«Ασφυξία από τον υπερ-τουρισμό» είναι ο τίτλος ενός άρθρου της ηλεκτρονικής έκδοσης της Καθημερινής, που μεταφέρει την εικόνα από τα νησιά των Κυκλάδων και ειδικά τη Σαντορίνη και ακριβώς σε διπλανό άρθρο πανηγυρίζει για το ρεκόρ σχεδόν 3 εκατομμυρίων αφίξεων στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, μόνο τον Ιούλιο. Στο πρώτο άρθρο αναφέρονται οι κίνδυνοι να «σταματήσει να είναι διεθνώς ελκυστική η Σαντορίνη», αν συνεχίσουν να κυκλοφορούν φωτογραφίες που δείχνουν στριμωγμένο κόσμο σε γραφικά σοκάκια.

Η πραγματικότητα είναι πως «η βαριά βιομηχανία» της χώρας –όπως χαρακτηρίζεται συχνά ο τουρισμός– στέκεται σε σαθρά θεμέλια. Και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα τα τελευταία χρόνια. Πέρσι κυκλοφορούσε άρθρο σε αστικές εφημερίδες για αγανακτισμένους κατοίκους της νησιωτικής Ελλάδας, που δεν μπορούσαν να πάρουν τα παιδιά τους από το σχολείο, γιατί οι δρόμοι ήταν κατακλυσμένοι από τουρίστες μέχρι και τις αρχές Οκτώβρη.
Η πραγματικότητα είναι πως σε μεγάλο βαθμό δεν υπάρχουν οι υποδομές για το κύμα τουριστών που δέχεται κάθε χρόνο η Ελλάδα. Σε πολλά νησιά, η υπερβολική ανάπτυξη των ξενοδοχιακών μονάδων οδήγησε σε εξάντληση του υδροφόρου ορίζοντα, ενώ τα λιμάνια είναι σε τέτοια κατάσταση, που πολύ συχνά δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τον διερχόμενο κόσμο. Την ίδια στιγμή, ακόμα και οι υπάρχουσες υποδομές πολύ συχνά καταρρέουν: χαρακτηριστικό παράδειγμα η Σαμοθράκη φέτος. Οι βλάβες των δύο πλοίων που πραγματοποιούσαν τα δρομολόγια Αλεξανδρούπολη-Σαμοθράκη οδήγησαν εκατοντάδες τουρίστες να κοιμούνται στους δρόμους του λιμανιού της Σαμοθράκης, περιμένοντας το σωτήριο πλοίο, ενώ το μισό νησί καιγόταν. Το λιμάνι της Σαμοθράκης –όπως και άλλων νησιών– είναι μη ασφαλές στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα οι άνεμοι που έφτασαν 7 με 8 μποφόρ να εμποδίζουν να πλησιάσει οποιοδήποτε καράβι, ενώ ναυτιλιακές και κυβέρνηση έριχναν  τις ευθύνες οι μεν στους δε και το αντίστροφο.
Το παράδειγμα αυτό ξεκίνησε μια συζήτηση για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα λιμάνια των νησιών, αλλά και η σύνδεση νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας. Από τη μία τα περισσότερα λιμάνια είναι στην πραγματικότητα ακατάλληλα, με αποτέλεσμα με την παραμικρή αύξηση των ανέμων να είναι μη προσβάσιμα –και μιλάμε για λιμάνια  στο Αιγαίο  με τα γνωστά μελτέμια. Από την άλλη, οι ναυτιλιακές εταιρίες που έχουν αναλάβει τη σύνδεση των νησιών με τις μεγάλες πόλεις, λειτουργούν με γνώμονα το κέρδος, με αποτέλεσμα περιπτώσεις όπως της Σαμοθράκης, όπου καμία ναυτιλιακή δεν ήθελε να αναλάβει το οικονομικό βάρος των δρομολογίων.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιείται μόνο για να πάρει το μέρος των ναυτιλιακών και να σώσει το τουριστικό όνομα της χώρας, αγνοώντας πλήρως τις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το καλοκαίρι γίνεται σφαγή για το ποιο πλοίο θα κατεβάσει τους τουρίστες στην άγονη γραμμή και τον χειμώνα οι κάτοικοι μένουν βδομάδες χωρίς να πλησιάζει καράβι στο λιμάνι, με αποτέλεσμα να υπάρχουν συχνά ελλείψεις σε είδη πρώτης ανάγκης και φάρμακα. 
