Η υποχρέωση του Τσίπρα να εφαρμόσει άμεσα τις αντεργατικές αντικοινωνικές δεσμεύσεις της συμφωνίας της 13ης Ιουλίου –το διαβόητο Μνημόνιο 3–, παρόλο που βρίσκεται στο αρχικό της στάδιο, ανατρέπει ήδη όλα τα δεδομένα, όλα τα σενάρια που έβλεπαν τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις να κυλούν ομαλά πάνω στις ράγες που χάραξε η εκλογική νίκη των μνημονιακών δυνάμεων στις 20 Σεπτέμβρη.

Η γενική απεργία στις 12 Νοέμβρη απέδειξε ότι τα περιθώρια μιας περιόδου «χάριτος» απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα είναι από ελάχιστα ως μηδενικά. Ακόμα πριν να δημοσιοποιηθούν τα συγκεκριμένα μέτρα των αντιμεταρρυθμίσεων που ξεκινούν το Μνημόνιο 3, οι ειδήσεις που διαρρέουν για το Ασφαλιστικό, για τα «κόκκινα δάνεια» για το κύμα της φοροεπιδρομής, έχουν βάλει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας κυριολεκτικά στην πρίζα. 
Το πρώτο καθήκον της ΛΑΕ, όπως και όλης της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς, είναι η οργανωμένη προσπάθεια για την ανατροπή του μνημονίου από τα κάτω. Η απόφαση της ΛΑΕ για συστηματική καμπάνια σχετικά με το Ασφαλιστικό και τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας είναι απόφαση σε σωστή κατεύθυνση. Εξίσου σωστή είναι η επιλογή της συστηματικής παρουσίας μελών και στελεχών της ΛΑΕ στην πρώτη γραμμή ακόμα και των «μικρών» γεγονότων αντιμνημονιακής δράσης.
Πρόγραμμα
Στην πρώτη Πανελλαδική Σύσκεψη –που έχει προπαρασκευαστικό και «μεταβατικό» χαρακτήρα, προετοιμάζοντας την «ιδρυτική» Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ερχόμενης άνοιξης–, απολύτως φυσιολογικά θα δοθεί έμφαση στη συζήτηση για το πρόγραμμα που θα πρέπει να στηρίζει την άμεση εμπλοκή της ΛΑΕ στην αντιμνημονιακή δράση. Η συμβολή του Κόκκινου Δικτύου σε αυτήν τη συζήτηση έχει τους εξής πυλώνες:
α) Το πρόγραμμα οφείλει να αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τη δέσμευση για την ανατροπή της λιτότητας μέσα από την ανατροπή των μνημονίων. Αυτό σημαίνει την πλήρη αποδοχή και την ανάδειξη των εργατικών-λαϊκών αιτημάτων σχετικά με το μισθό, τη σύνταξη, τη μείωση των φόρων, την αύξηση των κοινωνικών δαπανών που καθορίζουν την κατάσταση στο δημόσιο σχολείο, στο νοσοκομείο κ.ο.κ. Πρόκειται για αιτήματα που η εμπειρία της προηγούμενης περιόδου απέδειξε ότι για να ικανοποιηθούν απαιτείται η επιβολή μιας πολιτικής που θα μεταφέρει πλούτο και πόρους από το πάνω τμήμα της κοινωνίας στο κάτω. 
β) Η πολιτική αυτή είναι άμεσα συνδεδεμένη με κάποιους εμβληματικούς στόχους που ανέδειξαν οι αγώνες της αρχικής περιόδου της κρίσης. Πρόκειται για την υποχρέωση διαγραφής του χρέους, ξεκινώντας από την άμεση στάση πληρωμής τόκων και χρεολυσίων προς τους δανειστές, για την εθνικοποίηση των τραπεζών («υπό δημόσιο, δημοκρατικό, εργατικό έλεγχο»...), για το σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων και την ανάκτηση των μεγάλων δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών που ιδιωτικοποιήθηκαν.
