«Επιμένουμε: Ριζοσπαστικά - Αντιμνημονιακά - Αριστερά»

Στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο της ΑΣΟΕΕ, πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία η εκδήλωση-συνέλευση του Κόκκινου Δικτύου (ΚΔ) με τίτλο «Επιμένουμε: Ριζοσπαστικά - Αντιμνημονιακά - Αριστερά», το διήμερο 29 και 30/8. Στο επίκεντρο της πολιτικής εκδήλωσης βρέθηκε η αναγκαία συνέχεια της μαζικής αντιμνημονιακής, ριζοσπαστικής, αριστερής πολιτικής, ενώ η συνέλευση είχε ως περιεχόμενο την οργάνωση της παρέμβασης του ΚΔ στις εκλογές με τη Λαϊκή Ενότητα.
Πλήθος συντρόφων-ισσών από όλο το φάσμα της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, των κοινωνικών κινημάτων, πρώην μέλη της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, πολλά πρώην μέλη της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, βουλευτές και βουλεύτριες που ψήφισαν ΟΧΙ, παρακολούθησαν την εκδήλωση που ξεκίνησε με τα βιντεοσκοπημένα μηνύματα που έστειλαν ο Μιγκέλ Ουρμπάν, ευρωβουλευτής του Podemos και ηγετικό στέλεχος της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην Ισπανία, ο Ολιβιέ Μπεζανσενό, ηγετικό στέλεχος του NPA στη Γαλλία, και ο Φραντσέσκο Λοκαντόρε, από τη Sinistra Anticapitalista της Ιταλίας.
Η συμμετοχή και ο ενθουσιασμός του κόσμου στην εκδήλωση αποδεικνύουν ότι ο αγώνας για την ακύρωση των μνημονίων, την ανατροπή της λιτότητας και συνολικά των νεοφιλελεύθερων πολιτικών συνεχίζεται. 
Η ανασύνταξη του ριζοσπαστικού δυναμικού που προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, άλλες πολιτικές οργανώσεις και κινήσεις, ανένταχτους-ες αγωνιστές και αγωνίστριες, μέσα από συλλογικές, ανοιχτές, δημοκρατικές διαδικασίες «από τα κάτω», και η συγκρότηση ενός μαζικού-ενωτικού μετώπου της ριζοσπαστικής Αριστεράς συνιστά σήμερα απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική (αλλά και εκλογική) εκπροσώπηση των εργαζομένων και της νεολαίας. 
Σε μια τέτοια κρίσιμη διαδικασία «συγκέντρωσης δύναμης», οι δυνάμεις του Κόκκινου Δικτύου θέλουν να συμβάλουν αποφασιστικά. Και ήδη μια τέτοια προσπάθεια κάνει τα πρώτα της βήματα μέσα από το εγχείρημα της Λαϊκής Ενότητας-ΛΑΕ.

 

