Η συζήτηση για τον πόλεμο στη Συρία έχει προκαλέσει διχασμό και μεγάλες αντιπαραθέσεις στη διεθνή Αριστερά.

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η οξύτητα της διαμάχης, που είναι αναντίστοιχη με την απόκλιση που αυτή βγάζει σε επίπεδο άμεσων καθηκόντων: όλες οι πολιτικές δυνάμεις που εμπλέκονται στη σχετική συζήτηση, σε επίπεδο δράσεων συγκλίνουν σε κινητοποιήσεις ενάντια στην εμπλοκή μας στον πόλεμο. Και το δεύτερο είναι η αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, επίσης ως μοναδική έμπρακτη βοήθεια στο συριακό λαό. 
Η διαμάχη ή και η πολεμική μεταξύ διαφορετικών αναλύσεων για τη Συρία είναι καλοδεχούμενη. Μόνο που έχει δηλητηριαστεί από μια αντίληψη που αντιμετωπίζει ως όχι-και-τόσο αντιιμπεριαλιστή (ή και φιλο-ιμπεριαλιστή!) όποιον δεν αναπαράγει αυτούσια τη γραμμή της Δαμασκού ή της Μόσχας στον σχετικό «πόλεμο προπαγάνδας» που συνοδεύει τον ίδιο τον πόλεμο.
Αρκετοί σύντροφοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι όταν καταγγέλλεις τα εγκλήματα του Άσαντ δεν σημαίνει ότι στηρίζεις και μια πιθανή ιμπεριαλιστική επέμβαση που ίσως εκμεταλλευτεί τις συνθήκες για να εμφανιστεί ως «ανθρωπιστική». Η πάλη ενάντια στο δόγμα των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων» και της προπαγάνδας, που το συνοδεύει, είναι υπερ-πολύτιμη. Αλλά ισχυριζόμαστε ότι η άρνηση της «ανθρωπιστικής καταστροφής», την οποία χρησιμοποιούν ως άλλοθι οι ιμπεριαλιστές, ενώ φαίνεται πιο εύκολη λύση στην προσπάθεια να κερδηθεί η κοινή γνώμη («λένε ψέματα!»), είναι βαθιά προβληματική και καταλήγει να πλήττει και την αξιοπιστία του αντιπολεμικού κινήματος. Υπάρχει και σχετικό προηγούμενο: για να εναντιωθεί κανείς στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στα Βαλκάνια, δεν ήταν υποχρεωτικό να αρνείται ότι συνέβη η Σρεμπένιτσα. 
Αρκετοί σύντροφοι κρίνουν ότι για να διαχωριστείς από τους ένοπλους αντικαθεστωτικούς του 2018, πρέπει να αρνηθείς ότι το 2011 υπήρξε εξέγερση ή ότι το 2012 ο εμφύλιος είχε τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Είναι πραγματικά εντυπωσιακή σε αυτό το ζήτημα η ευκολία με την οποία γίνονται παρομοιώσεις με το… Ιράκ του 2003! «Γιατί τότε ήταν όλοι ξεκάθαρα ενάντια στην αμερικανική εισβολή; Τι έπαθε το αντιπολεμικό κίνημα τώρα; Τι άλλαξε και δεν λένε οι οργανώσεις της Αριστεράς τα ίδια με αυτά που έλεγαν τότε;». Λες και δεν μεσολάβησε μια ολόκληρη αντιφατική κι επώδυνη διαδικασία που εξελίχθηκε με τα χρόνια στη σημερινή (κι εξαιρετική περίπλοκη) φρίκη. Όλα αυτά αντικαθίστανται με την απλοϊκή άποψη ότι στη Συρία είχαμε «εξωτερική επέμβαση» και «αντιιμπεριαλιστικό αμυντικό πόλεμο», που υποτιμά κατάφωρα και τα γεγονότα και τα δρώντα υποκείμενα.
