Στα χρόνια των μνημονίων και της κρίσης, έχει αναπτυχθεί μια έντονη ρητορική από τη μεριά του συστήματος με σκοπό τη στοχοποίηση των κινημάτων και των αγώνων εντός του πανεπιστημίου.

Με αφορμή τις κινητοποιήσεις σε διάφορες σχολές ενάντια στην επιβολή διδάκτρων, αναδύθηκαν και πάλι επιχειρήματα που παρουσιάζουν τους κοινωνικούς αγώνες ως το αγκάθι στο να προχωρήσει η εκπαιδευτική διαδικασία ομαλά. Αλλά και στο παρελθόν, σε πάρα πολλές περιπτώσεις έχουν υπάρξει δηλώσεις υπουργών και ρεπορτάζ που παρουσιάζουν τους αγωνιζόμενους φοιτητές ως τρομοκράτες.
Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη από δύο κλισέ συντηρητικές ατάκες και επιφανειακές προσεγγίσεις του θέματος. Όσοι σπεύδουν να καταδικάσουν τις κινητοποιήσεις των φοιτητών συνήθως ποτέ δεν εξετάζουν το γιατί αντιδρούν οι φοιτητές. Μένουν στο σύμπτωμα και δεν εξετάζουν την αιτία της ασθένειας. Δεν εξετάζουν, για παράδειγμα, ότι την τελευταία μνημονιακή εξαετία οι προϋπολογισμοί των ΑΕΙ μειώθηκαν κατά 80%. Όπως επίσης δεν εξετάζουν ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πιστή στο δρόμο των προκατόχων της, μπορεί να επαίρεται με χαρά ότι είναι ο εγγυητής της μνημονιακής τάξης καθώς από το δικό της μνημόνιο επήλθε μείωση της χρηματοδότης στα πανεπιστήμια κατά 20% φέτος. Είναι προφανές ότι το δημόσιο δωρεάν πανεπιστήμιο, αφυδατωμένο οικονομικά και χωρίς πόρους, αφήνεται να παρακμάσει την ώρα που τα πτυχία του εξισώνονται με τα αντίστοιχα ιδιωτικών κολεγίων. Παρ’ όλα αυτά, για την κυβέρνηση και τα αστικά ΜΜΕ, η χρόνια παθογένεια των πανεπιστημίων είναι η πολιτική δραστηριοποίηση των φοιτητών και όχι η οικονομική τους κατάρρευση.
Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση δημιουργεί το έδαφος πάνω στο οποίο οι διοικήσεις των πανεπιστημίων καλούνται να υλοποιήσουν τις πολιτικές που κατάγονται από τη συνθήκη της Μπολόνια και μια σειρά εκπαιδευτικές αντιμεταρρυθμίσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ λόγω της αντίδρασης των φοιτητών και των εργαζομένων σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. Κανείς από τους κάθε λογής δημοσιολόγους που κατηγορούν το κίνημα και την Αριστερά στα πανεπιστήμια δεν μας εξηγεί πώς θα λειτουργήσουν αυτά όταν ο ετήσιος προϋπολογισμός για το ΕΚΠΑ ορίστηκε στα 9,5 εκατομμύρια ευρώ για τις λειτουργικές του ανάγκες ενώ πριν από μια πενταετία ήταν περίπου 40 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Κανείς δεν απαντάει πώς θα λειτουργήσει το ΕΜΠ όταν η μείωση της χρηματοδότησής του φτάνει το 25% σε σχέση με πέρυσι (3.200.000 ευρώ όταν ο ετήσιος λογαριασμός της ΔΕΗ είναι 3.800.00 ευρώ!). Κανείς δεν απαντάει πώς θα λειτουργήσει το ΟΠΑ (πρώην ΑΣΟΕΕ) όταν η χρηματοδότησή του έχει μειωθεί κατά 20% σε σχέση με πέρυσι και κατά 50% σε σχέση με το 2010.