Ο Αντώνης Νταβανέλος εκ μέρους του Κόκκινου Δικτύου έκανε λόγο για «τέλος εποχής», αναφερόμενος στην κατάρρευση της στρατηγικής της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και την αρχή μιας νέας, προβλέποντας ότι έρχεται μια «κυβέρνηση εθνικής ενότητας». Συνεχίζοντας, τόνισε με έμφαση πως «στο πλαίσιο της επιχείρησης συντριβής του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ όπως το γνωρίζαμε, είναι εντυπωσιακή η συνεργασία των αστικών μίντια και του διεθνούς παράγοντα. Η φράση της Μέρκελ ότι οι εκλογές είναι μέρος της λύσης και όχι της κρίσης τα λέει όλα, την ίδια ώρα που μας κατηγορούν ότι υλοποιούμε τη γραμμή Σόιμπλε». 
Αναφερόμενος στο άμεσο καθήκον της ριζοσπαστικής Αριστεράς, υποστήριξε ότι «ακαριαία πρέπει να συγκροτήσουμε εναλλακτική απάντηση σε αυτή την κατρακύλα, διαφορετικά κινδυνεύουμε με “ιταλοποίηση”, δηλαδή μια βαθιά κρίση της Αριστεράς, που θα δημιουργεί πολιτικό κενό». Το επίπεδο ταξικής πάλης στην Ελλάδα, ίσως από τα κορυφαία στον κόσμο, η αντοχή και η δράση της εγχώριας Αριστεράς και το δυναμικό που προέκυψε –τάχιστα και με μαζικούς όρους– από τον ΣΥΡΙΖΑ («με πρώτη πράξη το ΟΧΙ των βουλευτών και των βουλευτίνων που έστρωσε δρόμους για όλους εμάς»), αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις ότι αυτή η απάντηση είναι εφικτή. 
Σε σχέση με τις άμεσες προκλήσεις της ΛΑΕ, υπογράμμισε ότι είναι δύο: η πολιτική αποτελεσματικότητα στις εκλογές και η συγκρότησή της με επιτυχία ύστερα από αυτές, αναδεικνύοντας έτσι ότι υπάρχει συνέχεια για μια μαζική ριζοσπαστική Αριστερά, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι το ζήτημα του πολιτικού πλαισίου είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. «Μόνο το σχέδιο των μονομερών ενεργειών, αυτών που υποσχέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και περίμενε ο κόσμος –αναδιανομή του πλούτου, φορολογία του κεφαλαίου, εθνικοποίηση τραπεζών, διαγραφή του χρέους– είναι η βάση που αλλάζει τους συσχετισμούς».
Για το ζήτημα του νομίσματος υποστήριξε ότι η απάντηση για το αν μπορεί να ξεδιπλωθεί μια πολιτική αντιλιτότητας μέσα στα όρια αντοχής του ευρώ και αναζήτησης συναινέσεων με τις ευρωηγεσίες είναι όχι. «Η υποστήριξη μιας τέτοιας πολιτικής με κάθε αναγκαίο μέσο, περιλαμβάνει τη σύγκρουση με την ευρωζώνη και το ευρώ. Τα δύο προηγούμενα οφείλουμε να τα εντάσσουμε σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα για το σοσιαλισμό, γιατί εκεί φαίνεται και η διαφορά μας από αντιδραστικές δυνάμεις που ζητούν την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα». 
Για τις διαδικασίες συγκρότησης της ΛΑΕ, τόνισε ότι αυτή οφείλει να γίνει δημοκρατικά, ανοιχτά, με πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης «από τα κάτω», συγκροτημένα και κυρίως ενωτικά. Ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους διαφορετικές φωνές, ώστε να συγκεντρωθεί η μέγιστη δυνατή δύναμη, ώστε ενωμένος ο κόσμος μέσα στο εγχείρημα, να αντιμετωπίσει τις σκληρές προκλήσεις που έρχονται.

