Η πρόσφατη ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την αφετηρία, το άνοιγμα, σε μια πολύ σημαντική συζήτηση. Τη συζήτηση για τον προσανατολισμό της Αριστεράς μέσα σε μια συγκυρία που αλλάζει δραματικά.

Αλλάζει, καταρχήν, με την ακόμα πιο άγρια επιθετικότητα της κυβέρνησης. Οι μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία, ενώ ανοίγουν το δρόμο για την πλήρη «απελευθέρωση» των μαζικών απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα (βλ. τα «αιτήματα» που ήδη διατυπώνει η τρόικα).

Η αντίσταση των ισχυρών συνδικάτων στους χώρους που πλήττονται άμεσα (εκπαιδευτικοί, υγειονομικοί, ΟΤΑ) και η σοβαρή πιθανότητα συγκρότησης γύρω τους μια πλατειάς κοινωνικής συμμαχίας (των ανθρώπων-«χρηστών» των κοινωνικών υπηρεσιών) απειλεί –για πρώτη φορά, μετά από καιρό– με ανατροπή μια δέσμη κρίσιμων κυβερνητικών μέτρων και θέτει –κατά συνέπεια– σε αμφισβήτηση την ισορροπία όλου του προγράμματος.

Αποσταθεροποίηση
Η προοπτική αυτή ερμηνεύει –εν μέρει– τα φαινόμενα πολιτικής αποσταθεροποίησης (πιέσεις για καρατόμηση Σαμαρά, σενάρια κυβερνητικής αλλαγής από την παρούσα Βουλή με αλλαγή πρωθυπουργού, φόβοι για «ατύχημα» που θα οδηγήσει σε εκλογές το φθινόπωρο κ.λπ.). Όμως μόνο εν μέρει. Στη βάση τους υπάρχει μια ουσιαστική αλλαγή στην οικονομικοκοινωνική συγκυρία και σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις αρχίζει μια κρίσιμη συζήτηση πολιτικού προσανατολισμού.

Τα σενάρια που εκτιμούσαν ότι η άγρια λιτότητα των Σαμαρά-Βενιζέλου «καθαρίζει το χωράφι της κρίσης» και ότι από το 2014 αρχίζει μια νέα πορεία ανάκαμψης, αποδεικνύονται αυταπάτες. Επισήμως πλέον ομολογείται (π.χ. από τους Σόιμπλε και Ντάισελμπλουμ) ότι η Ελλάδα «δεν θα μπορεί να ξαναβγεί στις αγορές» πριν το 2022 και ότι κατά συνέπεια θα χρειαστεί νέο πρόγραμμα δανεισμού και νέο μνημόνιο (Ντράγκι).

Σε απλά ελληνικά αυτά σημαίνουν ότι οι αιματηρές απώλειες των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων στα μνημονιακά χρόνια πήγαν στα χαμένα (για την ακρίβεια στις τσέπες των διεθνών και ντόπιων τοκογλύφων), ενώ, ταυτόχρονα, σημαίνουν ότι ο (όποιος) διάδοχος του Σαμαρά στην πρωθυπουργία όχι μόνο δεν θα έχει ευκολότερη δουλειά, αλλά, αντίθετα, θα βρεθεί μπροστά στα ίδια τραγικά διλλήματα που αντιμετώπισε ο ΓΑΠ, όταν είχε να υπογράψει το Μνημόνιο 1.

Γι’ αυτό είχε σημασία η δέσμευση του Αλ. Τσίπρα, στην εισήγησή του στην ΚΕ, ότι «δεν θα δεχτούμε νέο δανεισμό – δεν θα υπογράψουμε νέο μνημόνιο». Ακόμα, έχει σημασία η απόφαση της ΚΕ που υπογραμμίζει: «Δεν θα επιτρέψουμε η χώρα να καταρρεύσει πληρώνοντας 24 δισ. ευρώ τόκους και τοκοχρεολύσια την επόμενη τριετία, εκμηδενίζοντας παράλληλα μισθούς και συντάξεις…».

Οι φράσεις αυτές είναι μια εισαγωγή στη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, που λέει ότι η ανατροπή της λιτότητας ταυτίζεται με τη στάση πληρωμών προς τους δανειστές και τη διεκδίκηση της διαγραφής του χρέους (ή, έστω, του μεγαλύτερου μέρους του), όπως ακριβώς ισχυρίζεται, από καιρό, η Αριστερή Πλατφόρμα. Και βέβαια, μια τέτοια πρώτη πράξη θα αποτελεί κήρυξη πολέμου προς τους δανειστές και –κατά συνέπεια– οφείλει να στηριχθεί με γενικότερα ανατρεπτικά μέτρα (κρατικοποίηση τραπεζών, «ελευθερίες» διακίνησης  κεφαλαίων, ρήξη με την πειθαρχία στην ΕΕ κ.λπ.).

Επίσης, έχει σημασία η αποδοχή από την πλειοψηφία της ΚΕ της πρότασης της Αριστερής Πλατφόρμας για την πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τις Λαϊκές Επιτροπές αγώνα και ανατροπής. Η πρόταση αυτή, αν υλοποιηθεί, θα δώσει μεγάλη βοήθεια στο απεργιακό μέτωπο των εκπαιδευτικών, των νοσηλευτικών και των ΟΤΑ.