Κάπως έτσι προκύπτει η ανάγκη αυτή η επιχειρηματολογία που δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα κάνοντας πλάτες στις μνημονιακές κυβερνήσεις να γειωθεί στους φοιτητικούς συλλόγους. Προκύπτει δηλαδή η ανάγκη οι φοιτητές να ενσωματώσουν την αίσθηση ήττας, να επιλέξουν τον ατομικό δρόμο έναντι του συλλογικού και να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση αντί να αγωνιστούν να την αλλάξουν. Μαζί, λοιπόν, με τις μειώσεις της χρηματοδότησης, τις περικοπές σε φοιτητικές παροχές και τις απολύσεις εργαζομένων στα πανεπιστήμια, εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια και κάποιες «ανεξάρτητες» φοιτητικές κινήσεις που ανέλαβαν αυτόν το ρόλο. Οι κινήσεις αυτές διατυμπανίζουν ότι δεν ασχολούνται με την πολιτική, ότι ενδιαφέρονται μόνο για ζητήματα της σχολής αλλά με κόσμιο τρόπο και όχι όπως η Αριστερά, ότι ο φοιτητικός συνδικαλισμός έχει υποβαθμίσει τα πανεπιστήμια και ότι οι καταλήψεις είναι καταστροφή. Βέβαια δεν λένε κουβέντα για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το δημόσιο δωρεάν πανεπιστήμιο σήμερα. Λόγω της ανεπάρκειας και της απαξίωσης της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ στα μάτια των φοιτητών/τριών, οι «ανεξάρτητοι» έχουν αναλάβει να κάνουν τη βρόμικη δουλειά της. Δεν συγκροτούνται πάνω στο πώς θα διεκδικήσουμε όλοι μαζί τα δικαιώματά μας, αλλά στο πώς θα επικεντρωθεί ο καθένας στον ατομοκεντρισμό και τον κανιβαλιστικό ανταγωνισμό.
Όσο και αν διαλαλούν ότι δεν έχουν σχέση με κόμματα, ιδεολογίες και μηχανισμούς, τόσο η στάση τους και η πρακτική τους αποδεικνύει το αντίθετο. Οι σχηματισμοί τους στις σχολές είναι καθαρά πολιτικοί και μάλιστα με δεξιό αν όχι ακροδεξιό πρόσημο. Η συγκρότηση μπλοκ αντικατάληψης, οι υπόγειες συνεννοήσεις με τις διοικήσεις, η υπεράσπιση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά, η παντελής απουσία στις αλληλέγγυες δράσεις των ΦΣ για τους υπό απόλυση εργαζομένους των πανεπιστημίων καθώς και η μη στήριξη ψηφισμάτων αλληλεγγύης στους πρόσφυγες ή σε απολυμένους εργάτες αφού «αυτά τα ζητήματα δεν αφορούν τη σχολή», αποτελούν το καλύτερο επιχείρημα που πιστοποιεί ότι το νέο φαινόμενο των «ανεξάρτητων» αποτελεί την εξυπνότερη στολή που φοράει η Δεξιά στο πανεπιστήμιο προκειμένου να καθορίζει τις εξελίξεις και να αντιπαρατίθεται στους φοιτητικούς αγώνες.
Έχοντας όμως μπει στο Νοέμβρη, οι αγώνες των εργατών και των φοιτητών μέσα και γύρω από το Πολυτεχνείο πριν από 43 χρόνια έρχονται και πάλι να μας θυμίσουν την αξία των συλλογικών αγώνων στον αντίποδα των κάθε λογής «ανεξάρτητων» και «συγκαταβατικών». Η ιστορική μνήμη είναι ζωντανή και δείχνει ότι ένα καλύτερο μέλλον δεν προκύπτει από διαπραγματεύσεις και σκύψιμο του κεφαλιού, αλλά μέσα από κινητοποιήσεις και δράσεις. Είναι στοίχημα τα ελληνικά πανεπιστήμια να παραμείνουν ζωντανοί κοινωνικοί χώροι σκέψης, αμφισβήτησης και κοινωνικής κίνησης και όχι αποστειρωμένα τεχνοκρατικά ιδρύματα που θα διευκολύνουν τις κυβερνήσεις, θα φέρνουν κέρδη στους καπιταλιστές και θα αναπαράγουν «ανεξάρτητους».