-Ο Γιάννης Μηλιός χαρακτήρισε τη χρονική συγκυρία και τις εκλογές ως «αφετηρία της συγκρότησης μιας αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με μαρξιστικά χαρακτηριστικά, μιας διαδικασίας για τη δημιουργία ενός πόλου για την ανασύνθεση της Αριστεράς, που θα εκφράζει τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας».
 «Η εμμονή στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ της πρώτης περιόδου, δηλαδή η εμμονή σε ένα μοντέλο οργάνωσης το οποίο είναι πλουραλιστικό, εναντίον της λιτότητας, εξωτερικό και αντίπαλο ως προς το κράτος και τις πολιτικές του κεφαλαίου, είναι η σωστή αφετηρία», είπε, συμπληρώνοντας ότι «αυτό το μοντέλο απέτυχε ακριβώς επειδή εγκαταλείφθηκε». 
Για την κατάληξη του ΣΥΡΙΖΑ σημείωσε: «Μια από τις αστικές πολιτικές που κυριάρχησαν στον ηγετικό ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι η Ελλάδα μπορούσε να κυβερνηθεί όπως την περίοδο πριν την κρίση. Πίστεψε έτσι στην ύπαρξη κοινών τακτικών επιδιώξεων, ενδεχομένως και συμφερόντων, μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν μέσα από την καπιταλιστική ανάπτυξη ή παραγωγική ανασυγκρότηση, όπως εννοούσαν τη συσσώρευση κεφαλαίου (...). Η λιτότητα, το Μνημόνιο 3 και η γενικότερη νεοφιλελεύθερη ατζέντα δεν αποτελούν λάθος. Αποτελούν την αυθόρμητη στρατηγική του κεφαλαίου για διέξοδο από την κρίση. Μια στρατηγική ύφεσης που λειτουργεί ως δημιουργική καταστροφή, γιατί αυξάνει το ποσοστό κέρδους. Μόνιμες κρίσεις δεν υπάρχουν. Σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού, η κυρίαρχη μέθοδος για έξοδο από την κρίση –σύμφωνα με τα συμφέροντα του κεφαλαίου– υπήρξε η μεταφορά πλούτου και ισχύος από τον κόσμο της εργασίας στο κεφάλαιο. Γι’ αυτό επιμένουν σε αυτή την πολιτική (...). Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε πολιτικό κίνδυνο για το σύστημα. Από τη στιγμή όμως που η λογική της παραγωγικής ανασυγκρότησης έγινε κυρίαρχη, οδήγησε στη σύγχυση των γραμμών. Η αποδοχή των προτεραιοτήτων της ανάπτυξης από την Αριστερά διασφαλίζει την ηγεμόνευση των αστικών ιδεολογικών μύθων περί κοινού εθνικού συμφέροντος. Η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας συγκαλύπτεται. Πρόκειται για μια προβληματική που αφοπλίζει την Αριστερά». 
Κλείνοντας, εξέφρασε την άποψη ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανασύνθεση της Αριστεράς είναι η συγκρότηση ενός δικτύου που θα δίνει τη δυνατότητα πρωτογενούς επικοινωνίας και συντονισμού της δράσης, ενός κοινωνικού δυναμικού που δεν είναι απαραίτητο να έχει κοινή κομματική ένταξη. 

-Η Ελένη Πορτάλιου (Λίστα του ΟΧΙ), αναζητώντας τα αίτια της μνημονιακής μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ και της ήττας της ελπίδας που αυτός γέννησε, έκανε λόγο για «τετελεσμένα» που δεν άφηναν χώρο να αποτραπούν ή οδηγούσαν σε περιθωριοποίηση εντός κόμματος όσους αντιστέκονταν σε αυτά, ενώ τα ρεύματα και οι τάσεις στο εσωτερικό είχαν γίνει «κλειστά συστήματα», οπότε έπαψε να υπάρχει ο κοινός σκοπός. 
«Μετά τους μεγάλους κοινωνικούς αγώνες του 2010-12 και το 27%, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδιπλώθηκε και υπήρξε διστακτικός με τα κινήματα, προκρίνοντας στην κοινωνία ότι το πρόβλημα θα λυθεί κοινοβουλευτικά, με την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ. Σταδιακά, μετά την 6μηνη διαπραγμάτευση, το “μνημόνιο-αντιμνημόνιο” έγινε “μνημόνιο-άτακτη χρεοκοπία” και το “κυβέρνηση της Αριστεράς” έγινε “κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πάση θυσία, ακόμα και με μνημόνιο”. Η αντίληψη του κυβερνητισμού δηλαδή». 
Σε ό,τι αφορά το πολιτικό σχέδιο, σημείωσε ότι «δεν υπήρχε συνεκτικό σχέδιο Α, ούτε φυσικά και Β, που έπρεπε να αποτελεί συλλογικό σχέδιο, δεν ήταν υποχρέωση της Πλατφόρμας ή του Λαφαζάνη. Σχέδιο που –πέρα από την επιστημονική γνώση– αποτελεί βάση των κοινωνικών συμμαχιών των πληττόμενων τάξεων και των όπλων που έχεις για τη σύγκρουση με τον αντίπαλο, την ευρωζώνη κ.λπ. Η απεμπλοκή από όλα όσα ζούμε προϋποθέτει μια επανάσταση, μια σύγκρουση που δεν μπορούμε να την αποφύγουμε, άρα πρέπει να προετοιμαστούμε γι’ αυτήν, με την αυτοπρόσωπη συμμετοχή των λαϊκών τάξεων (...). Το δημοψήφισμα ήταν μια λαϊκή εξέγερση, ο λαός πήρε την υπόθεση του ΟΧΙ στα χέρια του, αλλά το αποτέλεσμα παραδόθηκε στον αντίπαλο. Ο λαός αισθάνεται οργισμένος και πληγωμένος, άρα και δύσπιστος. Οι άνθρωποι που παράγουν και αγωνίζονται είναι αυτοί που θα απελευθερώσουν τη χώρα και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Χωρίς το λαό δεν μπορεί να γίνει τίποτα». 
Ασκώντας κριτική στα πρώτα δείγματα της ΛΑΕ, τόνισε ότι το μεγάλο και σημαντικό ΟΧΙ των βουλευτών που έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί άλλοθι ώστε πολύ γρήγορα να συγκροτηθεί ένα «κόμμα» αρχηγοκεντρικό και με κύριο προσανατολισμό στο κοινοβούλιο. 