γ) Η πείρα της «διαπραγμάτευσης» Τσίπρα αποδεικνύει ότι οι παραπάνω στόχοι δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθούν μέσα στο ευρώ και σε συμβιβασμό με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα που κυριαρχεί στην υπαρκτή σήμερα ΕΕ. Η θέση της ΛΑΕ ότι η έξοδος από το ευρώ και η σύγκρουση με τις ευρωηγεσίες αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την ανατροπή της λιτότητας είναι σωστή και επιβεβλημένη. Η θέση αυτή πρέπει απαραίτητα να «φωτίζεται» από τη βάση εκκίνησής της (ανατροπή της λιτότητας), αλλά και από την ευρύτερη προοπτική της.
δ) Το ΚΔ υπογράμμισε εγκαίρως ότι αν και η σύγκρουση με τις ευρωηγεσίες είναι αναγκαία συνθήκη, δεν είναι, ταυτόχρονα, και ικανή συνθήκη για μια πολιτική κοινωνικής απελευθέρωσης. Στην Ευρώπη σήμερα παρουσιάζονται τμήμα των αστικών τάξεων και των πολιτικών ηγεσιών (στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία) που βλέπουν την επιστροφή στο «εθνικό νόμισμα» ως πιθανό τμήμα ενός προγράμματος εξόδου του δικού τους καπιταλισμού από την κρίση, ενός προγράμματος που προβλέπει τη συνέχιση ή και την επιδείνωση της άγριας λιτότητας, σε βάρος των εργαζόμενων τάξεων. 
Για εμάς, λοιπόν, η έξοδος από το ευρώ είναι ένα αναγκαίο βήμα για να ολοκληρώσουμε την πολιτική αντιλιτότητας, ένας μεταβατικός «σταθμός» στην πορεία για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση των εργαζομένων και των λαϊκών δυνάμεων. Και όχι ένα τμήμα προγράμματος «εθνικής ανασυγκρότησης» της οικονομίας με βάση τον προστατευτισμό και τον ανταγωνισμό, πρόγραμμα που θεωρούμε ουτοπικό και συντηρητικό.
ε) Η πείρα της προηγούμενης περιόδου αποδεικνύει ότι ο αντιμνημονιακός αγώνας δεν περιορίζεται στην αναντικατάστατη συνδικαλιστική ή κινηματική δράση, ότι γίνεται απαραίτητα πολιτικός αγώνας, που πρέπει να αντιμετωπίζει άμεσα το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας. 
Γι’ αυτό θεωρούμε αναντικατάστατο το σύνθημα για την κυβέρνηση της Αριστεράς. 
Το σύνθημα αυτό συκοφαντήθηκε από τη συγκεκριμένη εφαρμογή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Η πείρα δείχνει ότι μια αυθεντική κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να στηρίζεται στις αδύναμες πλάτες της εκλογικής ανάθεσης, αλλά στην άμεση εμπλοκή των αγωνιζόμενων μαζών. Επίσης, μια αυθεντική κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός: υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις και συσχετισμοί δύναμης που επιτρέπουν ή αποκλείουν το ξεδίπλωμα της απελευθερωτικής δυναμικής αυτής της πολιτικής. Αυτά έχουν ήδη καταγραφεί ως σκληρές εμπειρίες, ειδικά της ριζοσπαστικής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ που συγκρούστηκε με την ηγεσία Τσίπρα. 
Παρ’ όλα αυτά, το σύνθημα για την κυβέρνηση της Αριστεράς διατηρεί την αξία του: Αφενός γιατί δίνει δυνατότητα ανεξάρτητης κεντρικής πολιτικής γραμμής ενάντια σε όλα τα αστικά κόμματα και τη σοσιαλφιλελεύθερη Κεντροαριστερά για όλο το μεγάλο διάστημα που οι συνθήκες δεν έχουν γίνει (ή δεν έχουν ακόμα γίνει) άμεσα επαναστατικές. Αφετέρου γιατί διαχωρίζει τη ριζοσπαστική Αριστερά από διάφορες νεφελώδεις αποχρώσεις κυβερνήσεων εθνικής ενότητας (π.χ. κυβέρνηση του λαού, κυβέρνηση σωτηρίας, εθνικής ανασυγκρότησης κ.ο.κ.). 