Το πιο τραγικό είναι ότι αυτός ο ισχυρισμός επιχειρεί να ξεπεράσει τις αντιφάσεις της πραγματικότητας, αγνοώντας τες. Η πιο κεντρική αντίφαση αφορά τις σχέσεις του φονταμενταλιστικού Ισλάμ με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Για πολλούς συντρόφους αποτελούν δύο διαφορετικές πτέρυγες της αντεπανάστασης (με την τρίτη να είναι το καθεστώς), που μπορεί και να συγκρούονται μεταξύ τους. Αλλά για κάποιους συντρόφους αυτή η άβολη αλήθεια διαταράσσει το σχήμα «ξενοκίνητης συνωμοσίας» και αντιμετωπίζεται με τη θεωρία ότι οι τζιχαντιστικές ένοπλες ομάδες είναι… ενεργούμενα των ΗΠΑ! Μια άποψη που μπορεί να είχε βάση τη δεκαετία του ’70 στον αραβικό κόσμο ή τη δεκαετία του ’80 στο Αφγανιστάν, αλλά ξεχνά το Αφγανιστάν μετά το 2001, την ένοπλη εξέγερση της Αλ Κάιντα στη Σαουδική Αραβία, την ιρακινή αντίσταση μετά το 2003, τους Δίδυμους Πύργους και τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» κ.ο.κ. 
Αυτή η ανάλυση οδήγησε σε περίεργη σιωπή όλες αυτές τις δυνάμεις κατά τα τελευταία 4 χρόνια αμερικανικής επέμβασης στη Συρία. Αυτή η φονική επέμβαση έβαζε στο στόχαστρο κυρίως το Ισλαμικό Κράτος, αλλά και την Αλ Νούσρα, την Αχράρ Αλ Σαμ και άλλες σαλαφιστικές οργανώσεις. Για συντρόφους του αντιπολεμικού κινήματος και της Αριστεράς στη Δύση, αυτή η αντιμετώπιση είναι επιεικώς προβληματική, ιδιαίτερα όταν ο ισλαμιστικός χαρακτήρας των ένοπλων αντιπολιτεύσεων –ακόμα και πέραν των ακραίων όπως το Ισλαμικό Κράτος– εμφανίζεται ως επιχείρημα στήριξης του Άσαντ, στα χνάρια της επιχειρηματολογίας όλων των «κοσμικών» δικτατόρων της Μέσης Ανατολής, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Σίσι στην Αίγυπτο: «ή δικτατορία, ή θα έρθουν οι ισλαμιστές».
Η τάση αναπαραγωγής της επιχειρηματολογίας της Δαμασκού και της Μόσχας έχει γεννήσει κι ένα άλλο επικίνδυνο επιχείρημα: την αθώωση της ρωσικής επέμβασης με τη διαπίστωση ότι «προσκλήθηκε από τη νόμιμη κυβέρνηση». Λογικό να το επικαλούνται ο Άσαντ ή ο Πούτιν. Αλλά επιεικώς προβληματικό να το επικαλούνται αγωνιστές της Αριστεράς. Είναι μια ενδιαφέρουσα αντίληψη περί «νομιμοποιημένων» ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων που μπορεί να αθωώσει αναδρομικά τις ναπάλμ στο Γράμμο και το Βιετνάμ, για να αναφέρουμε δύο μόνο περιπτώσεις που οι ΗΠΑ… «προσκλήθηκαν από νόμιμες κυβερνήσεις».
Θα ήταν πολύ πιο έντιμο να μείνει η αντιπαράθεση στην εκτίμηση ότι «για γεωπολιτικούς λόγους, θέλουμε να κερδίσει τον πόλεμο ο Άσαντ και η Μόσχα». Μια αριστερή εκδοχή του κλασσικού «είναι κάθαρμα, αλλά είναι το δικό μας κάθαρμα». Το πραγματικό πρόβλημα είναι η επιχειρηματολογία που συνοδεύει αυτή τη γραμμή προκειμένου να στηρίξει την πολεμική επίθεση/δυσφήμιση σε όποιον δεν θεωρεί τη νίκη του Άσαντ και της Μόσχας προοδευτική εξέλιξη, γιατί είναι μια επιχειρηματολογία που βολεύει τη Δαμασκό και τον Πούτιν, αλλά δεν έχει τίποτα το κοινό με τη συνεπή αντιιμπεριαλιστική πολιτική. Δημιουργεί περισσότερη πολιτική σύγχυση (και αναξιοπιστία) από όση «αποτελεσματικότητα» και «σαφήνεια» νομίζει ότι δημιουργεί…