-«Η αποδοχή του τρίτου μνημονίου σημαίνει το τέλος μιας μεγάλης ιστορικής περιόδου στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο ΣΥΡΙΖΑ όπως τον γνωρίσαμε έχει πεθάνει. Το πολιτικό του πρόγραμμα οδηγήθηκε με στοχευόμενο σχέδιο στην καταστροφή» υποστήριξε από τη μεριά του ο Δημήτρης Μπελαντής (ΛΑΕ-Αρ. Ρεύμα). 
Εξηγώντας τη λογική του μεταβατικού προγράμματος, υποστήριξε ότι «η ευρωζώνη είναι ένα πολιτικό πρόγραμμα συντριβής των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, άνισης ανάπτυξης μεταξύ των καπιταλισμών που τη συναποτελούν, με την κυριαρχία του γερμανικού ιμπεριαλισμού μέσα σε αυτήν. Το πρόβλημα βέβαια είναι η σύγκρουση μεταξύ τάξεων στην ΕΕ. Οπότε ανοίγει αναπόφευκτα το ζήτημα του εναλλακτικού σχεδίου, που δεν περιορίζεται στην έξοδο από το ευρώ, αλλά έχει ως αναγκαίο κρίκο την έξοδο, που δεν είναι πανάκεια, αλλά πρέπει να συνδυαστεί με ένα συνολικό μεταβατικό πρόγραμμα με σοσιαλιστική κατεύθυνση που θα περιλαμβάνει την κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών επιχειρήσεων με εργατικό έλεγχο, την αναστολή πληρωμών και διαγραφή του χρέους, και μια συνολική πολιτική καταστροφής της λιτότητας και διεθνισμού ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης». 
Τέλος, σημείωσε ότι «η σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό είναι αναπόφευκτη. Δεν μας αρκεί να φτιάξουμε έναν καλό εθνικό καπιταλισμό, ανταγωνιστικό με το νέο νόμισμα. Πρέπει να έχει ισχυρό το στίγμα του σοσιαλιστικού προσανατολισμού, του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου».

