Φουντώνει η «ένοπλη διαπραγμάτευση»

Η πολυαναμενόμενη μάχη της Μοσούλης ξεκίνησε. Οι Κούρδοι Πεσμεργκά, οι σιιτικές πολιτοφυλακές και η ελίτ των ελίτ του (ανασυγκροτημένου μετά την κατάρρευση του 2014) ιρακινού στρατού έχουν κυκλώσει την πόλη και προχωρούν με την κάλυψη της αμερικανικής αεροπορίας και τη στήριξη αμερικανικών ειδικών δυνάμεων. 
Μια επαπειλούμενη καταστροφή
Μια σειρά ζητήματα μένει να φανούν. Ένα είναι η μοίρα των αμάχων και των υποδομών. Στη Φαλούτζα ή στο Ραμαντί προκλήθηκαν ανείπωτες καταστροφές. Στην περίπτωση της Μοσούλης λειτουργεί αποτρεπτικά (προς το παρόν) το μέγεθος και η σημασία του «επάθλου» (που πρέπει σε ένα βαθμό να διαφυλαχθεί), αλλά και η προσπάθεια των ΗΠΑ να εμφανίσουν ένα «ηθικό πλεονέκτημα» στον διαγκωνισμό τους με τη Ρωσία (θα ήταν τουλάχιστον άβολη η καταγγελία της ισοπέδωσης του Χαλεπιού εν μέσω ισοπέδωσης της Μοσούλης). Φυσικά το πρόβλημα δεν αφορά το αν θα υποφέρει η πόλη –αυτό είναι δεδομένο. Το πρόβλημα είναι αν θα εξελιχθεί μια νέα τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή (με εκτιμήσεις για εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες). 
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τη διάρκεια της μάχης, σε συνάρτηση με το κατά πόσο θα υπάρξει μάχη. Μέχρι τώρα το Ισλαμικό Κράτος προτιμά να αποσύρεται και να αφήνει κάποιες δυνάμεις να δώσουν μάχες οπισθοφυλακών. Δεν έχει υπάρξει μέχρι τώρα πόλη την οποία να υπερασπίστηκε σθεναρά, όταν αντιμετώπισε σοβαρή πίεση, είτε στο Ιράκ, είτε στη Συρία. Η ποιοτική διαφορά αφορά και εδώ το μέγεθος του επάθλου. Αν η Ράκα θεωρείται η «πρωτεύουσα» του Χαλιφάτου, το πραγματικό «διαμάντι στο στέμμα» ήταν η Μοσούλη (με την ιστορική της σημασία, το μέγεθός της, τα πετρέλαιά της). Με τις πληροφορίες να είναι τελείως αντιφατικές («αφήνει πίσω μόνο τους ξένους μαχητές», «οι ξένοι μαχητές φεύγουν, θα μείνουν πίσω οι ντόπιες δυνάμεις», «η ηγεσία ήδη φεύγει», «ο Μπαγκνάντι έχει οχυρωθεί στη Μοσούλη για να οργανώσει την άμυνά της»), μένει να φανεί αν το ΙΚ θα αναδιπλωθεί και πάλι ή αν θα επιλέξει να κάνει τη Μοσούλη «οχυρό» του. 
Δύο πράγματα δείχνουν βέβαια. Το ένα είναι η έκβαση της μάχης, που θα είναι ήττα του ΙΚ (με το ζητούμενο να είναι «με πόση καταστροφή» και «σε πόσο καιρό»). Και το άλλο είναι πως η «επόμενη μέρα» δεν θα είναι καθόλου ρόδινη. Μικρές εικόνες από το μέλλον βλέπουμε ήδη, όπως οι αντάρτικου τύπου επιθέσεις τζιχαντιστών στο Κιρκούκ. Αλλά κυρίως η αποχώρηση του ΙΚ δεν θα λύσει κανένα από τα προβλήματα που προϋπήρχαν. Η πίεση να ξεκινήσει η στρατιωτική επιχείρηση παραμέρισε τις όποιες προσπάθειες να οικοδομηθεί και ένα σχέδιο για την «επόμενη μέρα». Η Μοσούλη θα είναι ένα διεκδικούμενο έπαθλο, όπως μαρτυρά η καταγγελία της Βαγδάτης για την τουρκική στρατιωτική παρουσία (που όμως έχει την έγκριση ή ανοχή της τοπικής κυβέρνησης), η επιμονή του Ερντογάν να παίξει η Τουρκία ρόλο εγγυητή, η ανησυχία για ενδεχόμενη εκδικητική μανία των σιιτικών πολιτοφυλακών (όπως συνέβη σε Φαλούτζα και Ραμαντί), η δίκαιη καχυποψία των ντόπιων απέναντι στον κυβερνητικό στρατό (που έκανε εφικτή τη θεαματική πτώση της πόλης το 2014).
Η μάχη για τη Ράκα
Και μετά τη Μοσούλη έρχεται η ώρα της μάχης για τη Ράκα. Είτε γιατί εκεί θα έχει αναδιπλώσει όλες τις δυνάμεις του το ΙΚ, είτε για να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη. Και για τη μάχη στη Ράκα και για τα ζητήματα της επόμενης ημέρας ισχύουν τα ίδια ακριβώς προβλήματα. Στην περίπτωση της Ράκα μάλιστα έχουν εκδηλωθεί προκαταβολικά.
