Ο κύριος Πάνος και ο μικρός Αλέξης παίζουν παιχνίδια πολέμου με τους αλήτες της γειτονιάς, δηλαδή της Ανατολικής Μεσογείου, τους χουνταίους της Αιγύπτου και τον εφιαλτικό Νετανιάχου.

Τα παιχνίδια τους όμως έχουν κόστος για εμάς, όχι μόνο πολιτικό, αλλά και οικονομικό: Την ίδια τη χρονιά που ανέλαβαν την κυβέρνηση, οι στρατιωτικές δαπάνες παρουσίασαν αύξηση κατά περίπου 9% σε όγκο και το 2016 ξανά κατά 0,8%, δηλαδή περίπου 10% στη διετία 2015-2016 (όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο αυτό είναι από το Stockholm International Peace Research Institute). Πρόκειται για περίπου τετρακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ ή 0,3% του ελληνικού ΑΕΠ. Προφανώς δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι, χωρίς αυτές τις δαπάνες, το 3,5% πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος, που μας φόρτωσαν μαζί με την τρόικα, θα μπορούσε να περιοριστεί σε 3,2%, αν χαλιναγωγούσαν την ασυγκράτητη πολεμική ορμή τους. 
Η αύξηση του 2015-2016 εμφανίζεται σαν μια περιορισμένη μεν πλην όμως ευδιάκριτη στροφή στο διάγραμμα που δείχνει τον όγκο των στρατιωτικών δαπανών (υπολογισμένες δηλαδή σε σταθερές τιμές), αλλά και στην καμπύλη του όγκου των στρατιωτικών δαπανών ανά κάτοικο παραγωγικής ηλικίας (15-64 ετών). Ως αποτέλεσμα αυτής της στροφής, οι δαπάνες ανέρχονταν, το 2016, σε περίπου 5 δισ. δολάρια, που σημαίνει 720 δολάρια ετησίως ή 60 δολάρια μέσης μηνιαίας επιβάρυνσης ανά άτομο παραγωγικής ηλικίας. 
Βεβαίως, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι μετά από τη θεαματική μείωση των στρατιωτικών δαπανών από το 2010 και μετά, μια συγκριτικά μικρή αύξηση διορθωτικού χαρακτήρα ήταν αναγκαία. Ωστόσο, ακόμη και μετά την κατακόρυφη μείωση των δαπανών αυτών στη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου, η άρχουσα τάξη της Ελλάδας διατηρεί ακόμη μια θέση στο τοπ τεν της εκλεκτής παρέας των κυρίαρχων τάξεων του κόσμου που διατηρούν υπέρογκες «αμυντικές» δαπάνες (υπέρογκες σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας τους, δηλαδή ως ποσοστό του ΑΕΠ): Όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραμμα, η παρέα αποτελείται από τις «ελίτ» της Μέσης και Εγγύς Ανατολής, το ισραηλινό κράτος-μπάτσος, τους χουνταίους της Αιγύπτου και μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, Τουρκία). Για την Ελλάδα, μια χώρα που πεθαίνει, με την έννοια ότι συρρικνώνεται το παραγωγικό της δυναμικό και μεταναστεύει (μάλλον αμετάκλητα) μεγάλη πλέον μερίδα του εργατικού της δυναμικού, και για τους λόγους αυτούς μικρές ελπίδες έχει να αποκολληθεί από τον πάτο του βαρελιού όπου έχει προσαράξει εδώ και τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, αποτελεί πολύ ακριβή πολυτέλεια να βρισκόμαστε ακόμη μέσα στις δέκα πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών με βάση τις στρατιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Και στο άλλο διάγραμμα, που δείχνει τη διαχρονική εξέλιξη του όγκου των στρατιωτικών δαπανών στην Ελλάδα ως ποσοστό των συνολικών δαπανών της γενικής κυβέρνησης (δημόσια διοίκηση, άμυνα και ασφαλιστικοί φορείς), φαίνεται ότι η μεγάλη μείωση της πενταετίας 2010-2014 επανέφερε τις εν λόγω δαπάνες πολύ κοντά στο επίπεδο των ετών 1986-1994 και ουσιαστικά αναίρεσε τα αποτελέσματα των δύο μεγάλων κυμάτων στρατιωτικού οίστρου των ετών 1995-2000 και 2004-2009 (τα οποία οδήγησαν τις στρατιωτικές δαπάνες στο ιστορικά υψηλό σημείο 9% των συνολικών δαπανών της γενικής κυβέρνησης και ως εκ τούτου συνέβαλαν δραματικά στην αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους και άρα στην οξύτητα της κρίσης που ακολούθησε). 
Υπό αυτό το πρίσμα, πόσο προκλητικές μπορούμε να θεωρήσουμε τις προθέσεις του υπουργού Άμυνας (που δεν διαψεύδονται αρμοδίως) για προμήθεια νέων, πολυδάπανων εξοπλιστικών συστημάτων (μαχητικά F-35 από ΗΠΑ κ.λπ.);