«Ασφάλεια» εναντίον δημοκρατικών δικαιωμάτων

Μ ε την ορκωμοσία της κυβέρνησης Μητσοτάκη και την είδηση ότι στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη επικεφαλής τίθεται ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο ότι η κυβέρνηση θα κινηθεί με εξαιρετικά αυταρχικό τρόπο. Και μόνο η υπαγωγή του πρώην Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ήταν η πρώτη κίνηση που έδειχνε με καθαρό τρόπο ότι η κυβέρνηση θα κινηθεί με άξονα το περιβόητο δόγμα του «νόμου και της τάξης», ορίζοντας το ζήτημα των προσφύγων και μεταναστών/τριών από ζήτημα κοινωνικής πολιτικής σε ζήτημα ασφάλειας και καταστολής. 
Οι πρώτες εβδομάδες διακυβέρνησης της ΝΔ δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τις προθέσεις της: 15.000 προσλήψεις αστυνομικών, επανασύσταση της ομάδας ΔΕΛΤΑ, κατάργηση πανεπιστημιακού ασύλου, αστυνομοκρατία στα Εξάρχεια, ρατσιστική και αντιπροσφυγική πολιτική, ηλεκτρονικό φακέλωμα. Αυτή η πολιτική είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τις δημοκρατικές ελευθερίες και η αντίσταση στην κρατική καταστολή οφείλει να γίνει «αντικείμενο» του κινήματος και της Αριστεράς.
Ο κρατικός αυταρχισμός επιχειρείται να υποστηριχτεί από μία ψευδή προπαγάνδα τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τα μέσα ενημέρωσης που τη στηρίζουν πολιτικά –και δεν είναι λίγα. Όλη η επιχειρηματολογία στηρίζεται σε μια γενικόλογη επίκληση στο αίσθημα ασφάλειας που υποτίθεται ότι λείπει (εάν δεν έχει χαθεί ολοκληρωτικά), ενώ ο κίνδυνος που απειλεί την ασφάλεια των πολιτών είναι συνήθως κατασκευές που είτε έχουν ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα, είτε είναι χοντροκομμένα ψέματα που αξιώνουν να γίνουν αποδεκτά με μια συστηματική επανάληψη, τύπου Γκέμπελς.
Το «άβατο» των Εξαρχείων
Η περίπτωση των Εξαρχείων και η επιχείρηση αστυνομικής τρομοκρατίας που έχει εξαπολυθεί, αποτελεί το «παράδειγμα» για την κυβέρνηση, το πολιτικό και συμβολικό στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί απέναντι σε κάθε μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης. Την ίδια στιγμή αυτό που επιδιώκει ευρύτερα είναι να νομιμοποιήσει ντε φάκτο την αστυνομική βία και την αστυνομική αυθαιρεσία.
Η συζήτηση για την περιοχή των Εξαρχείων δεν είναι καινούρια και στη διάρκεια της μεταπολίτευσης οι κυβερνήσεις έχουν δοκιμάσει διάφορα σχέδια «εκκαθάρισης» της περιοχής με την πυγμή των γκλομπ και των δακρυγόνων, αντιμετωπίζοντας κάθε φορά την αντίσταση των κατοίκων, των κινημάτων, της Αριστεράς, της νεολαίας. Η πλούσια ιστορία της, από τη σκοπιά των κοινωνικών αγώνων και της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης, της έντονης αμφισβήτησης των εκάστοτε κυρίαρχων πολιτικών, των πολιτικών συλλογικοτήτων και των στεκιών της Αριστεράς και του αναρχικού χώρου, είναι το πιο ενοχλητικό αγκάθι για το κράτος και τις κυβερνήσεις. Γι’ αυτό το λόγο προσπαθούν συστηματικά να παρουσιάσουν τους/ις αγωνιστές/τριες –αλλά και τους κατοίκους– περίπου ως ανθρώπους που επιδίδονται καθημερινά σε κάθε είδους βανδαλισμούς και ταραχές.