Θα συμμετέχουν στην επίθεση οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (όπου παίζουν κεντρικό ρόλο οι κουρδικές πολιτοφυλακές); Έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές στον πόλεμο κατά του ΙΚ, αλλά όσο η αραβική «συνιστώσα» τους είναι μειοψηφική και εν μέσω έντονης καχυποψίας μεταξύ Κούρδων και Αράβων είναι αμφίβολο κατά πόσο θα γίνουν δεκτές στη Ράκα ως «απελευθερωτές». Πολύ περισσότερο, η συμμετοχή τους είναι μια προοπτική που απορρίπτει η Τουρκία, που διεκδικεί το ρόλο του «προνομιακού συμμάχου» των ΗΠΑ σε αυτή την εκστρατεία, φοβούμενη τη στενή συνεργασία ΗΠΑ-κουρδικών πολιτοφυλακών. Στην περίπτωση της Ράκα, το κουβάρι μπλέκεται ακόμα περισσότερο από το ενδεχόμενο να κινηθεί για την ανακατάληψή της και ο στρατός του Άσαντ με ρωσική κάλυψη.
Κλιμάκωση στη βόρεια Συρία
Μέχρι να αρχίσει η μάχη της Ράκα και χωρίς σοβαρή πιθανότητα να λυθεί με «συμφωνία κυρίων», η Τουρκία προσπαθεί να λύσει «ντεφάκτο» το θέμα, με την όλο και πιο ενεργητική συμμετοχή της στον πόλεμο στα βόρεια. Αφενός στηρίζει την προέλαση υποστηριζόμενων από αυτήν ανταρτών και σε άλλες πόλεις που ελέγχει το ΙΚ. Αφετέρου όμως, κλιμάκωσε κατακόρυφα την επιθετικότητά της κατά των Κούρδων YPG με ανοιχτά πολύνεκρα χτυπήματα εναντίον τους. 
Ο Άσαντ και ο Πούτιν σε αυτή τη συγκυρία δείχνουν να επικεντρώνονται στο Χαλέπι και όχι τη Ράκα. Αντιλαμβάνονται ότι το ΙΚ έχει πιεστεί πάρα πολύ για να αποτελέσει άμεση απειλή και εκτιμούν πως, αν πέσει και το Χαλέπι, θα έχει έρθει ακόμα πιο κοντά ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία το εκβιαστικό δίλημμα «ή ο Άσαντ ή το Ισλαμικό Κράτος». Αξιοποιούν επίσης τη στροφή στην τουρκική πολιτική. Η ρωσική ανοχή στη δραστηριοποίηση του τουρκικού στρατού μέσα σε συριακό έδαφος (ενάντια στο ΙΚ και τους Κούρδους) έχει ως αντάλλαγμα την εγκατάλειψη των αντικαθεστωτικών του Χαλεπίου από τον Ερντογάν. Θα έχει ενδιαφέρον το πώς θα εξελιχθεί και αυτή η «ένταση»: Οι αντάρτικες μονάδες, που ανακατέλαβαν από το ΙΚ την Τζαραμπλούς με τουρκική υποστήριξη, δηλώνουν πως «δεν ξεχνάμε το Χαλέπι», τη στιγμή που η τουρκική βοήθεια τους δίνεται με τον όρο «να μην κινηθούν προς το Χαλέπι». 
Στο ίδιο το Χαλέπι, με την προσωρινή κατάπαυση του πυρός από Ρωσία-Άσαντ να τερματίζεται, μάλλον ξεκινά μια μάχη πολύ πιο άγρια από όσα είχαμε δει μέχρι σήμερα (αν ερμηνευτεί η προσωρινή κατάπαυση ως «τελευταία ευκαιρία να φύγετε», δηλαδή ηρεμία πριν την απόλυτη καταιγίδα).  
Η κόλαση θα συνεχιστεί
Και στο Ιράκ και στη Συρία, όλες οι μεριές δείχνουν να τα παίζουν όλα για όλα στην «ένοπλη διαπραγμάτευση» για την επόμενη μέρα. Αυτό όχι μόνο προμηνύει για τα χειρότερα στο αμέσως επόμενο διάστημα, αλλά κάνει κάθε «πανηγυρισμό» για τις διαφαινόμενες ήττες του Ισλαμικού Κράτους τουλάχιστον αφελή. Η κόλαση, που διαμορφώνεται, αποτελεί το καλύτερο «φυτώριο» τζιχαντισμού εδώ και 15 χρόνια. Και οι επερχόμενες «λύσεις» που διαμορφώνονται και στο Ιράκ και στη Συρία έχουν μέσα όλους τους παράγοντες που έθρεψαν (και θα συνεχίσουν να θρέφουν) αυτό το «τέρας»: την επιβίωση των ντόπιων αντιδραστικών καθεστώτων, την εμπλοκή των περιφερειακών δυνάμεων με ιδεολογικό όπλο το θρησκευτικό σεχταρισμό και την ανοιχτή επέμβαση των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών. Και κυρίως τη νίκη του κυνισμού και της απελπισίας απέναντι στην ελπίδα που γέννησε το 2011…