Η συριακή επανάσταση συμπλήρωσε δύο χρόνια και συνεχίζεται απέναντι όμως σε μεγάλους κινδύνους.

Ο Μπασάρ Αλ Άσαντ, με ομιλία του στις αρχές του χρόνου, απαντώντας έμμεσα στη συνάντηση της Γενεύης (μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας και του υπεύθυνου του ΟΗΕ, Μπραχίμι) που κατέληξε στην ανάγκη «πολιτικής λύσης», ξεκαθάρισε ότι αυτή θα πρέπει να τον περιλαμβάνει. Αυτή η «κόκκινη γραμμή» ήταν μήνυμα σε φίλους και εχθρούς ότι έχει τη δυνατότητα και την πρόθεση να συνεχίσει το αιματοκύλισμα προκειμένου να πετύχει μια ευνοϊκή λύση κατά τις διαπραγματεύσεις.

Πράγματι το καθεστώς έχει αυτή τη δυνατότητα. Από τη μια οι διεθνείς κυρώσεις, η μεταφορά κεφαλαίων στην Αίγυπτο από μερίδες της αστικής τάξης, η συμμετοχή του βιομηχανικού κέντρου στο Χαλέπι στην επανάσταση, η πολιτική απομόνωση από τον Αραβικό Σύνδεσμο, οι διαδηλώσεις, οι αυτομολύσεις των στρατιωτών έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα το καθεστώς. Αλλά ταυτόχρονα διατηρεί τεράστιες στρατιωτικές δυνατότητες, στηριγμένες στην τεχνολογική υπεροχή και στον «πυρήνα» των ελίτ των στρατιωτικών δυνάμεων που είναι αφοσιωμένες στον Άσαντ.

Ξένες δυνάμεις

Επιπλέον, σε αντίθεση με τον Μουμπάρακ ή τον Μπεν Άλι, ο δικτάτορας δεν εγκαταλείφθηκε από τους συμμάχους του. Η Ρωσία και το Ιράν εξακολουθούν να του παρέχουν οικονομική και στρατιωτική στήριξη. Με αυτές τις πλάτες, το καθεστώς επιδιώκει να ισοπεδώσει τα «κάστρα» της επανάστασης και κυρίως να εξουθενώσει –μέσω της αντοχής του και της συνέχισης του αιματηρού πολέμου– τη μεγάλη πλειοψηφία του συριακού λαού.

Αν η μια «ξένη επέμβαση» (που περνάει απαρατήρητη) γίνεται υπέρ του καθεστώτος, υπάρχει και μια άλλη που έχει ως στόχο τη μετατροπή της επανάστασης σε θρησκευτικό, σεχταριστικό εμφύλιο. Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Κατάρ ενισχύουν οικονομικά και στρατιωτικά εξτρεμιστικές ισλαμικές ομάδες της αντιπολίτευσης. Για τις μοναρχίες του Κόλπου είναι σημαντικό να μη νικήσει μια αυθεντική λαϊκή επανάσταση, ώστε να μην εξαπλωθεί στις ίδιες. Και είναι εξίσου σημαντικό να πάρει χαρακτήρα θρησκευτικού πολέμου, για να μπορέσουν να το αξιοποιήσουν προπαγανδιστικά στους δικούς τους λαούς.

Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και καταγγέλλεται διαρκώς από τις συντονιστικές επιτροπές της επανάστασης, οι οποίες τελευταία δέχονται και βίαιες επιθέσεις από τις τζιχαντιστικές ομάδες. Αλλά πρέπει να τονίσουμε ότι, σε αντίθεση με τους μύθους που ακούγονται, αυτές οι ομάδες αποτελούν μόνο το 5% της ένοπλης αντίστασης και λειτουργούν εκτός του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA). Την πολιτική τους αδυναμία καλύπτουν με τον πολύ καλύτερο οπλισμό, καθώς ο FSA, και πάλι σε αντίθεση με τους μύθους, δεν παίρνει όπλα από κανέναν και στηρίζεται σε οπλισμό που αποκτά από το καθεστώς και σε αυτοσχέδια εργαστήρια όπλων που στήνονται στις απελευθερωμένες ζώνες.

Οι ΗΠΑ παίζουν διαφορετικό ρόλο, αλλά όχι απαραίτητα αντιπαραθετικό με τους άξονες Ρωσίας-Ιράν και Κατάρ-Τουρκίας. Έχουν ως στόχο την «ομαλή μετάβαση», στα πρότυπα της Υεμένης, με επιφανειακές αλλαγές στην κορυφή του καθεστώτος, αλλά με τον πυρήνα του να μένει άθιχτος. Τους «κανόνες» έθεσε πέρσι ο πρώην υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Μπάρακ, πεντακάθαρα: Έντιμη και ασφαλής αποχώρηση του Άσαντ, διατήρηση του στρατού και του μηχανισμού ασφαλείας του Μπάαθ. Στο ίδιο μήκος κύματος μετακινήθηκε πρόσφατα και ο Σαουδάραβας υπουργός Εξωτερικών, όταν δήλωσε από την Αίγυπτο ότι προτιμά την «πολιτική λύση».

