«ΒΑΡΟΥΦΑΚΕΙΑΔΑ» ΜΕΡΟΣ Β: Δύο χρόνια από το ηχηρό «Όχι» του δημοψηφίσματος και στην επικαιρότητα επανήλθε το διαβόητο «plan X» ή «σύστημα παράλληλων πληρωμών» του Γ. Βαρουφάκη, που, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, είχε παρουσιάσει από το 2013 στον Α. Τσίπρα και στενούς του συνεργάτες. Μάλιστα, το σχέδιο αυτό αποτέλεσε και το «διαβατήριο» για να βρεθεί στη θέση του υπουργού Οικονομικών στην πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Πέρα από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Βαρουφάκης θεωρούσε την έξοδο από το ευρώ «καταστροφικό σενάριο», η πρότασή του απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τον Α. Τσίπρα και το περιβάλλον του, οι οποίοι δεν διανοούνταν οποιαδήποτε –έστω και μερική– ρήξη με το ντόπιο και διεθνές οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο. Η ΝΔ και τα κόμματα του «ακραίου κέντρου», σε συντονισμό με τα φιλικά τους ΜΜΕ, συνεχίζουν να υπερπροβάλλουν τις δήθεν «συγκλονιστικές αποκαλύψεις» για εκείνη την περίοδο, θέλοντας να παρουσιάσουν την κυβέρνηση ως «συνωμότες» που απεργάζονταν την έξοδο από την ευρωζώνη, πράγμα που βολεύει και τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ, μήπως και συγκρατήσει τον αριστερό κόσμο που τον εγκαταλείπει μαζικά. Η συζήτηση αυτή θα επανέρχεται ξανά και ξανά από το καθεστώς, με μοναδικό σκοπό την κατασυκοφάντηση κάθε εναλλακτικής λύσης απέναντι στον μνημονιακό «μονόδρομο» και την περιθωριοποίηση κάθε φωνής που αμφισβητεί την υποταγή στην ευρωλιτότητα από τη σκοπιά των εργαζομένων και της Αριστεράς. Η ταξική απειλή του «Όχι» της 5ης Ιούλη 2015 θα τους στοιχειώνει για πολλά χρόνια ακόμη.

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΘΥΜΑ
Ακόμα μια αυτοκτονία στο βωμό της κρίσης. Μια 42χρονη εργαζόμενη στο σούπερ μάρκετ Καρυπίδης στα Γιαννιτσά, απλήρωτη εδώ και 1,5 χρόνο όπως και οι συνάδελφοί της, δεν άντεξε και έβαλε τέρμα στη ζωή της. Βουτηγμένη στην απελπισία και τη φτώχεια, θύμα της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και της κυβερνητικής αδράνειας (αντίθετα με την κυβερνητική ευελιξία και την αναζήτηση λύσεων όταν το επίδικο είναι η διαγραφή επιχειρηματικών χρεών, όπως στην περίπτωση του Μαρινόπουλου και ορισμένων χρεοκοπημένων ΜΜΕ…), προστέθηκε στον θλιβερό κατάλογο των αυτοκτονιών που συνεχώς μεγαλώνει. Παρά την εμετική προπαγάνδα των κυρίαρχων, η χειροτέρευση των όρων ζωής και εργασίας για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία είναι το μοναδικό αποτέλεσμα της αντεργατικής πολιτικής των μνημονίων. Το πιο εξοργιστικό από όλα είναι ότι πρόσφατα ο Άρειος Πάγος αποφάσισε ότι «η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί από μόνη της να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του», ενισχύοντας το καθεστώς ασυλίας που απολαμβάνουν οι κακοπληρωτές εργοδότες. Τα κυβερνητικά στελέχη και η «Αυγή», που έριξαν το ανάθεμα στους δικαστές για το δραματικό συμβάν, ξέχασαν να μας πουν ποιος διορίζει τους δικαστικούς, ποιος πασχίζει να δημιουργήσει ερείσματα στους κόλπους τους και, κυρίως, ποια πολιτική ηγεσία που κυβερνά θωρακίζει με τις πράξεις της την πλήρη αποθράσυνση των αφεντικών.  

ΚΑΜΙΑ ΕΚΠΛΗΞΗ
Μέσα στον πόλεμο που μαίνεται το τελευταίο διάστημα ανάμεσα σε διάφορα κέντρα ισχύος για τον έλεγχο των δικαστικών μηχανισμών και άλλων τμημάτων του «βαθέος κράτους», ήρθε και ο διορισμός της Βασιλικής Θάνου ως προϊστάμενης του νομικού γραφείου του πρωθυπουργού, λίγες μέρες μετά την αποχώρησή της από τη θέση της προέδρου του Αρείου Πάγου. Η κίνηση αυτή ξεσήκωσε τα κόμματα της αντιπολίτευσης που κατήγγειλαν τη συστηματική προσπάθεια της κυβέρνησης να πλήξει τους δημοκρατικούς θεσμούς και διάφορα άλλα δακρύβρεχτα, ξεχνώντας τις δικές τους αλληλοεξυπηρετήσεις με ανώτατους δικαστικούς και την τοποθέτησή τους σε πολιτικές θέσεις (Πικραμένος, Αθανασίου κ.ά.), μετά τη λήξη της θητείας τους. Αυτή άλλωστε είναι και η υπερασπιστική γραμμή των κυβερνητικών επιτελείων απέναντι στις υποκριτικές φωνές των λοιπών μνημονιακών κομμάτων: «κι εσείς τα ίδια κάνατε». Το Μαξίμου έτσι συντηρεί το παραμύθι της κυβέρνησης που μάχεται με διάφορα «σκοτεινά συμφέροντα» και για το λόγο αυτό βρίσκεται στο στόχαστρο της «διαπλοκής». Όσο και να αλληλοκατηγορούνται, πίσω από την τεχνητή πόλωση η διαχρονική (δομική στον καπιταλισμό) συναλλαγή πολιτικής και δικαστικής εξουσίας δεν μπορεί να κρυφτεί. Ο αστικός μύθος της «ανεξάρτητης» δικαιοσύνης πείθει ελάχιστους πλέον.