λειτουργήσει ως επιτροπή έκτακτης ανάγκης υπέρ της εργατικής τάξης και των θυμάτων των μνημονίων. 
Ό,τι είναι λογικό και σωστό για να επιβιώσουν οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι είναι παράλογο και εξωφρενικό για τους πλούσιους. Και το αντίστροφο.  
Είναι δυνατόν να περισσέψει κάτι για τις συντάξεις, την υγεία και την παιδεία, αν δεν σταματήσουμε, εδώ και τώρα, να πληρώνουμε το χρέος και τους τόκους; 
Είναι δυνατόν να λειτουργήσει στοιχειωδώς η οικονομία, αν δεν πάρει το κράτος τη διοίκηση και την ευθύνη των τραπεζών, αν δεν πετάξει στην άκρη κάθε Στουρνάρα και Κατσέλη, κάθε συνεργό των μνημονίων και ευπειθή υπάλληλο των πλουσίων;  
Είναι δυνατόν να σταθεί στα πόδια της η παραγωγή, σε συνθήκες οικονομικού πολέμου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν δεν κρατικοποιηθούν άμεσα οι μεγάλες επιχειρήσεις και δεν λειτουργήσουν σχεδιασμένα για την επιβίωση της εργατικής τάξης και των φτωχών; 
Είναι δυνατόν να λειτουργήσουν αξιοπρεπώς τα νοσοκομεία και τα σχολεία, αν δεν παρθούν μέτρα έκτακτης ανάγκης για τη στήριξή τους, κόντρα στις «προτεραιότητες της αγοράς»; 
Είναι δυνατόν μια κυβέρνηση υπέρ των φτωχών στην Ελλάδα να αντέξει καιρό, χωρίς να στηριχτεί από τα εκατομμύρια των εργατών και εργατριών της Ευρώπης, που έχουν συμφέρον να ανατραπεί η λιτότητα χωρίς τέλος; Είναι δυνατόν να σταθεί μια πραγματικά αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα, χωρίς ντόμινο ανατροπών και εργατικών εξεγέρσεων σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες;   
Ένα μεταβατικό πρόγραμμα «διεξόδου από την κρίση» δεν μπορεί να είναι ένα  «αξιόπιστο και ρεαλιστικό, συγκεκριμένο και λεπτομερές» πρόγραμμα με το οποίο θα αναβάλουμε την κρίσιμη αναμέτρηση με τα αφεντικά και θα κερδίσουμε χρόνο για αργότερα. Πρέπει αντίθετα να είναι πρόγραμμα  μάχης: μ’ αυτό η εργατική τάξη, η νεολαία και οι συνταξιούχοι θα επιχειρήσουμε να θέσουμε υπό έλεγχο την τάξη που θυσίαζε ως τώρα όλη την κοινωνία για να σώσει τον εαυτό της και την κερδοφορία της. Κι αυτή η μάχη δεν έχει εθνικά σύνορα. Ή θα ανάψουμε την πυρκαγιά του ξεσηκωμού στην Ευρώπη ή θα χαθούμε.