Στην παρούσα φάση, το σύνθημα για μια κυβέρνηση της Αριστεράς δείχνει πολιτικό προσανατολισμό και εναλλακτική λύση απέναντι στα αδιέξοδα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και στα σενάρια διεύρυνσής της προς την κατεύθυνση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Στο πρακτικό πολιτικό πεδίο, είμαστε στην αρχή της πορείας συγκρότησης των δυνάμεων που θα μπορούν, ξανά, να δώσουν στο σύνθημα της κυβέρνησης της Αριστεράς την απειλητική προς τους καπιταλιστές διάστασή του.
Κοινή κοίτη
Στις μέχρι τώρα συζητήσεις, οι δυνάμεις του Κόκκινου Δικτύου υποστηρίζουν θερμά τις διαδικασίες συγκρότησης της ΛΑΕ, κάνοντας λόγο για ένα μέτωπο της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Φροντίζοντας επίσης να συμπληρώνουμε ότι η μέχρι σήμερα συγκρότηση της ΛΑΕ δεν ολοκληρώνει αυτήν την προσπάθεια, αλλά συγκροτεί ένα μέτωπο «υπό κατασκευή». 
Αυτά σημαίνουν ότι η ΛΑΕ οφείλει να επιμείνει στη διεύρυνσή της. Προς τις άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις που «απελευθέρωσε» η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, προς δυνάμεις που προέρχονται από την άκρα Αριστερά και κάνουν το βήμα να ξεπερνούν το σεχταρισμό, προς δυνάμεις που προέρχονται από το ΚΚΕ.
Τα καθήκοντα που έρχονται είναι μεγάλα. Η αντιμετώπισή τους προϋποθέτει μια κοινή κοίτη της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αυτός ο στόχος πρέπει να υπηρετηθεί με συνδυασμό πρωτοβουλιών: Χρειαζόμαστε σχήματα συντονισμού και συστηματοποίησης της κινηματικής δράσης. Χρειαζόμαστε ένα σχήμα συστηματοποίησης της πολιτικής συζήτησης, ανάλογο με τον Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς στις αρχές του 2000...
Όμως αυτός ο στόχος πρέπει να υπηρετηθεί και από την ίδια τη διαδικασία της συγκρότησης της ΛΑΕ. Ένα «μέτωπο» που θα απαρτίζεται από πολιτικές οργανώσεις, ομάδες, κινήσεις, αλλά και φυσικά πρόσωπα (ανένταχτους-ες αγωνιστές-τριες της Αριστεράς) είναι εφικτό να λειτουργήσει ουσιαστικά, αλλά υπό προϋποθέσεις: Δίνοντας έμφαση στη δημοκρατική λειτουργία σε όλα τα επίπεδά του. Δίνοντας στις «οργανώσεις βάσης» μεγαλύτερο ρόλο, αρμοδιότητες και εξουσίες στο χώρο ή στα ζητήματα ευθύνης τους, αλλά και έναν χαρακτήρα «δικτύου» στον αναγκαίο μηχανισμό διασύνδεσης μεταξύ τους, π.χ. με έμφαση στους συντονισμούς, με αναγνώριση των «οριζόντιων» επικοινωνιών κ.ο.κ.
Ο στόχος της ευρύτερης συσπείρωσης δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς πρέπει να υπηρετηθεί και από το χειρισμό της διαδικασίας του προγράμματος: όπου πρέπει να γίνονται τα αναγκαία πολιτικά προχωρήματα, αλλά χωρίς να «κλείνουν» κάποια κρίσιμα διλήμματα με τρόπο που θα αποκλείει δυνάμεις. Η περίοδος μέχρι την πρώτη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια ευκαιρία για τη συσπείρωση του μέγιστου εφικτού δυναμικού. 
Σε ένα έδαφος σκληρό, μέσα από τη διάψευση των ελπίδων προς τον ΣΥΡΙΖΑ, σε ένα έδαφος που μπορεί γρήγορα ξανά να γίνει γόνιμο, μέσα από το ξεδίπλωμα της αντιμνημονιακής αντίστασης, η ΛΑΕ μπορεί και πρέπει να παίξει κρίσιμο ρόλο:
Να συμβάλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη ενός μαζικού, σοβαρού, υγιούς πόλου της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα. Ενός μετώπου που θα μπορεί στην πράξη να κάνει αντικαπιταλιστική πολιτική.