Εκτός από την κατασυκοφάντηση χιλιάδων ανθρώπων που αγωνίζονται ενάντια σε αντικοινωνικές πολιτικές, η άλλη συστηματική επιλογή των κρατικών μηχανισμών είναι η προώθηση των μαφιών των ναρκωτικών στην περιοχή, πάντα με την ανοχή –και τη συνεργασία– της αστυνομίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που στα Εξάρχεια αλωνίζουν οι μαφίες και οι έμποροι του θανάτου, αλλά είναι γεγονός πως το τελευταίο χρονικό διάστημα η παρουσία τους έχει γίνει ανυπόφορη και κοινωνικά επικίνδυνη. Η κατευθυνόμενη από το κράτος και το παρακράτος αγορά ναρκωτικών έχει κοινωνικές συνέπειες: τη συγκέντρωση τοξικοεξαρτημένων, την εμφάνιση βίαιων και αντικοινωνικών συμπεριφορών, την αύξηση της μικροεγκληματικότητας. Το πρόβλημα αυτό είναι  σοβαρό και υπαρκτό με μεγαλύτερο κοινωνικό αντίκτυπο και ως τέτοιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται. Αν οποιαδήποτε κυβέρνηση ήθελε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των ναρκωτικών, θα έπρεπε να κυνηγήσει τα «μεγάλα ψάρια» που εισάγουν τόνους παράνομων ναρκωτικών ουσιών και τις μαφίες που τα διακινούν, ενώ ταυτόχρονα θα έπρεπε να δημιουργήσει δημόσιες δομές απεξάρτησης για τους τοξικοεξαρτημένους και όχι να τους αντιμετωπίζει ως εγκληματίες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις μαφίες. Η διεθνής πείρα αποδεικνύει ότι η αποποινικοποίηση για τους χρήστες είναι η μοναδική βάση αντιμετώπισης του προβλήματος, ενώ η κατασταλτική πολιτική οδηγεί στη γιγάντωση των μαφιών και τη διασύνδεσή της -σε υψηλό επίπεδο- με την αστυνομία.
Σε μία περιοχή, λοιπόν, όπου η καθημερινότητα παρουσιάζεται σχηματικά –και ψευδώς– από το δίδυμο καθημερινοί βανδαλισμοί και ναρκωτικά, έρχεται ο κοινωνικός αυτοματισμός, περίπου αυτονόητα, να απαντήσει ότι η παρέμβαση του κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών είναι «απαραίτητη», για να λυθούν τέτοιου τύπου «ζητήματα» και να πάψει να είναι η περιοχή άβατο. Η πραγματικότητα είναι πως η περιοχή των Εξαρχείων για πολλά χρόνια έχει αποτελέσει «άβατο» για τα ΜΑΤ και την καταστολή, για τους φασίστες και τους εθνικιστές, για ρατσιστικές και γενικά συντηρητικές ιδέες και πρακτικές.
Σχέδιο τρομοκρατίας 
και αστυνομοκρατίας

Με τους βαρύγδουπους ισχυρισμούς για «πάταξη της βίας και της ανομίας» και τους προεκλογικούς ισχυρισμούς του Μητσοτάκη ότι «θα τελειώσουμε με τα Εξάρχεια», έχει ξεδιπλωθεί από τα τέλη Αυγούστου μία επιχείρηση αστυνομοκρατίας και καταστολής άνευ προηγουμένου. Η αρχή έγινε με την εκκένωση τεσσάρων καταλήψεων προσφύγων στα Εξάρχεια στα πλαίσια μιας επιχείρησης η οποία υποτίθεται ότι είχε στόχο να «ανακαλύψει» όπλα και ναρκωτικά, με τραγελαφικό αποτέλεσμα να αναγκάζεται η αστυνομία σε ανακοίνωσή της να πει, έστω και σε μία φράση, ότι δεν βρήκαν τίποτα. Αντιμετώπισαν όμως τον «κίνδυνο» και την «απειλή» περίπου 150 προσφύγων. Είναι προφανές πως η αναζήτηση ναρκωτικών και όπλων ήταν μόνο το πρόσχημα. Άλλωστε, διαρροές στον Τύπο τις επόμενες μέρες αποκάλυψαν ότι το σχέδιο της αστυνομίας είναι το χτύπημα όλων των πολιτικών και κοινωνικών χώρων στην περιοχή των Εξαρχείων.
Η επιχείρηση συνοδεύτηκε από τη μόνιμη στρατοπέδευση δεκάδων διμοιριών ΜΑΤ στην περιοχή, φαινόμενο μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα: δεν υπάρχει άλλη γειτονιά σε κάποια πόλη η οποία να «φρουρείται» διαρκώς από τις δυνάμεις καταστολής.
Οι μέρες που ακολούθησαν είναι χαρακτηριστικές για το σχέδιο κυβέρνησης και αστυνομίας. Οι ένστολοι τραμπούκοι του Χρυσοχοΐδη καθημερινά τρομοκρατούν και παρενοχλούν αδιακρίτως όποιον και όποια περνάει από τα Εξάρχεια, ενώ οι βραδινές επιθέσεις στην πλατεία με ξύλο και δακρυγόνα έχουν γίνει καθημερινότητα. Συνήθως, η «αφορμή» για τέτοιες επιθέσεις είναι η δράση μειοψηφικών ομάδων με αντικοινωνικά χαρακτηριστικά, που έχουν θεοποιήσει τη φυσική σύγκρουση με την αστυνομία και, δυστυχώς, δίνουν συνέχεια αφορμές για ολοένα μεγαλύτερη ένταση της καταστολής. Ακόμα και να μην υπήρχαν αυτές οι αφορμές, γνωρίζουμε πολύ καλά πως η αστυνομία μπορεί να εφεύρει άλλες.