Θα απαντήσει επίσης στο ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών του ΣΥΡΙΖΑ, κλείνοντας τη συζήτηση για τα από τα πάνω κοινοβουλευτικά «ανοίγματα», δίνοντας την έμφαση στη διεκδίκηση της εργατικής-λαϊκής «αυτοδυναμίας» και στην από τα κάτω προώθηση της ενότητας στη δράση της πολιτικής Αριστεράς.

Παρά την αποδοχή αυτών των σημείων –και παρά την αποδοχή μιας αντιιμπεριαλιστικής-αντιπολεμικής στάσης σχετικά με τη Συρία– τα στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας επέλεξαν να μην υπερψηφίσουν την εισήγηση της πλειοψηφίας. Στους καλοπροαίρετους συντρόφους που αναρωτήθηκαν επ’ αυτού, απαντήσαμε ότι οι σοβαρές διαφωνίες, που εκδηλώθηκαν στο Συνέδριο, παραμένουν και ότι η γεφύρωσή τους προϋποθέτει σοβαρότερη συζήτηση, σαφέστερες δεσμεύσεις και υλοποίησή τους στην πράξη. Η στάση αυτή επιβεβαιώθηκε σύντομα.

Προσαρμογές  
Ο υπεύθυνος της Επιτροπής Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, σ. Γ. Δραγασάκης, σε πρόσφατη συνέντευξή του (στην εφημερίδα «Ο Δρόμος») μας δήλωσε ότι το «χρέος είναι αποτέλεσμα των ελλειμμάτων και όχι η αιτία τους». Αυτή η θέση –που αντιστρέφει πολλά βασικά στοιχεία της αριστερής ανάλυσης για το χρέος και τα ελλείμματα– οδηγεί στην εκτίμηση ότι ακόμα και η διαγραφή όλου του χρέους αποτελεί μια «αυταπάτη εύκολων και ανώδυνων λύσεων».

Ο σ. Δραγασάκης κατηγορεί ένα τμήμα της Αριστεράς («το ΚΚΕ και όχι μόνο») για μια «αλαζονεία της άγνοιας». Στη θέση της προτείνει να σκεφτούμε «εναλλακτικά μέσα χρηματοδότησης και ρευστότητας, εναλλακτικά μέσα πληρωμών κλπ.». Τι, περίπου, σημαίνει αυτό μένει να αποσαφηνιστεί στην πορεία των εργασιών.

Ο σ. Δραγασάκης καταλήγει ότι «ακόμα όμως και ένας τέτοιος εκσυγχρονισμός (σ.σ.: «στα όρια μιας προοδευτικής παραλλαγής της αστικής πολιτικής, ενός ύστερου αστικού εκσυγχρονισμού») σήμερα δεν μπορεί να υλοποιηθεί παρά από μια πολιτική με κορμό τους εργαζόμενους και την Αριστερά…».

Το ενδιαφέρον θα ήταν να απαντηθεί αυτή η πρόκληση με την αντίθετη φορά: Αν, δηλαδή, μια ανατροπή «με κορμό τους εργαζόμενους και την Αριστερά έχει λόγους να περιοριστεί στα όρια μιας προοδευτικής αλλαγής της αστικής πολιτικής, ενός ύστερου εκσυγχρονισμού». Και ακόμα να απαντηθεί το ερώτημα: Τι περιθώρια βιωσιμότητας θα έχει μια κυβέρνηση της Αριστεράς, αν επιλέξει –ή εγκλωβιστεί σε– αυτή την πολιτική.

Πιέσεις
Άλλοι σ. διαβάζουν τη συγκυρία εντελώς διαφορετικά. Για παράδειγμα, ο Αντρέας Καρίτζης διαπιστώνει (στην «Εποχή»): «Η κεντρική επιλογή της μνημονιακής ηγεσίας και συγκεκριμένα του Σαμαρά… είναι και μια επιλογή ιδεολογικής μάχης… επιχειρεί, δηλαδή, να επέμβει στον κοινωνικό συσχετισμό, προωθώντας σκληρές συντηρητικές αντιλήψεις… η ιδεολογική αυτή επίθεση που επιχειρείται από τη Δεξιά, δεν έχει βρει, κατά την άποψή μου, την κατάλληλη απάντηση, είτε από τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε από το κίνημα…».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Γ. Αλμπάνης σημειώνει: «Τη διαμόρφωση ενός αντιδραστικού κοινωνικού μπλοκ… (σ.σ. τα μέτρα και η ρητορεία του Σαμαρά) έχουν διαμορφώσει μια αντι-αριστερή, αντεργατική και αντικινηματική κοινωνική παράταξη, όχι αμελητέας μαζικότητας…».

Οι διαπιστώσεις αυτές –αν όχι ακριβώς ως προς τα αποτελέσματα, πάντως σίγουρα ως προς τις προθέσεις και την τακτική του Σαμαρά–  είναι σωστές.

Και δημιουργούν στον ΣΥΡΙΖΑ πρόσθετα καθήκοντα και υποχρεώσεις. Γιατί οφείλουμε να διεκδικήσουμε συγκεκριμένες νίκες στα δημόσια σχολεία, στα νοσοκομεία και στους ΟΤΑ, σε συνδυασμό με μια γενικότερη αντιστροφή: την αποκατάσταση της αυτοπεποίθησης των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων μέσα σε μια περίοδο βαθειάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο απαντώντας στον ιδεολογικό πόλεμο της Δεξιάς, με σαφήνεια στους πολιτικούς στόχους, με επιμονή στη σοσιαλιστική διέξοδο, με ριζοσπαστικό κινηματισμό ως προς την τακτική και τα μέσα πάλης.