Το πιο σκοτεινό σημείο του τουρισμού όμως είναι οι εργασιακές συνθήκες που επικρατούν. Η λεγόμενη σεζόν –και ειδικά μετά την άνθιση των πλατφόρμων βραχείας ενοικίασης– ξεκινάει το Πάσχα και φτάνει έως και τον Οκτώβρη. Δωδεκάωρα, εργασία 7 ημερών χωρίς ρεπό, καταπάτηση κάθε εργατικού δικαιώματος και υφαρπαγή των δώρων θεωρούνται κανονικότητα στην σεζόν. Φέτος μάλιστα υπήρξαν και δύο τρανταχτά παραδείγματα κακοποίησης εργαζομένων: το πρώτο ήταν ένας ιδιοκτήτης μπιτς μπαρ στη Μύκονο που ανάγκαζε τους εργαζόμενους να δουλεύουν για ώρες στην καυτή άμμο ξυπόλυτοι και το δεύτερο η περίπτωση του εστιατορίου του Έκτορα Μποτρίνι, όπου εργαζόμενος που έκανε την πρακτική του κατήγγειλε ότι του πετούσαν καυτό λάδι και τον βασάνιζαν. 
Τα δύο αυτά γεγονότα έδειξαν την κορφή του παγόβουνου για το τι σημαίνει να δουλεύεις σεζόν στον χώρο του επισιτισμού. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα εργασιακά κάτεργα της Ελλάδας αυτή τη στιγμή. Οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να μένουν σε μικρά δωμάτια, που πολύ συχνά η κανονική τους χρήση είναι ως αποθήκες και μάλιστα να τα μοιράζονται, ενώ έχουν καταγραφεί περιστατικά όπου η εργοδοσία δήλωνε ότι υπάρχει δωρεάν διαμονή και η διαμονή ήταν ειδικά διαμορφωμένοι… στάβλοι! Και σε οποιαδήποτε υπόνοια αντίδρασης η εργοδοσία είναι αμείλικτη: από την απειλή για τον εγκλωβισμό σε μία μόνιμη ανεργία, γιατί το να αντιδράσεις σημαίνει ότι δεν θα ξαναπροσληφθείς πουθενά, έως τους τραμπουκισμούς που καταλήγουν και στη σωματική βία.
Την ίδια στιγμή που κυβερνήσεις διαχρονικά πανηγυρίζουν για την τουριστική ανάπτυξη, χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο αναγκάζονται να βιώσουν έναν εργασιακό μεσαίωνα. Η επίθεση που έγινε στα εργασιακά δικαιώματα στα χρόνια των μνημονίων και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα κατάφερε να μονιμοποιήσει μια κατάσταση «κάθε χρόνο και χειρότερα». Σε αυτό συμβάλει και η υποστελέχωση και τελικά ανυπαρξία της επιθεώρησης εργασίας που νομιμοποιεί την κατάσταση της ατιμωρησίας που επικρατεί.
Το κράτος οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες του και να παρέμβει, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση που επικρατεί, πρώτα για τους μόνιμους κατοίκους των τουριστικών περιοχών και τους εργαζόμενους και έπειτα για τους τουρίστες. Πρέπει να δημιουργηθεί νομοθεσία που θα προστατεύει τους εποχιακούς εργαζόμενους και υποδομές που θα βελτιώσουν την κατάσταση στις υπερφορτωμένες τουριστικές περιοχές. Μέχρι τότε, το live your myth in Greece θα είναι στην πραγματικότητα εφιάλτης.