Μια ομάδα Ινδών αγωνιστών-στριών ταξίδεψε ως το κατεχόμενο κι αποκλεισμένο Κασμίρ, για να καταγράψει και διαδώσει την αλήθεια για την κατάσταση εκεί τους τελευταίους μήνες. Η Kavita Krishnan, πολιτικό στέλεχος της ινδικής Αριστεράς και του γυναικείου κινήματος, που συμμετείχε στην αποστολή, έδωσε συνέντευξη στο περιοδικό Jabocin. Εδώ παραθέτουμε αποσπάσματα από όσα είπε. Ολόκληρη η συνέντευξη υπάρχει στο Rproject.gr

Για τις αιτίες της διαμάχης:
Η πολύχρονη σύγκρουση στο Τζαμού και Κασμίρ, όπως και πολλές άλλες διαμάχες στην [ινδική] υπο-ήπειρο, έχει ως πρωταρχική αιτία τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Η ανεξαρτησία της συνοδεύτηκε από έναν αιματηρό διαμελισμό και διακοινοτική βία μεταξύ Ινδουιστών και Μουσουλμάνων. Οι περισσότερες περιοχές με μουσουλμανική πλειοψηφία, που βρίσκονταν μεταξύ των δύο χωρών, παραχωρήθηκαν στο Πακιστάν. Υπήρχαν πολλά «πριγκηπικά κρατίδια» [ΣτΜ: ημι-αυτόνομες περιοχές σε σχέση εξάρτησης από τη Βρετανική Αυτοκρατορία] που είχαν την επιλογή είτε να διατηρήσουν την αυτονομία τους είτε να προσχωρήσουν σε ένα από τα δύο νέα ανεξάρτητα έθνη. Το Τζαμού και Κασμίρ ήταν ένα τέτοιο πριγκηπικό κρατίδιο. Η γεωπολιτική του τοποθεσία και το γεγονός ότι είχε μουσουλμανική πλειοψηφία έκαναν πιο λογική την επιλογή της ένωσης με το Πακιστάν.  
Αλλά το κρατίδιο είχε έναν Ινδό κυβερνήτη, το Μαχαραγιά Χάρι Σινγκχ, που δεν ήθελε να ενωθεί ούτε με την Ινδία ούτε με το Πακιστάν. Ενώ οι κάτοικοι του κρατιδίου, μουσουλμάνοι και παντίτ (ινδουιστές), θεωρούσαν σημαντική την ταυτότητά τους ως λαός του Κασμίρ. Έτσι, μεταξύ Αυγούστου και Οκτώβρη του 1947, το Τζαμού και Κασμίρ παρέμεινε ανεξάρτητο. 
Τον Οκτώβρη του 1947, αντιμέτωπος με μια ένοπλη εισβολή  πολιτοφυλακών Αφγανών φυλάρχων που υποστηρίζονταν από το Πακαιστάν, ο Μαχαραγιάς Χάρι Σινγκχ στράφηκε προς την Ινδία για βοήθεια. Τότε υπέγραψε την Πράξη Προσχώρησης, μια σύμβαση που επέτρεπε στο Τζαμού και Κασμίρ να διατηρήσει την αυτονομία του σε όλα τα επίπεδα εκτός από την άμυνα, την εξωτερική πολιτική και τις επικοινωνίες. Η Πράξη Προσχώρησης έλεγε με σαφήνεια ότι το κράτος δεν δεσμευόταν από το Σύνταγμα της Ινδίας. Επίσης προέβλεπε ότι η απόφαση του ηγέτη να προσχωρήσει στην Ινδία έπρεπε να εγκριθεί από το λαό του κράτους σε δημοψήφισμα. Η σύμβαση ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα της Ινδίας ως «Άρθρο 370». 
Ο λαός του Κασμίρ εκείνη την περίοδο αισθανόταν ότι η «Κασμιριγιάτ» (η «κασμίρι» ταυτότητα) και η αυτονομία του θα ήταν πιο ασφαλής σε μια κοσμική, δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, ομόσπονδη Ινδία από ό,τι στο Πακιστάν. 
Αλλά τα χρόνια που ακολούθησαν, οι κυβερνήσεις της Ινδίας μετέτρεψαν το Άρθρο 370 σε κενό γράμμα και υπέβαλαν το Τζαμού και Κασμίρ σε διαδοχικές προδοσίες.  
Ποιο άλλο κρατίδιο της Ινδίας είχε τον ηγέτη του (Σεΐχης Αμπντάλα) φυλακισμένο για δυο δεκαετίες; Ποιο άλλο κρατίδιο της Ινδίας έχει μαζικούς τάφους με θαμμένα χιλιάδες θύματα κρατικών δολοφονιών –χωρίς να υπάρχει κατακραυγή στα ΜΜΕ και στη Βουλή;
Καταργώντας το Άρθρο 370 (και το Άρθρο 35Α), που αποτελούσαν τα κουρελιασμένα σύμβολα της υπόσχεσης για αυτονομία, η κυβέρνηση Μόντι έκαψε τη συνταγματική γέφυρα που ένωνε το Κασμίρ με την Ινδία. Πλέον το φύλο συκής δεν υπάρχει. Αυτό που έχει απομείνει είναι ο ανοιχτός, βίαιος στρατιωτικός έλεγχος πάνω στο λαό του Κασμίρ. 
