«…Οι γυναίκες μπορούν να λάβουν ανδρικά ονόματα και να ζήσουν ως άνδρες».

Θα μπορούσε να είναι ένα σχόλιο για την επικαιρότητα στην Ελλάδα του Οκτωβρίου του 2017. Αφορμή θα ήταν η κοινοβουλευτική συζήτηση περί νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου για τα τρανς άτομα. Κι όμως. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν… 100 χρόνια νωρίτερα. Στη Ρωσία. Λίγο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Οι πρώτες στην ιστορία επεμβάσεις επαναπροσδιορισμού του φύλου. Αλλαγή δημοσίων εγγράφων, χωρίς ιατρικές ή άλλες προϋποθέσεις.
Το «πανηγύρι όλων των καταπιεσμένων» ήταν έκρηξη απελευθέρωσης τόσο για ομοφυλόφιλους -άντρες και γυναίκες, που απαλλάσσονταν από τις διώξεις για τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό- όσο και για τους ανθρώπους που δεν ένιωθαν να τους εκφράζει το βιολογικό τους φύλο. Οι τρανς άνθρωποι τότε απέκτησαν με μιας τα δικαιώματα που τώρα, έναν αιώνα μετά, τους δίνει με το σταγονόμετρο η αστική δημοκρατία. Στην επαναστατημένη Ρωσία, όχι μόνο αναγνωρίζονταν άμεσα και χωρίς πολλές διατυπώσεις, αλλά και γίνονταν αποδεκτοί/ές, με το φύλο στο οποίο είχαν μεταβεί, στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού.
Όλη αυτή η επαναστατική παράδοση ισοπεδώθηκε και εξαφανίστηκε κάτω από τη λάσπη και τη λήθη, με την αντεπανάσταση της σταλινικής γραφειοκρατίας. Οι μπολσεβίκοι ξεκληρίστηκαν στις δίκες της Μόσχας, η εργατική τάξη τσακίστηκε και επέστρεψε με τον βούρδουλα στην παραγωγή. Οι γυναίκες κατέληξαν παιδοποιητικές μηχανές. Οι ομοφυλόφιλοι και οι τρανς κλείστηκαν στα ψυχιατρεία. Και πέρασε ένας αιώνας παγωνιάς.
Σήμερα, αποκαθίσταται ένα μικρό μέρος από τα δικαιώματα των τρανς ανθρώπων. Αλλά με τρόπο λειψό. Και άτολμο.
Αν θέλουμε να μιλάμε για ανθρώπινη χειραφέτηση και για μια ουσιαστικά απελευθερωμένη κοινωνία, πρέπει την ίδια στιγμή να αναγνωρίζουμε στα άτομα το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα να προσδιορίζουν τα ίδια το φύλο τους. Χωρίς το αστικό κράτος –με τους γιατρούς, τους δικαστές και τους παπάδες του– να έχει τον παραμικρό λόγο στα σώματα και τις ζωές των ανθρώπων. Χωρίς να εξαρτά τη φυλομετάβαση από ψυχιατρικές γνωματεύσεις, ορμονικές θεραπείες ή φαρμακευτικές αγωγές. Πολύ περισσότερο χωρίς να εξαρτά τον επαναπροσδιορισμό από χειρουργική επέμβαση/στείρωση. Χωρίς να υποβάλλει τα τρανς άτομα σε δαπανηρές, χρονοβόρες και κυρίως ψυχοφθόρες διαδικασίες. Χωρίς να τα υποχρεώνει να «αποδείξουν» ενώπιον δικαστηρίου το φύλο στο οποίο επιθυμούν να μεταβούν.