-Ο Κώστας Μαρματάκης (ΑΡΚ), μιλώντας για τα παράλληλα κέντρα εξουσίας που υπήρχαν μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, θυμήθηκε κάποια λόγια παλιού στελέχους του ΠΑΣΟΚ: «Σε ένα κόμμα που είναι απλά αντιπολίτευση, την εξουσία την έχει η ΚΕ. Σε ένα κόμμα που είναι αξιωματική αντιπολίτευση, η ΚΟ. Και σε ένα κόμμα που είναι κυβέρνηση, το γραφείο του προέδρου». Αφού σημείωσε πόσο σημαντικό είναι να αφήσουμε ανοιχτή την επαφή με τον κόσμο που έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν ακολουθεί τη ΛΑΕ ή όσους έμειναν, εκτίμησε ότι η επερχόμενη εκλογική μάχη είναι πολύ σημαντική. «Δεν μπορείς να αφήσεις τις αντιμνημονιακές κορόνες στους ναζί, δεν μπορεί να μη δώσεις ελπίδα, να μην ετοιμάσεις την προστασία του κόσμου μας μετά τις εκλογές. Δεν έχεις το δικαίωμα» τόνισε.
Για τα χαρακτηριστικά της εκλογικής καμπάνιας συμπλήρωσε ότι «εμείς είμαστε με το ταξικό, το ριζοσπαστικό, το νεανικό ΟΧΙ που έδωσε τη δυναμική στο 62%. Από τις πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης των πιτσιρικάδων και τον πόλεμο του Διαδικτύου στο δημοψήφισμα, έχουμε να μάθουμε. Να προσέξουμε τον τρόπο που απευθυνόμαστε στα δικά μας ακροατήρια, στην τάξη μας και στους συμμάχους της». 
Τέλος αναφερόμενος στις επιθέσεις της Κουμουνδούρου υπενθύμισε με νόημα: «Κάποιοι από εμάς το 2004 και το 2010 δώσαμε μια μεγάλη μάχη στον ΣΥΝ για να μην περάσει μια γραμμή που σήμερα υλοποιείται στον ΣΥΡΙΖΑ. Σύντροφοι και συντρόφισσες που υπερασπίζονται αυτήν τη γραμμή είχαν δεχτεί επιθέσεις με τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιούν σήμερα εναντίον μας: αριστεριστές, δεν ακούτε την κοινωνία κ.ά.». 

 

Παρεμβάσεις

Ο Γιώργος Σαπουνάς (ΚΔ) εκτίμησε ότι μας δίνεται σήμερα η δυνατότητα να εμβαθύνουμε μια διαδικασία που ξεκίνησε στη ριζοσπαστική Αριστερά πριν από 15 χρόνια στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, που ως κύριο αποτέλεσμα έχει ότι μπορεί να υπάρξει «μαζική, αριστερή λύση, ότι μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση της Αριστεράς, Αριστερά η οποία μπορεί να οικοδομηθεί σαν χώρος αξιών και ιδεών και όχι ως ευαίσθητη πτυχή του συστήματος». Συγχρόνως, ισχυρίστηκε ότι μια καλή εκλογική καταγραφή της ΛΑΕ θα μας δώσει «φωνή για το παρακάτω», όμως η σημαντικότερη διαδικασία είναι η «οικοδόμηση του σχήματος που θα πάρει στην πλάτη του τη συνέχεια αυτής της ιστορίας 15 χρόνων». 

Ο Ηλίας Ιωακείμογλου στην παρέμβασή του περιέγραψε την ιστορική στιγμή ως διαδικασία reload-επανεκκίνησης: «να ξαναπεράσουμε τις ίδιες πίστες για να ξανακατακτήσουμε πράγματα (...). Η πρώτη πίστα είναι το καθήκον να σταθεί η Αριστερά όρθια σε αυτές τις εκλογές και η δεύτερη πίστα είναι η διαμόρφωση του μεταβατικού προγράμματος και η συγκρότηση ενός νέου κόμματος, συζητώντας ανοιχτά τις διαφορές μας». Για την καπιταλιστική κρίση εξήγησε πως «η παγκόσμια κρίση δεν δείχνει να έχει καμία λύση. Σε όλες τις χώρες που εφαρμόζεται η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης επιφέρει μείωση των μισθών, αλλά καθόλου ή λίγο μείωση των τιμών, συνεπώς το πρόβλημα της κρίσης του 2008 παραμένει άλυτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι δυνάμεις του αστισμού δεν έχουν ένα νέο σχέδιο να αντιπροτείνουν, που καταλήγει σε κρίση πολιτικής ηγεμονίας». 