Για την κατάσταση σήμερα:
Όλο το Κασμίρ ήταν μια φυλακή. Έχει διακοπεί κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο –το ίντερνετ, οι σταθερές τηλεφωνικές γραμμές, τα κινητά τηλέφωνα. Κάθε δρόμος έχει παραστρατιωτικά μπλόκα και συρματοπλέγματα εμποδίζουν κάθε κίνηση. Οι άνθρωποι βρίσκονται σε ακραία άσχημη ψυχολογική κατάσταση –γεμάτοι θυμό και πόνο. 
Υπήρχε μια ακόμα πιο αποτρόπαια κι υφέρπουσα μέθοδος ελέγχου του πληθυσμού: Οι μαζικές παράνομες προσαγωγές παιδιών 9 και 10 χρονών. 
Σε μια γειτονιά της Πουλγουάμα, ακούγαμε έναν άντρα να μας λέει πόση λίγη πίστη είχε στις διαβεβαιώσεις μας ότι γυρνώντας στο Δελχί θα πούμε την αλήθεια. Εκείνη την ώρα μας πλησίασε μια γυναίκα, με έπιασε από το χέρι και με δάκρυα στα μάτια μας είπε οργισμένη κάτι στα Κασμίρι. Ο άντρας μετάφρασε: «Λέει “οι δυνάμεις ασφαλείας πήραν τον γιο μου το 2005 και δεν τον επέστρεψαν ποτέ. Δεν έχει νόημα να μιλάω μαζί σας –μπορείτε να τον φέρετε πίσω;”». Αν και ήξερα για τέτοιες εξαφανίσεις, ήταν τερατώδες να βλέπεις τα παιδιά να χρησιμοποιούνται ως μέσο ελέγχου ενός ολόκληρου λαού. 
Ο Μόντι και ο υπαρχηγός του Αμίτ Σαχ επαναλάμβαναν το πανάρχαιο επιχείρημα υπέρ της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας: πρέπει να απελευθερώσουμε τις γυναίκες του Κασμίρ. Ένας διπλωμάτης της προηγούμενης κυβέρνησης του κόμματος του Κογκρέσου είχε ισχυριστεί ότι το Κασμίρ είναι 200 χρόνια πίσω από «την υπόλοιπη Ινδία».   
Αντίθετα, ανακαλύψαμε ότι στην ύπαιθρο του Κασμίρ υπήρχε υψηλό επίπεδο μόρφωσης και κανένα ίχνος ακραίας εξαθλίωσης και φτώχειας, όπως αυτά που χαρακτηρίζουν την ύπαιθρο της Βόρειας Ινδίας. Τα κορίτσια κι οι γυναίκες του Κασμίρ είχαν ιδιαίτερα ισχυρές απόψεις.. Όταν τους αναφέρεις τους ισχυρισμούς του Μόντι ότι τις απελευθερώνει, οι νεαρές γυναίκες απαντούσαν οργισμένα:
«Ποιος θα μας απελευθερώσει; Οι ηγέτες του BJP που ισχυρίζονται ότι οι άντρες στην Ουτάρ Πραντές ή στην Χαριάνα (όπου υπάρχει έλλειψη γυναικών σε σχέση με τον αντρικό πληθυσμό) θα μπορέσουν τώρα να προμηθευτούν καλές νύφες από το Κασμίρ; Μήλα και ροδάκινα του Κασμίρ είμαστε; Αγαθά που προσφέρονται για λεηλασία από τους κατακτητές μας;». 
Για την πολιτική της κυβέρνησης Μόντι σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις:
Οι προηγούμενες κυβερνήσεις της Ινδίας, που ελέγχονταν από το Κόμμα του Κογκρέσου, είχαν μια πολυεπίπεδη προσέγγιση απέναντι στο Κασμίρ: Δημιουργούσαν πελατειακές τοπικές κυβερνήσεις. Μιλούσαν για την ανάγκη «να κερδίσουμε τις καρδιές και τα μυαλά». Προσπαθούσαν να πείσουν τη διεθνή κοινότητα ότι η διεξαγωγή εκλογών και το Άρθρο 370 αποδεικνύουν ότι ο λαός του Κασμίρ στηρίζει την ινδική κυβέρνηση. Και την ίδια ώρα, εξαπέλυαν ένα καθεστώς εκτελέσεων κατά την προσαγωγή, μαζικών τάφων, αεροβόλων όπλων και σφαγών άοπλων διαδηλωτών.   
Η πολιτική της κυβέρνησης Μόντι δεν προσφέρει κανένα άλλοθι. Όπως λένε στο Κασμίρ, «Το Κογκρέσο μας μαχαιρώνει πισώπλατα, το BJP έρχεται μπροστά μας και μας μαχαιρώνει». Το BJP ακολουθεί πολιτική «πυρός και σιδήρου». Συνεπές με τις φαντασιώσεις του ινδουιστικού εθνικισμού του, παρουσιάζει το Κασμίρ ως γη ανυπότακτων μουσουλμάνων οι οποίοι λατρεύουν το Πακιστάν και μισούν την Ινδία. Και παρουσιάζει τον Μόντι και τον Σαχ ως τους γενναίους κατακτητές αυτής της «ανυπότακτης» επαρχίας.  