Είναι κομβικό για ένα άτομο να αυτοπροσδιορίζεται σύμφωνα με την προσωπική του αντίληψη για το σώμα ή το φύλο του. Το ζήτημα ξεκινά όταν κάποια/ος έχει διαφορετική αίσθηση για το φύλο που του/της αποδόθηκε στη γέννηση. Τι γίνεται, δηλαδή, όταν κάποιο άτομο καταχωρίσθηκε ως άντρας στο ληξιαρχείο, αλλά αισθάνεται ότι το φύλο αυτό δεν τον καλύπτει; Ή ότι κανένα από τα δύο φύλα δεν τον καλύπτει; Ή τι γίνεται με τους σιωπηλούς, αθόρυβους, ακρωτηριασμούς στα νεογέννητα; Με τις εκατοντάδες χειρουργικές επεμβάσεις που γίνονται –εντελώς αυθαίρετα– στα ίντερσεξ άτομα, με μοναδικό σκοπό τα νεογέννητα να «στριμωχτούν» σε ένα προκαθορισμένο έμφυλο καλούπι, από το οποίο σύμφωνα με τους γιατρούς «απέκλιναν»;
Έχει διαμορφωθεί και σχεδόν παγιωθεί ένα στερεοτυπικό δίπολο (αρσενικό/θηλυκό) και οτιδήποτε άλλο έξω και πέρα από αυτό είναι αόρατο, απαράδεκτο και εξοβελιστέο. Τεντώνουν, στριμώχνουν, κόβουν και ράβουν ανθρώπινα σώματα, μόνο και μόνο για να ανταποκρίνονται στην κατασκευασμένη εικόνα, που τίποτα το «φυσικό» δεν κουβαλά πάνω της.
Ας σκεφτούμε για μια στιγμή όλα εκείνα τα δημόσια έγγραφα που μας συνδέουν με κάτι. Ληξιαρχική πράξη γέννησης, γάμου, αστυνομική ταυτότητα, απολυτήρια, διπλώματα, πτυχία, άδεια οδήγησης, μισθωτήρια συμβόλαια, σύμβαση εργασίας, τραπεζικοί λογαριασμοί, κάρτες βιβλιοθήκης, διαβατήρια, αεροπορικά εισιτήρια, ιατρικές εξετάσεις. Και ας προσπαθήσουμε να μπούμε για μια στιγμή στη θέση ενός ανθρώπου που το φύλο με το οποίο είναι καταχωρισμένος/η είναι διαφορετικό από τη δική του προσωπική αντίληψη. Ας σκεφτούμε πώς είναι να είμαστε μαθήτριες, φοιτητές, πώς είναι να δουλεύουμε, να οδηγούμε, να συναλλασσόμαστε, να ταξιδεύουμε, να νοσηλευόμαστε. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς είναι να νιώθουμε «ξένο» προς εμάς το «επίσημα» καταχωρισμένο άτομο. Να νιώθουμε πως δεν είμαστε αυτό που εικονίζεται στη φωτογραφία. Να μην ταυτιζόμαστε με το άτομο εκείνο, του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται στο χαρτί. Και ας δοκιμάσουμε την έκπληξη, την απορία, τη δυσπιστία, τη δυσφορία, τον χλευασμό, την υποτίμηση των άλλων. Τη βία. Να πρέπει να εξηγήσουμε, να απολογηθούμε, να χαμηλώσουμε το βλέμμα, να υποκριθούμε, να υποστούμε τη βία. Και όλο αυτό, ας το πολλαπλασιάσουμε τώρα. Για μια ολόκληρη ζωή. Δεν είναι άδικο ή σκληρό. Είναι βασανιστικό. Και απάνθρωπο.
Ας συμφωνήσουμε σε κάτι: Η κοινωνία του Προκρούστη, που κατασκευάζει ανθρώπους σύμφωνα με προκαθορισμένα πρότυπα, δεν είναι μια ωραία κοινωνία. Είναι ένας άσχημος κόσμος, που πρέπει να καταστραφεί και να μην ξαναϋπάρξει ούτε σαν σημείωση στο υποσέλιδο της ιστορίας.