Συχνά οι διαμορφωτές της «κοινής γνώμης», όπως ο Άρης Πορτοσάλτε του Σκάι και ο πολύς Στέλιος Ράμφος, βιάζονται να αναγγείλουν το θάνατο της ταξικής πάλης.

Παλιότερα, στους καιρούς που ο καπιταλισμός στην Ευρώπη ευημερούσε χωρίς κρίσεις, τις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτές οι ιδέες έδειχναν ταιριαστές με την πραγματικότητα –τουλάχιστον της ανεπτυγμένης Δύσης. Ήταν τα χρόνια που τα think tank της αστικής τάξης, όπως ο Ραλφ Ντάρεντορφ, ανακοίνωναν πως «βρισκόμαστε μπροστά στην εξάλειψη των κοινωνικών διαφορών» και ότι οι μικρές διαφορές, που θα διατηρούνταν, θα ήταν απλώς το αποτέλεσμα της εκπαίδευσης.
Αλλά και μια γενιά αργότερα, με τον νεοφιλελευθερισμό να επελαύνει, ο Άντονι Γκίντενς, το βαρύ πυροβολικό επί της θεωρίας των Νέων Εργατικών του Μπλερ, επιχειρηματολογούσε πως και η σοσιαλδημοκρατία έχει να εφαρμόσει την ίδια ουσιαστικά πολιτική, αλλά «με κοινωνική ευαισθησία». Το επιθετικό «there is no alternative» της λιτότητας και των περικοπών μπορεί να το διατύπωσε η Θάτσερ, αλλά το εμπέδωσαν στις κοινωνίες η «Αριστερά» της διαχείρισης και οι διανοούμενοί της, που βιάστηκαν να αποχαιρετίσουν την ταξική πάλη. 
Τώρα, που η κρίση σκίζει στα δύο την κοινωνία σε κάθε χώρα της Ευρώπης, τώρα που από τον ανήσυχο Νότο μέχρι τις Βρυξέλες και το Παρίσι η ταξική οργή έρχεται ξανά και ξανά να διεκδικήσει τους δρόμους, τώρα η «υψηλή διανόηση» παίρνει αποστάσεις και σωπαίνει μπροστά στην επιστροφή των οξυμένων ταξικών αντιθέσεων. Και στο στίβο της πάλης των ιδεών κατεβαίνουν οι δεύτερης (τουλάχιστο) σειράς «στοχαστές», όσοι έσπευσαν να στρατευτούν στους «Μένουμε Ευρώπη». Μάλιστα το επιχείρημα πλέον είναι πως η ταξική πάλη είναι ξεπερασμένη, επειδή… διαχωρίζει τους ανθρώπους σε αντίπαλα στρατόπεδα. «Ο λόγος της δεξιάς είναι ενωτικός, ο λόγος της αριστεράς είναι διχαστικός» δηλώνει ευθαρσώς ο κ. Ράμφος. 
Όμως είναι η πραγματικότητα που διχάζει την κάθε κοινωνία: Πάντα είναι οι εργάτες, ο Γιάννης ή ο Χασάν, που χάνονται και σακατεύονται στα ατυχήματα στην παραγωγή, ποτέ οι «επενδυτές» και οι ιδιοκτήτες ή έστω οι εργολάβοι. Από τα χρόνια πριν την κρίση, όταν καταπλακώνονταν στον σεισμό οι εργάτες της Ρικομέξ και εκτοξεύονταν ταυτόχρονα στα ύψη οι μετοχές της στο χρηματιστήριο, η εργατική τάξη ήταν αυτή που έπαιρνε το μικρότερο μερίδιο στην ευημερία και τη μερίδα του λέοντος όταν έπρεπε να πληρωθούν τα «σπασμένα».    
Η κρίση άφησε απλώς την πραγματική ζωή χωρίς τα φτιασίδια της «κοινωνικής ειρήνης». Τώρα η λιτότητα, η ανεργία και η κατάθλιψη είναι η καθημερινότητα για τον κόσμο της εργασίας. Τώρα, το κράτος προσλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά αστυνομικούς και παπάδες, ενώ στα δημόσια νοσοκομεία λείπει απελπιστικά το προσωπικό και τα στοιχειώδη αναλώσιμα. Τώρα, άνθρωποι πεθαίνουν, επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμο όχημα του ΕΚΑΒ να τους μεταφέρει ή επειδή αυτό που υπάρχει δεν έχει βενζίνη. Τώρα δεν υπάρχει χώρος για αυταπάτες εξάλειψης των ταξικών διαφορών. 
Όταν πέρυσι ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαζε στρατόπεδο και υπόγραφε μνημόνια, η προπαγάνδα του συρμού από τους δεξιούς opinion makers στα ΜΜΕ –αλλά και από τους μεταλλαγμένους «αριστερούς»– ήταν πως «είναι πια ξεπερασμένη η αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο». Τώρα όλη αυτή η ρητορεία έχει χάσει τη φωνή της. Μπροστά στα αλλεπάλληλα μνημονιακά μέτρα, το τελευταίο καταφύγιο όσων απεχθάνονται να παραδεχτούν την ταξική πάλη είναι πως «και η Αριστερά δεν είναι διαφορετική, εφαρμόζει τελικά τα ίδια». Αλλά μιλάνε για την Αριστερά που έχει πλέον υποταχθεί στον ταξικό εχθρό κι έχει ομολογήσει πίστη στις προτεραιότητες των τραπεζών και του κεφαλαίου… 
«Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά». Ίσως είναι το πιο εμπνευσμένο σύνθημα του εργατικού κινήματος τα πολλά τελευταία χρόνια. Τα αφεντικά έχουν ανάγκη την εργατική τάξη για να τους παράγει κέρδη, αλλά οι εργάτες και οι εργάτριες μπορούν να πορευτούν μια χαρά χωρίς αφεντικά. Ο καπιταλισμός είναι ένα αδιέξοδο, κοστίζει καθημερινά θυσίες που δεν οδηγούν πουθενά. Όμως όλος ο πλούτος της κοινωνίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες των ανθρώπων της δουλειάς, που είναι αυτοί κι αυτές που τον παράγουν. Δεν γίνεται να έχει ανάγκη η κοινωνία γιατρούς, νοσηλευτές και δασκάλους και δεκάδες χιλιάδες απόφοιτοι των σχετικών σχολών να μένουν άνεργοι ή να εργάζονται ως σερβιτόροι. Η ταξική πάλη δεν είναι νεκρή, αλλά είναι καταδικασμένη σε θάνατο η κοινωνική τάξη-παράσιτο, οι τραπεζίτες και καπιταλιστές που προσπαθούν να αρνηθούν την ύπαρξή της.      
«Όλη η καταγεγραμμένη ιστορία της υπάρχουσας κοινωνίας είναι η ιστορία της ταξικής πάλης», έγραφαν στην εποχή τους ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Έχει αναπτυχθεί απίστευτα η τεχνολογία από τότε, όμως η κοινωνική πραγματικότητα αποτυπώνεται σ’ αυτή τη φράση του «Κομουνιστικού Μανιφέστου» περισσότερο από ποτέ. 
Και στην εποχή που καταφθάνουν οι πιο συγκλονιστικές αναμετρήσεις της πάλης των τάξεων στην Ευρώπη, οι αρνητές των ταξικών αντιθέσεων θυμίζουν «μυρμήγκια που προσπαθούν να σταματήσουν τους τροχούς της άμαξας»…