Και η φιλοδυτική αντιπολίτευση, που ποντάρει σε μια ξένη επέμβαση, και οι δυνάμεις που βρίσκονται ανάμεσα στην επανάσταση και το καθεστώς, και επισείουν διαρκώς την απειλή αμερικανικής εισβολής, έχουν εγκλωβιστεί σε αυτή την εκτίμηση που διαψεύδεται τα τελευταία δύο χρόνια. Η «πολιτική λύση» είναι η κεντρική επιλογή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για μια σειρά λόγους. Μέχρι να την πετύχουν, έχουν όλη την πολυτέλεια να παρακολουθούν τον πόλεμο να καταστρέφει τις υποδομές της Συρίας, υποσκάπτοντας στρατιωτικά και οικονομικά όποια εξουσία προκύψει μετά τον Άσαντ. Γι’ αυτό και η παροχή όπλων στην αντιπολίτευση σαμποτάρεται συστηματικά, προκαλώντας την οργή και των φιλοδυτικών του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου, το οποίο κατηγορεί τους «φίλους της Συρίας» για υποκρισία.

Κίνημα

Σε αυτό το ζοφερό τοπίο των διεθνών παιχνιδιών και του καταστροφικού πολέμου, ο ηρωισμός του λαϊκού κινήματος συγκλονίζει. Οι φοιτητές (η πιο δραστήρια και οργανωμένη κοινωνική ομάδα από την αρχή της επανάστασης), οι εργάτες που συμμετέχουν ως άτομα και όχι ως τάξη (χάρη στην παντελή έλλειψη ανεξάρτητου εργατικού κινήματος, αλλά και την παράλυση της παραγωγής από τον πόλεμο, με 3.000 εργοστάσια να έχουν κλείσει), οι φτωχοί της πόλης, οι αγρότες, οι άνεργοι και οι γυναίκες (που πρωταγωνιστούν στις επιτροπές), παρά το υψηλό τίμημα της καταστολής, συνεχίζουν να αγωνίζονται.

Με μαζικές διαδηλώσεις όπου είναι εφικτό, με αιφνιδιαστικές διαδηλώσεις λίγων λεπτών ή πορείες στα στενά των γειτονιών όπου υπάρχει ο κίνδυνος της καταστολής, με συμβολικές δράσεις όπως κόκκινες μπογιές στα συντριβάνια, ονοματοδοσία δρόμων και πλατειών με ονόματα μαρτύρων της επανάστασης και σημαίες στα μπαλκόνια, όπου ο έλεγχος του καθεστώτος είναι ασφυκτικός.
Οι διαδηλώσεις της Παρασκευής συνεχίζονται, πάντοτε με ένα κοινό πανεθνικά σύνθημα που επιχειρεί να εκφράσει και να ενώσει τη λαϊκή συνείδηση για την κατάσταση του αγώνα.

Δυσκολίες και δυνατότητες

Στις απελευθερωμένες περιοχές εμφανίζονται σώματα αυτοκυβέρνησης, γνωστά ως συμβούλια. Ο πόλεμος, η καταστολή (που συνήθως στοχοποιεί τους πιο μαχητικούς αγωνιστές και τους οδηγεί στη φυλακή) και οι βομβαρδισμοί δυσκολεύουν το έργο και την ανάπτυξή τους, αλλά, παρά τα εμπόδια, έχουν αρχίσει να λειτουργούν εκλεγμένα όργανα που επιχειρούν να καλύψουν την υγεία, την παιδεία, τη στέγαση, τον επισιτισμό των κατοίκων.

Αυτό το δυναμικό είναι πολύτιμο για να ξεπεραστεί η μεγαλύτερη δυσκολία της συριακής επανάστασης, μεγαλύτερη από όλες όσες περιγράφηκαν: η κόπωση και ο κυνισμός. Τα φιλικά προς τον Άσαντ αραβικά ΜΜΕ ήδη περιγράφουν μια «σιωπηλή πλειοψηφία» που «δεν θέλει πια δημοκρατία, θέλει μόνο ειρήνη». Όσο κι αν πρόκειται για προπαγανδιστική υπερβολή, η επικράτησης μιας τέτοιας τάσης είναι η πιο επικίνδυνη, όσο συνεχίζεται το αδιέξοδο.

Οι διαδηλώσεις στην επέτειο των δύο χρόνων της επανάστασης έδειξαν ότι το κίνημα αντέχει ακόμα. Όταν ένας λαός επιμένει μετά από δύο χρόνια πολέμου να φωνάζει μέσα από τα ερείπια ότι «δεν θα γονατίσει ποτέ», μπορούμε να ελπίζουμε για το καλύτερο.

 

 

 

φωτό: «Η Αμερική δεν θα επέμβει σοβαρά, εκτός κι αν το θέλει το Ισραήλ»