Ανέκαθεν η άποψη μερίδας του αντιρατσιστικού κινήματος και της Αριστεράς υπέρ των ανοιχτών συνόρων αντιμετωπιζόταν είτε ως «εθνοπροδοτική» από τους αντιδραστικούς, είτε ως «αφελής» ή «απογειωμένη» ακόμα και από μερίδες του κινήματος και αγωνιστές ή δυνάμεις της Αριστεράς.

Θα μπορούσε κανείς απλά να υπενθυμίσει ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι ιστορία μετακινήσεων πληθυσμών. Να θυμίσει εκείνη τη φωτογραφία του πλανήτη γη από το διάστημα, με τη λεζάντα «βλέπεις τίποτα σύνορα;». Να το δει ψύχραιμα για να εμπεδώσει ότι παραλογισμός είναι «να εμποδίζουν τους ανθρώπους να βαδίζουν»...
Αλλά πέρα από αυτό, θα έπρεπε να έχει γίνει σαφές, ύστερα από τόσα χρόνια σχετικής εμπειρίας, ότι τα κλειστά σύνορα δεν σταματάνε τις μεταναστευτικές-προσφυγικές ροές. Κανείς δεν εγκαταλείπει την εστία του, κανείς δεν φορτώνει το παιδί του σε μια βάρκα, κανείς δεν διανύει εκατοντάδες χιλιόμετρα, «ελαφρά τη καρδία», για να τον κάνει ένας φράχτης να «μείνει εκεί που είναι», και να σταματήσει να ψάχνει οδούς διαφυγής. Αυτό που κάνουν τα κλειστά σύνορα είναι να κάνουν ακόμα πιο επικίνδυνο το ταξίδι, να δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο τη ζωή των μεταναστών/προσφύγων, σπρώχνοντάς τους σε ακόμα πιο παρακινδυνευμένες επιλογές ή παρατείνοντας τον εγκλωβισμό τους στην κόλαση από την οποία πασχίζουν να ξεφύγουν, μέχρι την επόμενη προσπάθειά τους για ένα νέο ταξίδι. 
Και φυσικά, κλειστά σύνορα σημαίνει πολύ περισσότερες δολοφονίες στα σύνορα, κάτι που επίσης θα έπρεπε να έχει γίνει σαφές ύστερα από χρόνια οδυνηρών εμπειριών στο Αιγαίο, τη Λαμπεντούζα, τη Μελίγια κ.ο.κ. Είναι μια σκληρή αλήθεια με την οποία θα πρέπει να αναμετρηθεί όποιος θεωρεί «τρέλα» τα ανοιχτά σύνορα. 
Η «φύλαξη των συνόρων» δεν είναι μόνο αναποτελεσματική, είναι και απάνθρωπη. Όπως σε όλα τα ζητήματα, πριν κανείς καταγγείλει μια «ανεδαφική» πρόταση, θα πρέπει να σκεφτεί δυο και τρεις φορές το «ρεαλισμό» τον οποίο αντιπροτείνει και τις συνέπειές του.
Η εμπειρία σε μια σειρά κράτη (και τώρα και στην Ελλάδα) έδειξε πόσο μικρή είναι η διαδρομή από τα «κέντρα ταυτοποίησης» στα «κέντρα προσωρινής κράτησης» ως τα «στρατόπεδα συγκέντρωσης». Από τη στιγμή που κρίνονται -πριν έρθουν- «ανεπιθύμητοι», δεν θα αντιμετωπιστούν -φτάνοντας- ως «καλοδεχούμενοι». 
Γι’ αυτό και η επιμονή στο «Καλοδεχούμενοι οι πρόσφυγες - ανοιχτά σύνορα» αφορά την αντιρατσιστική πάλη και στο εσωτερικό της χώρας. 
Οι τρόποι να υπαναχωρήσει κανείς από αυτό το σύνθημα είναι πολλοί. 
Η μερική υπόκλιση στην ισλαμοφοβία και την τρομοϋστερία: Γενικώς καλοδεχούμενοι, αλλά «κάποιοι» όχι, γιατί είναι βίαιοι, απροσάρμοστοι, πιθανώς τρομοκράτες. Το μόνο που πετυχαίνει αυτή η υποχώρηση είναι να ανοίξει το δρόμο στο να «ελέγχονται» όλοι, και αυτό σημαίνει κέντρα ταυτοποίησης/κράτησης κ.ο.κ.  
