Στις 15/05/17 ο ραδιοσταθμός Αιγαίου της ΕΡΤ μετέδωσε μια είδηση, η οποία αναπαράχθηκε πολύ γρήγορα από πληθώρα ΜΜΕ. Σύμφωνα με την είδηση αυτή, το σύνολο των αναισθησιολόγων που εργάζονται στο μοναδικό νοσοκομείο της Σάμου, αρνούνται να συμμετάσχουν στη διαδικασία έκτρωσης, εάν δεν συντρέχει σοβαρός ιατρικός λόγος.

Οι συγκεκριμένοι γιατροί, 12 ολόκληρα χρόνια μετά την ψήφιση του Νόμου 3418/2005 για τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας, θυμήθηκαν ομαδικά  το άρθρο 31  σύμφωνα με το οποίο, «ο ιατρός μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες και τις αρχές της ηθικής συνείδησής του και να αρνηθεί να εφαρμόσει ή να συμπράξει στις διαδικασίες τεχνητής διακοπής της κύησης, εκτός εάν υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της υγείας της». Αφήνοντας στην άκρη τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπόθεσης και παραβλέποντας το γεγονός ότι όταν μια ομάδα αποφασίζει και ανακοινώνει δημόσια ότι θέλει να προβεί σε μια συλλογική πράξη, τότε αυτή ξεφεύγει από τα πλαίσια του ατομικού δικαιώματος και γίνεται συλλογική και  πολιτική,  ας δούμε την ουσία αυτών των απόψεων.
Το δικαίωμα των γυναικών στην έκτρωση στην Ελλάδα,  είναι κατοχυρωμένο νομικά από το 1986 και μετά από πολλούς αγώνες των γυναικών, φεμινιστικών ομάδων αλλά και της αριστεράς. Στις ΗΠΑ, το δικαίωμα αυτό κατοχυρώθηκε το 1973, ενώ στην επαναστατημένη Ρωσία η έκτρωση νομιμοποιήθηκε το 1917 και αποτέλεσε νόμο του κράτους. Πράγματι το άρθρο 31 του νόμου που επικαλούνται οι αναισθησιολόγοι της Σάμου υπάρχει, ενώ δεν θα έπρεπε. Είναι ένα παραθυράκι που δίνει τη δυνατότητα σε όσους γιατρούς το επιθυμούν,  με μόνη αιτιολόγηση την ατομική τους συνείδηση να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή των γυναικών. 
Η αόριστη επίκληση στο ατομικό δικαίωμα του αποφασίζειν των γιατρών είναι υποκριτική γιατί αυθαίρετα θέτει το δικαίωμα ενός διαφωνούντα γιατρού πάνω από το δικαίωμα των γυναικών να ορίζουν το σώμα τους. Με λίγα λόγια η προσωπική άποψη ενός κάποιου γιατρού για το ζήτημα των εκτρώσεων είναι πιο σημαντική από τον εξαναγκασμό μιας γυναίκας να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, εφ΄όσον αυτή δεν το επιθυμεί. Η γνώμη του είναι πιο σημαντική από το γεγονός ότι η γυναίκα που δεν έχει την δυνατότητα να πάει σε μια ιδιωτική κλινική για να πραγματοποιήσει την έκτρωση θα πρέπει να υποστεί το ψυχολογικό και σωματικό μαρτύριο μιας εγκυμοσύνης, την κοινωνική κατακραυγή αν δεν είναι παντρεμένη, την απώλεια της ανεξαρτησίας της η ακόμα και την απώλεια της εργασίας της ή το τέλος των σπουδών της. Μπορεί τέλος να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της πραγματοποιώντας την έκτρωση μόνη της. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, κάθε χρόνο 78.000 γυναίκες σε όλο τον κόσμο πεθαίνουν λόγω μη ασφαλούς έκτρωσης. Παρά αυτό το γεγονός η απόφαση της γυναίκας να προχωρήσει σε έκτρωση θεωρείται καπρίτσιο ή ανευθυνότητα και όχι ζήτημα υγείας. Στην πραγματικότητα κανείς δεν σέβεται τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα των γιατρών, που δουλεύουν υπερωρίες, χωρίς επαρκές ιατροφαρμακευτικό υλικό σε νοσοκομεία που καταρρέουν, κατάσταση που θέτει σε κίνδυνο τις ζωές γιατρών και ασθενών. Εδώ κανείς δεν ακούει την γνώμη των γιατρών και φυσικά δεν τίθεται ζήτημα ατομικής συνείδησης, ούτε «διαρκούς βλάβης υγείας».
Η ουσία της συζήτησης είναι κατά πόσο η έκτρωση είναι αποδεκτή στη σημερινή κοινωνία. Η άνοδος της ακροδεξιάς σε πολλές χώρες του κόσμου έχει ξαναανοίξει αυτή τη συζήτηση. Πολλοί ταυτίζουν την έκτρωση με τη δολοφονία εμβρύων  και ζητούν να απαγορευτεί δια νόμου. Πίσω από τους συντηρητικούς νόμους που ψηφίστηκαν ή προσπάθησαν να περάσουν σε μια σειρά από χώρες, όπως η Πολωνία, πίσω από τις συντηρητικές κραυγές του Τραμπ,  βρίσκεται η «ιερότητα» της οικογένειας. Ενώ η αναπαραγωγή των εργαζομένων, η ανατροφή και το μεγάλωμα γίνονται με ιδιωτικά έξοδα και στηριζόμενα στη διπλή εργασία των γυναικών, ενώ σε πολλές χώρες δεν υπάρχει μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία, ενώ πολλά παιδιά και βρέφη πεθαίνουν από ασιτία,   το δικαίωμα της γυναίκας στο σώμα της μετατρέπεται σε ηθικό και δημόσιο ζήτημα που αφορά την εκκλησία, το κράτος και την κοινωνία. Η υποκρισία των υποστηρικτών της απαγόρευσης γίνεται ακόμα μεγαλύτερη,  εάν θυμηθούμε πόσες γυναίκες  κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα στειρώθηκαν στην Αμερική λόγω των ρατσιστικών νόμων, που υποχρέωναν τις μαύρες, τις ινδιάνες ή τις ανάπηρες να υπογράψουν συμβόλαια στείρωσης. Τίθεται επομένως ένα ζήτημα δικαιώματος όχι μόνο στην έκτρωση αλλά στα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών. Σε αυτές τις συνθήκες το σύνθημα «δικό μου το σώμα, δική μου η επιλογή»  που χιλιάδες γυναίκες φωνάζουν στους δρόμους της Πολωνίας, των ΗΠΑ, της Ισπανίας, της Ιταλίας κ.α γίνεται ο μοναδικός νόμος στον οποίο οφείλουμε να υπακούσουμε.