Για την υποστήριξη της κοινής γνώμης στο Μόντι:
Η απάντηση σε αυτό είναι ναι και όχι. Ναι, τα ινδικά σχολεία ποτέ δεν δίδαξαν πραγματικά την ιστορία της προσχώρησης του Κασμίρ και τα γεγονότα γύρω από τη διαμάχη. Οπότε πολλοί μαθαίνουν ιστορία σήμερα  από επιθετικά, φασιστικά, προπαγανδιστικά ΜΜΕ.  
Αλλά –νομίζω αυτό πρέπει να το τονίσουμε– έχουν υπάρξει μεγάλες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σε όλη την Ινδία από φοιτητές, εργάτες, γυναίκες, Νταλίτ, την Αριστερά και κοινωνικές οργανώσεις. 
Η κυβέρνηση Μόντι πέρασε νόμους που επιτρέπουν εύκολα να κατηγορηθούν μεμονωμένα άτομα ως «τρομοκράτες». Η πραγματική πρόθεση του νόμου είναι να απαγορεύσει κάθε κριτική στο όνομα της εθνικής ασφάλειας. Οπότε καθένας από εμάς που εκφράζεται ενάντια στην πολιτική του Μόντι στο Κασμίρ αντιμετωπίζει πλέον τον κίνδυνο σύλληψης στην καλύτερη περίπτωση και φασιστικής-ακροδεξιάς βίας στη χειρότερη.  
Για το ρόλο του Πακιστάν:
Ο ρόλος του Πακιστάν στο Κασμίρ είναι και αμφιλεγόμενος και επικίνδυνος. Πράγματι το Πακιστάν είχε δημιουργήσει προηγούμενο για αυτό που μόλις έκανε η κυβέρνηση της Ινδίας. Μετέτρεψε τμήματα του υπό πακιστανική διοίκηση Κασμίρ σε «Κεντρικά Διοικούμενες Περιοχές». Το Κασμίρ είναι ένα πιόνι στην πολιτική τους απέναντι στην Ινδία. Τίποτε από αυτά δεν βοηθάει τον αγώνα του λαού του Κασμίρ. Βοηθά μόνο την ακραία ινδουιστική ακροδεξιά, γιατί συμβάλλει στο να καταπνιγούν οι ανεξάρτητες φωνές στην Ινδία όπως και οι φωνές του λαού του Κασμίρ και να μετατραπεί το ζήτημα του Κασμίρ σε πρόβλημα αντιπαράθεσης της Ινδίας με το Πακιστάν. 
Πίσω στο Κασμίρ, ένας νεαρός μειδίασε, όταν τον ρωτήσαμε, γιατί οι κάτοικοι του Κασμίρ φωνάζουν φιλο-πακιστανικά συνθήματα ή υποστηρίζουν το Πακιστάν στους αγώνες κρίκετ. Είπε: «Ξέρουμε καλά τις αντιδημοκρατικές συνθήκες που επικρατούν στο Πακιστάν. Δεν ζηλεύουμε καθόλου το πώς ζουν οι Πακιστανοί. Αλλά φωνάζουμε υπέρ του Πακιστάν για να πειράξουμε τους Ινδούς στρατιώτες –ξέρουμε ότι κάθε αναφορά στο Πακιστάν τους ενοχλεί απίστευτα!».
Για το ρόλο της ισλαμοφοβίας:
Βεβαίως, η παγκόσμια ισλαμοφοβία βοήθησε στην εγκαθίδρυση της πολιτικής του ινδουιστικού εθνικισμού. Το BJP μπορεί να έχει τη μεταχείριση των Παλαιστινίων από το Ισραήλ ως μοντέλο για τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους Ινδούς μουσουλμάνους, στο λαό του Κασμίρ και στο Πακιστάν. Τα ισλαμοφοβικά στερεότυπα έχουν επίσης συμβάλει στο να πειστεί ένα τμήμα της φιλελεύθερης κοινής γνώμης ότι η υποστήριξη στο λαό του Κασμίρ σημαίνει υποστήριξη σε ένα «Ισλαμικό Κράτος».  
Αυτό που δεν αντιλαμβάνεται πολύς κόσμος είναι το εξής: ο εξισλαμισμός του κινήματος του Κασμίρ είναι παράγωγο του εξ-ινδουισμού της καταπίεσης που αντιμετωπίζουν. Όταν τα φορτηγά του στρατού φέρουν ινδουιστικά σύμβολα, όταν οι προσευχές στα τζαμιά απαγορεύονται, είναι φυσιολογικό το μοναδικό κρατίδιο με μουσουλμανική πλειοψηφία στην Ινδία να αισθάνεται ότι διώκεται και καταπιέζεται, ακριβώς επειδή είναι μουσουλμανικό.