Ωστόσο δεν είναι αυτός ο κανόνας. Το τελευταίο τετραήμερο του Αυγούστου, συλλογικότητες των Εξαρχείων, για δεύτερη χρονιά, ένα πολιτικό-πολιτιστικό φεστιβάλ στην πλατεία Εξαρχείων με τον τίτλο «Αναψυκτήριο τα ωραία Εξάρχεια», διεκδικώντας να φύγουν οι μαφίες των ναρκωτικών από τη γειτονιά, με συναυλίες, συζητήσεις και εκθέσεις βιβλίων. Η επιλογή της αστυνομίας τις τρεις από τις τέσσερις μέρες ήταν να επιτεθεί απρόκλητα σε αυτούς και αυτές που συμμετείχαν, με δακρυγόνα –με σαφή στόχο να διαλύσουν τη διοργάνωση– ενώ ταυτόχρονα έριξαν επανειλημμένα δακρυγόνα σε κλειστούς χώρους (χαρακτηριστικότερη η περίπτωση του Κ-ΒΟΞ), απειλώντας ανθρώπινες ζωές. Φυσικά, μετά από όλα αυτά οι μαφίες των ναρκωτικών επέστρεψαν ανενόχλητες, συνεχίζοντας να κάνουν μπίζνες, αφού πρώτα τα ΜΑΤ είχαν «καθαρίσει το πεδίο».
Οι μαρτυρίες των κατοίκων είναι γεμάτες από αγανάκτηση ενάντια στην αστυνομοκρατία, στην αποπνικτική ατμόσφαιρα από τις συνεχείς ρίψεις δακρυγόνων, από τον διαρκή έλεγχο σε κάθε καθημερινή τους δραστηριότητα. Αυτό συμπυκνώνει και το «πρόβλημα» των Εξαρχείων. Η κυβέρνηση δεν έχει καμία πρόθεση να αντιμετωπίσει το εμπόριο ναρκωτικών και τις μαφίες. Αντίθετα θέλει να επιδείξει πολιτική πυγμή, αξιοποιώντας την αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων και το κλίμα σχετικής κοινωνικής ειρήνης που κληρονόμησε από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στέλνοντας σαφές μήνυμα για το ποια θα είναι η αντιμετώπιση κάθε προσπάθειας κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης στις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές της κυβέρνησης. 
Άσυλο και επιχειρηματικά 
συμφέροντα

Η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου είναι κομμάτι του ίδιου σχεδίου όξυνσης της κρατικής καταστολής. Σε αυτή την περίπτωση οι περιγραφές περί «κέντρων ανομίας και εγκληματικότητας» περάν του γεγονότος ότι είναι χοντροκομμένα ψέματα, συγκρούονται με την πραγματικότητα που βιώνουν δεκάδες χιλιάδες φοιτητές και φοιτήτριες, εκαπιδευτικοί και εργαζόμενοι στα πανεπιστήμια. Είναι προφανές ότι το ακαδημαϊκό άσυλο δεν έχει να κάνει με την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, αυτή είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη. Αυτό που προστατεύει είναι αφενός την ελευθερία να μπορούν οι φοιτητές/τριες να συνδικαλίζονται, να οργανώνουν συλλογικά αγώνες και αντιστάσεις, χωρίς τα απειλητικά βλέμματα της ασφάλειας και το απειλητικό γκλομπ των ΜΑΤ, καθώς είναι μία από τις πιο σημαντικές δημοκρατικές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης. Αφετέρου, διασφαλίζει την ελεύθερη επιστημονική έρευνα, αλλά και την ανάπτυξη κριτικών θεωρήσεων για την κοινωνία, την οικονομία, την παραγωγή, τους κρατικούς θεσμούς. Διασφαλίζει δηλαδή, με μία έννοια, τη δυνατότητα η πανεπιστημιακή έρευνα να λειτουργεί με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις της αγοράς και των επιχειρήσεων, κάτι που έχει μπει στο στόχαστρο σαφώς και επιθετικά από τη νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας.
