Η «αδέσποτη» σφαίρα, που οδήγησε στον τραγικό θάνατο του 11χρονου μαθητή στο Μενίδι, προκάλεσε ένα ξέσπασμα ρατσιστικού μίσους από «αγανακτισμένους» κατοίκους ενάντια στους Ρομά. Την ίδια στιγμή, «επανέφερε» με σκληρό τρόπο στην επικαιρότητα τις συνθήκες διαβίωσης στην «πίσω αυλή» της Αττικής.

Η συναισθηματική φόρτιση από τον άδικο θάνατο ενός μικρού παιδιού αποτέλεσε το ιδανικό άλλοθι για την στοχοποίηση των Ρομά στο Μενίδι. Καθημερινές οργισμένες διαδηλώσεις με μπροστάρη τη δημοτική αρχή απαίτησαν την εκδίωξη των Ρομά, ενώ προστέθηκαν και επιθέσεις φασιστών της Χρυσής Αυγής σε σπίτια και  καταυλισμούς με μολότοφ. Από την άλλη μεριά, τα καθεστωτικά ΜΜΕ, «πέφτοντας από τα σύννεφα» για άλλη μια φορά, παρουσίασαν όψεις της διαχρονικής παραβατικότητας (διακίνηση ναρκωτικών, όπλων, κλοπές κλπ.) στη Δυτική Αττική και κραύγασαν για περισσότερη καταστολή, αναπαράγοντας τα μισαλλόδοξα στερεότυπα περί «πολιτισμικής ιδιομορφίας» των Ρομά, οι οποίοι δήθεν έχουν μια «φυσική τάση» προς την εγκληματικότητα και την περιθωριοποίηση. 
Η κυβέρνηση, ανταποκρινόμενη στην πίεση όλης αυτής της αντιδραστικής συμμαχίας, υποσχέθηκε ακόμα περισσότερη ενίσχυση της αστυνόμευσης και δυναμικές επιχειρήσεις εκκαθάρισης, μετατρέποντας ολόκληρες γειτονιές σε πεδία μάχης με πιθανούς νεκρούς, όπως στις φαβέλες της Βραζιλίας ή τα γαλλικά προάστια. Φυσικά, μαζί με το σκηνικό πολέμου που προετοιμάζει, παρουσίασε και ένα ευχολόγιο δράσεων που θα διευκολύνουν την πρόσβαση των Ρομά στην εκπαίδευση, στην εργασία, τις κοινωνικές παροχές, την υγεία και τον αθλητισμό. Επίσης, προανήγγειλε και την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου που αφορά την οπλοφορία (αν πειστούν βέβαια ο «λεβέντης» Πολάκης και οι όμοιοί του ότι πρέπει να τελειώνουμε με το «έθιμο» των πιστολάδων…).
Το Μενίδι, το Ζεφύρι, ο Ασπρόπυργος, ο Δενδροπόταμος στη Θεσσαλονίκη, όπου ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι Ρομά, δεν έγιναν ξαφνικά «γκέτο» και κόμβοι παραβατικότητας. Εδώ και δεκαετίες πρόκειται για υποβαθμισμένες περιοχές με υψηλά ποσοστά ακραίας φτώχειας και ανεργίας, άθλιες συγκοινωνίες και ελλιπέστατες ή ανύπαρκτες δομές κοινωνικής προστασίας, παιδείας, υγείας και αθλητισμού. Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα στους καταυλισμούς με τα παραπήγματα, όπου συνήθως δεν υπάρχει ούτε καν πόσιμο νερό, αποχέτευση, φωτισμός και μέριμνα της τοπικής αυτοδιοίκησης για την καθαριότητα των δημόσιων χώρων. 
Η πολιτική της ευρωλιτότητας και των μνημονιακών περικοπών, η διάλυση του κοινωνικού κράτους, όπως ήταν φυσικό, όξυναν ακόμη περισσότερο τις συνθήκες εξαθλίωσης και κοινωνικού αποκλεισμού σε αυτούς τους δήμους. Η έλλειψη προοπτικής και η μόνιμη κατάσταση απελπισίας και ανέχειας οδηγούν ένα μέρος των κατοίκων κατευθείαν στην αγκαλιά των παράνομων κυκλωμάτων. Κυκλώματα με υψηλά κέρδη που δρουν φυσικά με τη συγκάλυψη της ΕΛ.ΑΣ. και του κράτους, ενώ στην κορυφή της ιεραρχίας τους συνήθως βρίσκονται «πετυχημένοι» μεγαλοεπιχειρηματίες. Η ένταξη στη συμμορία, η εμπορία όπλων, η χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών φαντάζουν μια εύκολη διέξοδος από τη φτώχεια και το περιθώριο. Όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις μητροπόλεις του καπιταλισμού. 
Οι φορείς των ρατσιστικών παραληρημάτων που αποδίδουν συλλήβδην στους Ρομά την ενοχή για τον τραγικό θάνατο του μικρού παιδιού, που θεωρούν «ταυτοτικό στοιχείο» των Ρομά την εγκληματική συμπεριφορά, παραβλέπουν υποκριτικά τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες επιβίωσης αυτών των ανθρώπων. Ξεχνούν προκλητικά την κρατική αδιαφορία. Τι να έγιναν άραγε εκείνα τα δισεκατομμύρια ευρώ από ΕΣΠΑ για την μετεγκατάσταση των Ρομά σε κανονικά σπίτια και για την υλοποίηση προγραμμάτων ένταξης; Ίσως να ευθύνεται το «αδέσμευτο» πνεύμα της «τσιγγάνικης κουλτούρας» που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ και όχι τα «τρωκτικά» που τα διαχειρίστηκαν…
Οι κυρίαρχοι και τα «παπαγαλάκια» τους παραβλέπουν τον ρατσισμό που συναντούν οι Ρομά σε όλη την πορεία της ζωής τους. Κάνουν πως δεν γνωρίζουν την άρνηση των «λευκών» γονέων να αποδεχθούν τα τσιγγανόπουλα στα ίδια σχολεία με τα παιδιά τους ή τις δυσκολίες για να προσληφθείς λόγω «δέρματος». Φραγμοί που γεννούν τον αναλφαβητισμό και την επιλογή της παραοικονομίας και του παραεμπορίου (που σχεδόν πάντα συνοδεύεται από το κυνηγητό της αστυνομίας) για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ρομά. 
Η έκρηξη ακροδεξιόστροφης αγανάκτησης για το χαμό του Μάριου, η ρατσιστική στοχοποίηση των αδύναμων, η ενίσχυση του δόγματος «νόμος και τάξη» χτυπάνε σήμα κινδύνου και για το δικό μας στρατόπεδο. Η ανεπαρκής παρέμβαση της Αριστεράς στις «δύσκολες» αυτές περιοχές, η μη δημιουργία όρων συλλογικής πάλης ενάντια στα μνημόνια και το ρατσισμό, η απουσία μαζικής αριστερής πρότασης στην πολιτική της εκτεταμένης φτώχειας και ανεργίας (που θρέφει το έγκλημα, τις εξαρτήσεις και τον κοινωνικό αποκλεισμό για Ρομά και «μπαλαμούς») είναι δυστυχώς εμφανής. Αυτό το «κενό» χρειάζεται να καλύψουμε γρήγορα, αν δε θέλουμε να γενικευτεί το κλίμα κοινωνικού κανιβαλισμού και κρατικού αυταρχισμού.