Στην τελική ευθεία προς τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, ένα μπαράζ αποκαλύψεων έχει φανερώσει το απαίσιο πρόσωπο του Τραμπ. Και η Χίλαρι κεφαλαιοποιεί όχι με βάση το δικό της πρόγραμμα αλλά με βάση το πόσο χάλια είναι το πρόσωπο του αντιπάλου της. Είναι η κλασική λογική του «Μικρότερου Κακού». Πραγματικά, μόνο απέναντι σε ένα τέτοιο τέρας όπως ο Τραμπ θα είχε την παραμικρή ελπίδα η Χίλαρι να πείσει ως «μικρότερο κακό».

Πρόκειται για ένα ακόμα επεισόδιο μιας πολύ μακράς παράδοσης στην αμερικανική πολιτική. Κάθε φορά που το Δημοκρατικό Κόμμα απογοήτευε την κοινωνική του βάση με την πολιτική του, εμφανιζόταν ο «μπαμπούλας» των Ρεπουμπλικάνων. Αμέσως σοβαρά τμήματα της Αριστεράς  εγκατέλειπαν τις κριτικές τους, αναφωνούσαν «έρχονται οι φασίστες!» και έριχναν όλο το βάρος τους στην υποστήριξη του Δημοκρατικού υποψήφιου. 
Το αποτέλεσμα ήταν η διαιώνιση της κυριαρχίας ενός καπιταλιστικού δικομματισμού στη διάρκεια της οποίας, εφαρμόστηκαν και από τους Δημοκρατικούς όλα εκείνα τα οποία οι αριστεροί υποστηρικτές τους «φοβούνταν πως θα κάνει η Δεξιά».  
Ο Αμερικανός μαρξιστής Χαλ Ντράπερ περιέγραψε τη λειτουργία και τις συνέπειες της λογικής του «Μικρότερου Κακού» το μακρινό 1967: ο Δημοκρατικός Λίντον Τζόνσον κλιμάκωσε κατακόρυφα την καταστροφή του Βιετνάμ, και ο Ντράπερ γνωρίζοντας πως πλησιάζουν εκλογές, έγραψε το προειδοποιητικό άρθρο «ποιος θα είναι το μικρότερο κακό το 1968;» για να εξηγήσει πως «το ίδιο το ερώτημα είναι η καταστροφή, όχι η απάντηση. Όταν στήνεται μια επιλογή ανάμεσα σε δύο αστούς πολιτικούς, η ήττα είναι να αποδεχόμαστε αυτόν τον περιορισμό». 
Γράφοντας το -κλασσικό πια- κείμενο αναφέρθηκε σε έναν συνομιλητή του που για να στηρίξει τους Δημοκρατικούς, επικαλέστηκε την άνοδο του Χίτλερ ως «ιστορικό μάθημα». Απαντώντας στο επιχείρημα, περιέγραψε πώς οι Σοσιαλδημοκράτες στήριξαν τον αριστοκράτη στρατηγό Χίντενμπουργκ απέναντι στον Χίτλερ το 1932 ως προφανές «μικρότερο κακό», για να δουν τον (νικητή) Χίντενμπουργκ να διορίζει καγκελάριο τον Χίτλερ. Κατέληγε ως εξής: «Είναι η κλασική περίπτωση όπου ο κόσμος ψήφισε το Μικρότερο Κακό και στο τέλος εισέπραξε και τα δύο». 
Το παράδειγμα είναι εξαιρετικής σημασίας. Πρώτον, γιατί πρόκειται για μια σκληρή επιλογή σε ακραίες συνθήκες βαθύτατης κρίσης και πραγματικά σοβαρής απειλής. Ακόμα και τότε, το «μικρότερο κακό» αποδείχθηκε ιστορική καταστροφή. 