Η προστασία των επιχειρηματικών συμφερόντων σε συνδυασμό με τα «αναπτυξιακά σχέδια» της κυβέρνησης είναι μία σημαντική, αλλά σχετικά «σκοτεινή» πτυχή της επιχείρησης αστυνομοκρατίας στα Εξάρχεια. Κορυφαία κυβερνητικά στελέχη δηλώνουν πως το σχέδιο είναι «να γίνει η Ελλάδα μια χώρα φιλόξενη για επενδύσεις», το οποίο σημαίνει φοροελαφρύνσεις για το κεφάλαιο, κατάργηση δικλίδων προστασίας των εργατικών συμφερόντων και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, κατάργηση των όποιων περιορισμών στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των πρόθυμων επενδυτών κλπ. Είναι κοινό μυστικό ότι τόσο στα Εξάρχεια όσο και γενικότερα στο κέντρο της Αθήνας εξελίσσεται μια διαδικασία μαζικής αγοράς ακινήτων από ξένα επενδυτικά funds (που σε συνδυασμό με την έξαρση της βραχυχρόνιας μίσθωσης έχουν εκτινάξει στα ύψη τα ενοίκια), προφανώς μη γνωρίζοντας προς το παρόν με σαφήνεια ποια είναι η πρόθεση αξιοποίησής τους. Το σίγουρο είναι πως αυτά τα επιχειρηματικά συμφέροντα «απαιτούν» ησυχία, τάξη και ασφάλεια και η κυβέρνηση δίνει τα διαπιστευτήριά της. Μπορεί αυτή η πτυχή να είναι σχετικά αόρατη προς το παρόν, αλλά είναι σίγουρο πως αποτελεί ένα μικρό μεν, αλλά σημαντικό κομμάτι που συμπληρώνει το παζλ της εξήγησης του κατασταλτικού σχεδίου της κυβέρνησης.
Μαζική αντίσταση
Το ζήτημα της έντασης της κρατικής καταστολής, που συμπυκνώνεται αυτές τις μέρες στη «μάχη των Εξαρχείων», είναι ένα ζήτημα που αφορά όλη την κοινωνία και όχι μόνο τη συγκεκριμένη περιοχή και όσους/ες ζουν ή εργάζονται σε αυτή. Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς που επιμένουν στις δυνατότητες δημιουργίας μαζικής κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης, δεν μπορούν ούτε να σφυρίζουν αδιάφορα, ούτε να υπεκφεύγουν με τοποθετήσεις που ορθώς προσπαθούν να γενικεύσουν κάποια πολιτικά ζητήματα, αλλά αποφεύγουν να μιλήσουν για την ταμπακιέρα.
Η εμπειρία των κοινωνικών αγώνων με βεβαιότητα μπορεί να μας πει ότι βασική προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της κρατικής καταστολής είναι η μαζική εμπλοκή συλλογικοτήτων και ανθρώπων: η δύναμή μας δεν μπορεί να βρίσκεται σε κάποια επιχειρησιακή ή «στρατιωτική» υπεροχή απέναντι στην αστυνομία, αλλά στη δυνατότητά μας να υπερασπιζόμαστε με συλλογικό τρόπο τις γειτονιές μας, τις σχολές μας και τα σχολεία μας από τις επιθέσεις της αστυνομίας ή του παρακράτους. Η δύναμή μας βρίσκεται στη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη. Και είναι προφανές για εμάς ότι η αλληλεγγύη μας σε κάθε χώρο που δέχεται την επίθεση της κρατικής καταστολής είναι παραπάνω από αυτονόητη.
Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και το σχέδιο αστυνομοκρατίας στα Εξάρχεια, αλλά και τις μαφίες των ναρκωτικών που αλωνίζουν. Η όσο το δυνατόν πιο ενεργή συμμετοχή των κατοίκων και των συλλογικοτήτων της περιοχής μπορεί να οργανώσει μια σειρά πολιτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων (πολιτικές συζητήσεις, μουσικές συναυλίες, θεατρικά δρώμενα, εκθέσεις βιβλίων κ.ά.), που μπορούν να απομονώσουν τις μαφίες των ναρκωτικών, ενώ την ίδια στιγμή θα δυναμώνει η συλλογικότητα. Ακόμα και η υπεράσπιση των χώρων μας, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να έχει τέτοια μαζικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, ώστε να γίνεται πραγματικά κοινωνική υπόθεση. Αυτός ο χαρακτήρας της μαζικής κοινωνικής αντίστασης στην κρατική καταστολή θεωρούμε ότι πρέπει να αναδειχθεί και στη διαδήλωση το Σάββατο 14 Σεπτέμβρη, στις 12 το μεσημέρι στα Προπύλαια, που καλούν στέκια και καταλήψεις των Εξαρχείων. Η συμμετοχή στη διαδήλωση και άλλων συλλογικοτήτων, όπως η Λαϊκή Συνέλευση Εξαρχείων και το δημοτικό σχήμα «Ανυπότακτη Αθήνα», μπορούν να συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Στόχος μας πρέπει να είναι η έκφραση στο δρόμο μιας όσο γίνεται πιο μαζικής απάντησης στην κρατική καταστολή, δηλώνοντας ότι θα μας βρουν μπροστά τους σε κάθε σχέδιο αστυνομοκρατίας.