Οι εργαζόμενοι στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) της Λέσβου απεργούν για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους.

Είναι μια κινητοποίηση που έπρεπε να στρέφεται ενάντια στο θεσμικό ρατσισμό της κυβέρνησης, που έχει θύματα όχι μόνο εκατοντάδες πρόσφυγες και μετανάστες, αλλά και τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες Υποδοχής και Ταυτοποίησης Υπηκόων Τρίτων Χωρών, καθώς και τους εργαζόμενους στην Υπηρεσία Ασύλου.
Η Περιφερειακή Επιτροπή Εργαζομένων του ΚΥΤ Λέσβου στη Γενική Συνέλευσή της την Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018, με θέμα την έκρυθμη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί όσον αφορά τόσο τις συνθήκες εργασίας όσο και τις συνθήκες διαβίωσης των φιλοξενούμενων στο ΚΥΤ Λέσβου λόγω των συνεχώς αυξανόμενων ροών, αποφάσισε ομόφωνα την αποχή από την υπερωριακή εργασία το Σαββατοκύριακο 8-9/9 και τρίωρη στάση εργασίας για τη Δευτέρα 10/9. Κατά τη διάρκεια της στάσης εργασίας πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση-διαμαρτυρία στην είσοδο του ΚΥΤ Λέσβου.
Όπως καταγγέλλουν, η βασική αιτία του προβλήματος είναι το γεγονός ότι ο αριθμός των φιλοξενουμένων αυξάνεται διαρκώς, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να αγγίζει τις 8.500, ενώ η δυνατότητα φιλοξενίας δεν υπερβαίνει σε ανώτατο όριο τις 3.500! Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται και από το 18.1/9549 έγγραφο της διοίκησης της 27ης Ιουλίου 2018, με το οποίο ζητείται να αποτυπωθούν οι 3.100 κουκέτες διαμονής. Για να έχουμε ένα μέτρο της ασφυκτικής κατάστασης που έχει δημιουργηθεί, υπολογίζεται ότι αυτή τη στιγμή η πυκνότητα του φιλοξενούμενου πληθυσμού είναι πάνω από 2 άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο!
Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η κατάρρευση των δομών φιλοξενίας. Ενώ ο αριθμός των φιλοξενούμενων αυξάνεται, ο αριθμός του ιατρικού κλιμακίου του ΚΕΕΛΠΝΟ έχει αποδυναμωθεί και στα ραντεβού του έχει ξεπεράσει σε καθυστέρηση το ΙΚΑ και κοντεύει να ξεπεράσει και τα δημόσια νοσοκομεία. Αυτή τη στιγμή φτάνουν τα ραντεβού του στα τέλη Δεκέμβρη. Τα δε λύματα του Camp, που λόγω της αύξησης των φιλοξενουμένων έχουν επίσης πολλαπλασιαστεί, εξακολουθούν να ξεχειλίζουν στην είσοδο του Camp, υποχρεώνοντας φιλοξενούμενους και εργαζόμενους να ζουν πάνω σε αυτά και στη δυσοσμία τους, με τρομερό κίνδυνο για την υγεία τους. Σπαταλιέται άφθονο δημόσιο χρήμα σε εταιρείες εκκένωσης βόθρων, ενώ θα μπορούσε να γίνει αποχέτευση με λιγότερα λεφτά. Προβλήματα εμφανίζονται προφανώς και στη σίτιση και την καθαριότητα.
Άθλιες συνθήκες για τους εργαζόμενους, άθλιες συνθήκες και για τους φιλοξενούμενους, που έχουν να ξεπεράσουν και το ψυχολογικό σοκ της υποχρεωτικής φυγής από την πατρίδα τους λόγω του πολέμου. Ένας συνδυασμός που τους κάνει πιο επιρρεπείς, σύμφωνα με τους εργαζόμενους στο ΚΥΤ Λέσβου, σε ψυχικά νοσήματα και παραβατικές συμπεριφορές. Με λίγα λόγια, η πολιτική της κυβέρνησης να φτιάχνει ανθρώπινες φυλακές αντί για κέντρα φιλοξενίας είναι αυτή που κάνει δύσκολη τη ζωή των προσφύγων, αφόρητη την εργασία όσων εργάζονται σε αυτούς τους χώρους και δύσκολη τη συμβίωση των προσφύγων με τον ντόπιο πληθυσμό της Λέσβου (και των υπόλοιπων περιοχών όπου φιλοξενούνται πρόσφυγες). Προβλήματα που δεν πρόκειται να λυθούν, όπως μέσα στην απόγνωσή τους ζητάνε οι εργαζόμενοι στο ΚΥΤ Λέσβου, με την αύξηση της αστυνομικής δύναμης στο νησί, αλλά με την αύξηση των δαπανών, ώστε τα κέντρα φιλοξενίας να γίνουν ανθρώπινα, με την πρόσληψη του απαραίτητου προσωπικού για τις υποδομές και με την αποσυμφόρηση του ΚΥΤ Μόριας, δίνοντας άσυλο στους πρόσφυγες.
Στην απόγνωση των εργαζομένων συμβάλλει ο θεσμικός ρατσισμός της κυβέρνησης που, αντί να κάνει τα αυτονόητα, αδυνατίζει συνεχώς τις υπηρεσίες, ενώ, όπως καταγγέλλουν και οι Συμβασιούχοι συνάδελφοί τους της Υπηρεσίας Ασύλου, πληρώθηκαν για τον Ιούνιο και τον Ιούλιο στις αρχές του Σεπτέμβρη. Παρά μάλιστα τις δεσμεύσεις του Υπουργού για θέσπιση οδηγιών προς τους Αν. Προϊσταμένους της Υπηρεσίας Ασύλου και παρά την τοποθέτηση του Διευθυντή υπέρ της αποσύνδεσης του πειθαρχικού ελέγχου των συμβασιούχων από τις βεβαιώσεις των Αν. Προϊσταμένων, το Τμήμα Διαχείρισης και Εφαρμογής Προγραμμάτων συνεχίζει να εξαιρεί αυθαίρετα και παράνομα από την μισθοδοσία εργαζόμενους που έχουν υποβάλει αναφορές σε βάρος προϊσταμένων τους. Όσον αφορά τα χρήματα της επίσχεσης εργασίας που είχαν ασκήσει 110 περίπου συμβασιούχοι, μετά από 5 μήνες ακόμα δεν έχει βρεθεί λύση.