Δεύτερον γιατί περιγράφει μια περίπτωση που δεν είναι «τι μπρόκολα, τι λάχανα». Ο Χίντενμπουργκ δεν ήταν ο Χίτλερ. Υπήρχε όντως πολιτική διαφορά μεταξύ τους και ήταν ένα πραγματικό Μικρότερο Κακό. Σε αυτό το σημείο, ο Ντράπερ επέμενε πως δεν πρόκειται για το «τι λάχανα, τι μπρόκολα»: «το δίδαγμα δεν είναι πως το Μικρότερο Κακό είναι πάντα ίδιο με το Μεγαλύτερο Κακό… αλλά ότι δεν μπορείς να αντιπαλέψεις την άνοδο των πιο δεξιών δυνάμεων, θυσιάζοντας την ανεξάρτητη δύναμή σου για να υποστηρίξεις δυνάμεις που βρίσκονται ένα βήμα μακριά τους». 
Στη διεθνή πολιτική ιστορία, αυτό το δίλημμα τέθηκε επανειλημμένα για δεκαετίες, κυρίως από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ως «απάντηση στη Δεξιά». Και έδειξε πως η οκταετία Ομπάμα έθρεψε το Tea Party, ο Τόνι Μπλερ άνοιξε το δρόμο στην κυριαρχία των Συντηρητικών, ο Ολάντ ανοίγει το δρόμο στην επιστροφή του Σαρκοζί ή την άνοδο της Λεπέν. 
Αυτά τα πρόσφατα παραδείγματα, έχουν τη δική τους σημασία. Αν ίσχυε μία φορά το αδιέξοδο του «μικρότερου κακού» σε εποχές που υπήρχαν πραγματικές και σοβαρές διαφορές, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού που οι αποστάσεις έχουν συρρικνωθεί, το αδιέξοδο ισχύει 10 φορές.
Στα δικά μας π.χ., ελάχιστη σημασία έχει αν η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι «μπρόκολα και λάχανα», από τη στιγμή που το δίλημμα που τίθεται είναι «Μνημόνιο με Τσίπρα ή Μνημόνιο με Μητσοτάκη».
Είναι καλοδεχούμενες οι στιγμές που η ριζοσπαστική Αριστερά είναι σε θέση να σπάσει με μαζικούς όρους τέτοια δίπολα, προσφέροντας (εκλογική) «πρόταση εξουσίας». Αλλά αυτές οι στιγμές είναι εξαιρετικές. Όλες τις υπόλοιπες, έχει να θυμάται τη ρήση του Χάουαρντ Ζιν, όταν εξηγούσε πως η αμερικανική Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια να παραδίδει την ανεξαρτησία της στο Δημοκρατικό Κόμμα κάθε τέσσερα χρόνια, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα έχει μετά να παλέψει ενάντια σε κυβέρνηση Ρεπουμπλικάνων: «Δεν έχει σημασία ποιος καταλαμβάνει το Λευκό Οίκο, αλλά ποιος κάνει καταλήψεις».
Αυτή η μακρόσυρτη διαδικασία του «διλήμματος» που μετατοπίζει διαρκώς προς τα δεξιά τον πολιτικό άξονα είναι σε εξέλιξη για δεκαετίες στις ΗΠΑ και φτάνει το 2016 σε παροξυσμό, με τους ψηφοφόρους στις ΗΠΑ να καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στον Τραμπ και τη Χίλαρι. 
Είναι τέτοιο το αδιέξοδο, που σε μια πρόσφατη έρευνα, ένας στους τρεις Αμερικάνους ηλικίας 18-35 ετών επιλέγει «να πέσει μετεωρίτης στη Γη» από ότι να εκλεγεί είτε ο Τραμπ είτε η Κλίντον! Μάλιστα τα αστεία γύρω από την υποψηφιότητα «Γιγάντιος Μετεωρίτης 2016» έχουν γίνει μόδα. Αυτοί οι νέοι, μέσα από τη πικρή, βιωμένη εμπειρία τους έχουν πραγματικά πολύ πιο καθαρό κριτήριο από ό,τι οι επιχειρηματολογούντες περί «μικρότερου κακού». Αλλά η ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να εργάζεται για να τους παρέχει μια χειροπιαστή εναλλακτική προτού η πολιτική σκηνή μετατοπιστεί τόσο δεξιά που η πρόσκρουση με μετεωρίτη θα μοιάζει πράγματι με λυτρωτική εναλλακτική λύση…