Μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης ξεκίνησε μια μεγάλη συζήτηση για τη μη εκπροσώπηση γυναικών σε υπουργικές θέσεις.

Όταν ο Μητσοτάκης ρωτήθηκε επί του θέματος δήλωσε πως «υποστηρίζει» την ισότητα των γυναικών, αλλά «οι γυναίκες δεν ενδιαφέρονται να ανελιχθούν στην πολιτική», έδειξε την υποκρισία με την οποία η δεξιά αντιμετωπίζει το ζήτημα της ισότητας των φύλων και της συμμετοχής των γυναικών σε θεσμικό επίπεδο. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να θυμίσουμε ότι αν και σωστά ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε το θέμα της υπο-εκπροσώπησης των γυναικών στην κυβέρνηση, στο όχι και τόσο μακρινό 2015 είχε προκαλέσει την έκπληξη και την οργή πολλών φεμινιστικών συλλογικοτήτων παγκοσμίως αφού στην τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συμμετείχαν μόλις έξι γυναίκες σε ένα  κυβερνητικό σώμα σαράντα ατόμων.  Την ίδια στιγμή που η ισχνή γυναικεία συμμετοχή την κυβέρνηση ΝΔ δημιουργεί αντιδράσεις, σε ευρωπαϊκό επίπεδο δύο γυναίκες βρίσκονται στο κέντρο της προσοχής: Η Κριστίν Λαγκάρντ ως η διάδοχος του Ντράγκι στα ηνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και η Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν ως υποψήφια πρόεδρος της Κομισιόν. Τα συστημικά μέσα, τόσο στην Ελλάδα όσο και ευρωπαϊκά, έτρεξαν να πανηγυρίσουν για την ανάδειξη των γυναικών στα ανώτερα κλιμάκια της ΕΕ, μιλώντας για δικαίωση των «φεμινιστικών αγώνων». Στην πραγματικότητα όμως αυτές οι γυναίκες καμία σχέση δεν έχουν με τις πραγματικές διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος. Ο αστικός «φεμινισμός», τον οποίο αντιπροσωπεύουν, έχει ως μοναδικό στόχο την ανάδειξη των γυναικών σε υψηλόβαθμες θέσεις, μιλώντας μονίμως για το δικαίωμά τους στην εκπροσώπηση.
Είναι αλήθεια πως η εκπροσώπηση των γυναικών είναι σημαντική. Είναι ένα κομμάτι των θεσμικών δικαιωμάτων των γυναικών, το οποίο συνεχώς καταπατάται, με τις γυναίκες να κατέχουν ελάχιστες κυβερνητικές θέσεις και ελάχιστες υψηλόβαθμες θέσεις γενικότερα. Ένας λόγος είναι ο υπάρχων σεξισμός που τις εμποδίζει να ανελιχθούν, που περιλαμβάνει καχυποψία για τις δυνατότητές τους, το δυναμισμό τους, την αντοχή τους κλπ.  Όμως, ο πιο σημαντικός λόγος είναι ότι, λόγω της απλήρωτης εργασίας στο σπίτι και της φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων, με τις οποίες επιφορτίζονται, οι γυναίκες πολύ συχνά δεν έχουν το χρόνο και τις δυνάμεις, ώστε να ανελιχθούν με τους ίδιους όρους όπως οι άντρες.
Όμως ποιες γυναίκες εκπροσωπούνται από τις πολιτικές της Λαγκάρντ (που ως πρόεδρος του ΔΝΤ επέβαλε τα πιο σκληρά αντεργατικά μέτρα και μέτρα διάλυσης του κοινωνικού κράτους μέσω των μνημονίων), της Φον ντερ Λάιεν (συνέταιρου της Μέρκελ) και της Νέας Δημοκρατίας; Σίγουρα όχι η πλειοψηφία των γυναικών. Όποιος κι αν είναι ο διαχειριστής ή διαχειρίστρια των πολιτικών της λιτότητας που αντιπροσωπεύουν αυτές οι γυναίκες, τα πρώτα θύματα θα είναι οι πραγματικές γυναίκες της κοινωνίας, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν αναδειχθεί ως «οι φτωχότερες των φτωχών». Την εποχή των μνημονίων και των πολιτικών της λιτότητας, η ανεργία των γυναικών, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, έχει φτάσει στο 23,7% με πάνω από 10% διαφορά από την αντίστοιχη των αντρών, ενώ οι γυναίκες είναι οι πρώτες που έχουν πέσει θύματα της ελαστικής και την ανασφάλιστης εργασίας, καθώς περίπου το 60 με 70% των επισφαλώς εργαζόμενων είναι γυναίκες, ενώ κατέχουν αντίστοιχη πρωτιά και στις πιο κακοπληρωμένες θέσεις.