Η υπόκλιση στον «πόλεμο κατά των διακινητών»: Όταν δεν συνοδεύεται από μέτρα δημιουργίας ασφαλών, νόμιμων οδών διέλευσης, πρόκειται για «ανθρωπιστική» διατύπωση περιγραφής ενός «πολέμου κατά των μεταναστών». Η διαδεδομένη χρήση του όρου «δουλέμποροι» επιχειρεί να κρύψει μια απλή αλήθεια: οι μετανάστες και οι πρόσφυγες θέλουν να ταξιδέψουν, δεν υποχρεώνονται από κάποιους κακούς που τους στοιβάζουν αλυσοδεμένους σε καράβια. 
Το πρόβλημα σε κάθε υποχώρηση από τα ανοιχτά σύνορα είναι ότι μπαίνοντας στη λογική του «προβλήματος», συμβάλλει στην «απανθρωποποίηση» των προσφύγων/μεταναστών και άρα διευκολύνει τη ρατσιστική αντιμετώπισή τους από το κράτος. 
Μια μερίδα της Αριστεράς, επιλέγει να ιεραρχήσει πιο ψηλά συνθήματα που επιχειρούν «να χτυπήσουν το κακό στη ρίζα του, να πολεμήσουν τις αιτίες». Αυτή η πάλη –ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, τις δικτατορίες, τη φτώχεια, την κλιματική αλλαγή– είναι απολύτως αναγκαία και θεμιτή, γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει η Αριστερά.
Αλλά δεν γίνεται αυτή η πάλη να ιεραρχείται ψηλότερα ως απάντηση στο προσφυγικό/μεταναστευτικό. Γιατί καλούμαστε να απαντήσουμε στο ζήτημα τώρα, και η απάντηση δεν μπορεί να περιμένει να ηττηθεί ο ιμπεριαλισμός, να σταματήσουν οι πόλεμοι, να εξαλειφθεί η φτώχεια, να σταματήσει η κλιματική αλλαγή. Παλεύοντας τις αιτίες, στηρίζουμε τα ταξικά μας αδέλφια, καλωσορίζοντάς τα. Χωρίς το δεύτερο, εμφανίζουμε μια αριστερή εκδοχή «προβλήματος που πρέπει να αντιμετωπιστεί», που ανεξαρτήτως προθέσεων, συμβάλλει στο να εδραιωθεί η άποψη πως «κάτι πρέπει να γίνει για να σταματήσουν να έρχονται». 
Πρέπει να ξαναπιάσουμε το νήμα του παλιού «Κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος». Είναι μια απλή αλήθεια, που αναγνωρίζει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ως... ανθρώπινα όντα, με το δικαίωμα να μετακινούνται ελεύθερα, ένα δικαίωμα το οποίο ήταν η σημαία του αγώνα των μαύρων ενάντια στη δουλεία (αν θέλουμε να μιλήσουμε για... δουλεμπόρους).
Ένα δικαίωμα που ο καπιταλισμός υπερασπίζεται για τα κεφάλαια και τα εμπορεύματα, αλλά όχι για τους εργάτες. Στον καπιταλισμό είναι φυσιολογικό το χρήμα να κυκλοφορεί (μέσω... Παναμά), αλλά όχι οι άνθρωποι. Στον καπιταλισμό προκαλείται σοκ όταν κλείνουν οι σιδηροδρομικές γραμμές στα σύνορα και εμποδίζεται η ελεύθερη διακίνηση... εμπορευματοκιβωτίων της Cosco, αλλά όχι από το αίσχος της Ειδομένης. Η Αριστερά έχει τις ακριβώς ανάποδες ιεραρχήσεις. 
Και στο τέλος είναι και ζήτημα απλής ανθρωπιάς. Η Γάζα είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του πλανήτη, και ρημαγμένη από την πολυετή πολιορκία από το Ισραήλ. Σε σύντομο ντοκιμαντέρ, δημοσιογράφος ρώτησε παιδιά από τη Γάζα τη γνώμη τους για την –ψευδή– «είδηση» ότι «η Γάζα θα φιλοξενήσει 1 εκατ. Σύρους πρόσφυγες». Η μία απάντηση ήταν καλύτερη από την άλλη. Αλλά ξεχώρισε αυτό που είπε ένας μικρός, που πιθανότατα αγνοεί τη Συνθήκη της Γενεύης: «Αν και δεν υπάρχει πολύς χώρος στη Γάζα, είναι υποχρέωση και καθήκον μας να τους υποδεχτούμε»...