Ο Βαγγέλης Διαμαντόπουλος (βουλευτής ΛΑΕ) αποτιμώντας την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε ότι η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε γιατί στηρίχτηκε σε «φαντασιώσεις που έβλεπαν ρωγμές στο σύστημα». Επίσης, επισήμανε την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου συλλογικού υποκειμένου-μετώπου που θα κατέλθει στις εκλογές, αλλά χωρίς να γίνει συγκόλληση «περσόνων» από τα πάνω. «Συγκρότηση με ταξικά χαρακτηριστικά και από τα κάτω» είναι το παράδειγμα που πρέπει να ακολουθηθεί σε αυτήν τη νέα προσπάθεια, όπως τόνισε. Κλείνοντας υπογράμμισε ότι «από την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, ηττήθηκαν τα κοστολογημένα προγράμματα. Πρέπει να μπουν μπροστά τα πολιτικά προτάγματα, με στρατηγικό στόχο τη σοσιαλιστική κοινωνία». 

Ο Δημήτρης Σαραφιανός (ΑΡΑΣ) μίλησε για τον κίνδυνο να εμπεδωθεί η απογοήτευση και να περάσει η λογική ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος ή η δυσαρέσκεια να διοχετευτεί στην ακροδεξιά και τη ΧΑ. «Αν δεν υπήρχαν οι βουλευτές που ψήφισαν ΟΧΙ στο μνημόνιο, υπήρχε ο κίνδυνος χρεοκοπίας της Αριστεράς και η εμπέδωση της λογικής ότι η Αριστερά είναι σαν τους άλλους». Για να είναι χρήσιμη η Αριστερά, υποστήριξε ότι πρέπει να ενεργοποιήσει τα λαϊκά στρώματα, χτίζοντας ξανά την ελπίδα «ότι υπάρχει άλλος δρόμος, χωρίς μνημόνια, που σημαίνει έξω από την οικονομική και νομισματική ένωση, με διαγραφή του χρέους, εθνικοποιήσεις κ.λπ. (...). Πρέπει να αναμετρηθούμε με το ερώτημα των λαϊκών τάξεων, αν υπάρχει ζωή έξω από το ευρώ και την ΕΕ». 

Ο Γιάννος Γιαννόπουλος (ΑΡΚ, π. Ν. ΣΥΡΙΖΑ), κάνοντας αυτοκριτική για λάθη και παραλείψεις στον ΣΥΡΙΖΑ, διαχώρισε τα μη συλλογικά από αυτά: «η θανάτωση της συλλογικής κομματικής λειτουργίας, η αντιδημοκρατία, η μη στρατηγική σκέψη από τις 12 Ιούλη και μετά και φυσικά η μετάφραση του ΟΧΙ δεν είναι δικά μας». Εκτίμησε ότι το δίλημμα του ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα το μνημόνιο είναι ψεύτικο. Αναφορικά με τη σημασία των εκλογών, ισχυρίστηκε ότι «σε αυτές τις εκλογές έχει μεγάλη σημασία να ηττηθεί το ΤΙΝΑ, οι νέοι άνθρωποι να πάνε να ψηφίσουν, να μπορούμε να έχουμε απεύθυνση σε χιλιάδες και χιλιάδες, έχει σημασία για τη συνάντηση των ρευμάτων της Αριστεράς, έχει σημασία να βρει χώρο να εκφραστεί τόσο κόσμος που φεύγει από τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν είχε τασικές αναφορές όσο και η νέα γενιά, που δεν μπορεί να την ενσωματώσει ο καπιταλισμός».