Η λογική της εκπροσώπησης των γυναικών σε κυβερνητικές θέσεις βασίζεται στη λογική ότι αυτές οι γυναίκες θα προωθούν μια φεμινιστική ατζέντα. Όταν όμως πρόκειται για γυναίκες του νεοφιλελευθερισμού δεν υπάρχει περίπτωση να προωθηθούν θέσεις που θα βοηθήσουν την πλειοψηφία των γυναικών. Και αυτό γιατί, όταν μιλάμε για γυναίκες, μιλάμε για τις εργαζόμενες, άνεργες, φτωχές, μετανάστριες και ΛΟΑΤΚΙ+ γυναίκες. Αυτές των οποίων τα δικαιώματα καταπατούνται συνεχώς, αυτές που βιώνουν πρώτες τις καταστροφικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές.
Είναι ο ορισμός της υποκρισίας να μιλάνε για φεμινισμό και για εκπροσώπηση των γυναικών οι ίδιες/οι που για χρόνια οδήγησαν χιλιάδες γυναίκες στη φτώχια και την εξαθλίωση, οι ίδιες/οι που ψήφισαν και πρότειναν μέτρα που επιδείνωσαν ακόμα περισσότερο τη θέση των γυναικών. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως προηγούμενη κυβέρνηση, προσπάθησε να αντλήσει πολιτική υπεραξία, διατυμπανίζοντας ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματα των γυναικών, ενώ στελέχη και υποστηρικτές του έτρεξαν να κατηγορήσουν τον Μητσοτάκη για την έλλειψη γυναικών στη νέα κυβέρνηση. Δεν ξεχνάμε πως επί ΣΥΡΙΖΑ οι αναπληρώτριες με επαπειλούμενη εγκυμοσύνη δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν άδεια και πως επί συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-Νέας Δημοκρατίας-ΛΑΟΣ (κυβέρνηση Παπαδήμου) διαπομπεύτηκαν οι οροθετικές εργαζόμενες στη βιομηχανία του σεξ. Και οι δύο έχουν καταθέσει και ψηφίσει μέτρα που οδήγησαν στη διάλυση του κοινωνικού κράτους, ρίχνοντας στις πλάτες των γυναικών τη φροντίδα παιδιών, ηλικιωμένων και αρρώστων, ενώ ταυτόχρονα τους στέρησαν την πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας, διέλυσαν και υποστελέχωσαν τα κέντρα κακοποιημένων γυναικών και τις άφησαν απροστάτευτες στην εργοδοτική αυθαιρεσία.
Οι γυναίκες δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από υποκριτικές κυβερνήσεις, κόμματα και «φεμινίστριες» στελέχη της ΕΚΤ, του ΔΝΤ και της Κομισιόν που, ενώ διακηρύττουν την πίστη τους στην ισότητα, δεν κάνουν το παραμικρό για να βελτιωθεί η κοινωνική θέση των γυναικών. Όποια κι αν είναι η αντιπροσώπευση των γυναικών στη νέα κυβέρνηση ή στα κλιμάκια της ΕΕ, αυτό δεν αλλάζει την πολιτική τους κατεύθυνση: την κατεύθυνση του νεοφιλελευθερισμού, της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, της επίθεσης στα δικαιώματα των εργατών, των γυναικών και των μεταναστριών. Μια σεξιστική και άκρως μισογυνιστική πολιτική.