Έχει ανοίξει μια τεράστια συζήτηση στη δημόσια σφαίρα για τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Θα ισχυριστούμε ότι είναι λάθος άνθρωποι του κινήματος και της Αριστεράς να μπουν σε αυτή τη συζήτηση υιοθετώντας το ρόλο του «ποινικολόγου» ή του πάσης φύσεως «νομικού». Αυτό που αποτελεί το κέντρο της κουβέντας είναι το πολιτικό σκεπτικό που βρίσκεται πίσω από τις όποιες αλλαγές και όχι αυτές καθαυτές.
Στο «Κράτος και Επανάσταση», ο Λένιν μας θυμίζει ότι το δίκαιο «είναι μηδέν χωρίς μηχανισμό ικανό να επιβάλει με εξαναγκασμό την τήρηση των κανόνων του». Η δικαιοσύνη στον καπιταλισμό δεν είναι μια αόριστη έννοια που πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας. Είναι ένα εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης τάξης προκειμένου να επεκτείνει την κυριαρχία της, να προλαμβάνει τις αντιδράσεις και να καταστέλλει τους αμφισβητίες της. Όπως έλεγε ο Μαρξ και ο Ένγκελς, το δίκαιο στον καπιταλισμό είναι «η βούληση της αστικής τάξης που έχει αναχθεί σε νόμο». Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξετάζονται οι όποιες αλλαγές και όχι με βάση την προσαρμογή στους πολιτικούς καιροσκοπισμούς της εκάστοτε κυβέρνησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προεκλογική περίοδο.
Είναι γνωστό άλλωστε ότι ανάλογα με την εποχή το ποινικό δίκαιο προσαρμόζεται στα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Σε περιόδους ανάκαμψης της οικονομίας, ανόδου του βιοτικού επιπέδου και ύφεσης των κινημάτων, υπάρχει ελαστικότητα στην εφαρμογή του ποινικού νόμου και αμβλύνονται οι αυστηρές διατάξεις. Αντίθετα, σε περιόδους κρίσης, αυστηροποιούνται τα πλαίσια των ποινών, παρεκτρέπονται οι ερμηνείες των άρθρων και το σύστημα οχυρώνεται πίσω από τη δικαστική εξουσία. Από τους κουκουλονόμους μέχρι τους τρομονόμους, η πρόθεση των κρατούντων δεν ήταν «η προστασία του κράτους δικαίου» και η διατήρηση της «ισονομίας, της τάξης και της ασφάλειας» αλλά αντιθέτως ήταν η προστασία της τάξης εκείνης που πίσω από μια κουκούλα ή ένα γκαζάκι έβλεπε τον κίνδυνο συγκρότησης ενός επικίνδυνου μαζικού πολιτικού κινήματος, ικανού να τη συντρίψει.
Βλέποντας κανείς ακροθιγώς κάποιες από τις αλλαγές που σχεδιάζονται στο νέο ποινικό νόμο, αντιλαμβάνεται ότι οι αλλαγές αυτές λογοδοτούν σε όλα τα παραπάνω, δηλαδή στην ανάγκη του συστήματος να θωρακιστεί. Για παράδειγμα τα εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης, τα οποία κατά κόρον έχουν απαγγελθεί εναντίον διαδηλωτών και πολιτικών ακτιβιστών, όχι μόνο δεν περιορίζονται αλλά αντίθετα αυστηροποιούνται μέσω μάλιστα της στοχοποίησης του φρονήματος. Πρόσωπα που συμμετέχουν και πρωταγωνιστούν σε «εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης» θα ονομάζονται πλέον «υποκινητές» με «καθοδηγητικό ρόλο», δείγμα του ότι το δίκαιο αποκτά μια ασφαλίτικη ορολογία που το απογυμνώνει από την κατ’ επίφαση αντικειμενικότητά του και αμεροληψία του.
Οι αλλαγές που σχεδιάζονται ποινικοποιούν τις κινητοποιήσεις σε συνεδριάσεις συλλογικών οργάνων και γενικότερα αυστηροποιούν το πλαίσιο των ποινών καθιερώνοντας τη συλλογική ευθύνη για τα κινηματικά αδικήματα. Οι παραπάνω αλλαγές πιστοποιούν την πρόθεση της κυβέρνησης να εντείνει την κατασταλτική πολιτική της απέναντι σε κινήματα και αγώνες που άφησαν το στίγμα τους το προηγούμενο διάστημα με χαρακτηριστικότερο το κίνημα ενάντια στους πλειστηριασμούς. Παράλληλα, καταργείται η δυνατότητα μετατροπής ποινών στερητικών της ελευθερίας σε χρήμα, με αποτέλεσμα όταν επιβάλλεται φυλάκιση μεγαλύτερη των 3 ετών, να μην είναι δυνατή η χρηματική μετατροπή της αλλά μονάχα η έκτιση στην κατοικία. Αυτό σε συνδυασμό με την ισχυροποίηση πολλών διατάξεων δίωξης κινηματικής δράσης και λόγου, δημιουργούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη αγώνων, κινημάτων και πρωτοβουλιών.
Παράλληλα, το περίφημο 187Α σχετικά με τις τρομοκρατικές πράξεις και τις τρομοκρατικές οργανώσεις που είχε συζητηθεί εντόνως τα τελευταία χρόνια, δε μένει άθικτο αλλά αντίθετα προστίθενται παράμετροι που το αυστηροποιούν. Πλέον στο πλαίσιο αυτού του άρθρου δεν τιμωρούνται μόνο κακουργηματικές πράξεις αλλά και όλα τα «κοινώς επικίνδυνα πλημμελήματα», ενώ στο σκοπό αυτών των πράξεων εκτός από τον εκφοβισμό του πληθυσμού προτάσσεται και η ακατανόητη έννοια του «σοβαρού εκφοβισμού των νόμιμων αρχών». 
Οι αλλαγές του νέου Ποινικού Κώδικα, αποδεικνύουν για μια ακόμη φορά ότι το δίκαιο στον καπιταλισμό δε λειτουργεί με αντικειμενικά κριτήρια για το κοινό καλό, αλλά με υποκειμενικά κριτήρια για την υπεράσπιση συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων. Όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε τόσο πιο δυναμικά θα αντιπαρατεθούμε και στο σύστημα και στους νόμους του.