Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η ρατσιστική δολοφονία στα Πετράλωνα, ξεκαθαρίστηκαν οι προθέσεις όλων των στρατοπέδων. Αποδείχτηκε η υποκρισία της πολυδιαφημισμένης «καταδίκης της βίας» από την κυβέρνηση και τα ΜΜΕ. Όταν πρόκειται για νεκρούς από τη δολοφονική βία των φασιστών, το ζήτημα δεν πρέπει να απασχολεί την πολιτική ατζέντα!

Σε αντίθεση με τις οροθετικές γυναίκες, που διαπομπεύονταν επί μήνες από την ασφάλεια και αθωώθηκαν πρόσφατα στα δικαστήρια, καμία φωτογραφία των δολοφόνων των Πετραλώνων δεν κυκλοφόρησε από την Αστυνομία. Η σύλληψή τους μάλιστα δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της «μεγάλης κινητοποίησης της αστυνομίας», όπως ισχυρίστηκε ο Δένδιας, αλλά επειδή ένας θαρραλέος ταξιτζής ακολούθησε το μηχανάκι των δολοφόνων και τηλεφώνησε στην αστυνομία, δίνοντας στοιχεία για τη διαδρομή τους.

Μετά τη σύλληψη των Χρυσαυγιτών, «διαρροές» της αστυνομίας έκαναν λόγο περί «διαπληκτισμού», επειδή –σύμφωνα με τους δολοφόνους– το ποδήλατο του Πακιστανού τους έκλεινε το δρόμο. Μόνο μετά από 17 ολόκληρες ώρες, και αφού πλήθος κοινωνικών και πολιτικών φορέων είχε καταδικάσει το ρατσιστικό έγκλημα, η αστυνομία εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση, ενημερώνοντας πως στο σπίτι ενός από τους δύο νεοναζί βρέθηκε ολόκληρο οπλοστάσιο και 50 φυλλάδια «πολιτικού κόμματος».

Το «πολιτικό κόμμα» δεν είναι άλλο από τη Χρυσή Αυγή, απαγορευμένη λέξη στις ανακοινώσεις της ΓΑΔΑ. Παρ’ όλα αυτά ο εισαγγελέας δεν έκρινε σκόπιμο να συμπεριλάβει στο κατηγορητήριο τα ρατσιστικά κίνητρα, που αποτελούν επιβαρυντικό στοιχείο και αυξάνουν τις ποινές των δολοφόνων.

Οι νεοναζί του Μιχαλολιάκου τήρησαν σιγή ιχθύος, αλλά καμία ανακοίνωση των κομμάτων της τρικομματικής συμπαιγνίας δεν απαίτησε εξηγήσεις από τους φασίστες. Παρά τις γενικευμένες αντιδράσεις, οι «προοδευτικοί» εταίροι της τρικομματικής δεν έδειξαν να ευαισθητοποιούνται εναντίον της Χρυσής Αυγής, αλλά προτίμησαν να συνεχίσουν να αβαντάρουν την ακροδεξιά επίθεση Σαμαρά στην Αριστερά, σχολιάζοντας την «ανευθυνότητα» του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην ανομία και την τρομοκρατία.

Όσο για τα μεγάλα ΜΜΕ, δεν αξιώθηκαν να ασχοληθούν με τη δολοφονία παραπάνω από τη «συνήθη» προβολή του γεγονότος στα πλαίσια του αστυνομικού δελτίου.

Στο δικό μας στρατόπεδο, αντιρατσιστικές κινήσεις, τοπικές οργανώσεις ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, λαϊκές συνελεύσεις και αντιεξουσιαστές κάλεσαν σε μαζική αντιφασιστική συγκέντρωση και πορεία την ίδια μέρα το απόγευμα στον τόπο της δολοφονίας. Το ίδιο έκανε το ΚΚΕ δυο μέρες μετά.

Πολλές συλλογικότητες του κινήματος και της Αριστεράς συμμετείχαν με μαζικά μπλοκ στο αντιφασιστικό συλλαλητήριο στις 19/1, θεωρώντας το δυνατότητα μαζικής απάντησης στη δολοφονία, παρ’ ότι η ΚΕΕΡΦΑ, που είχε πάρει την πρωτοβουλία, είχε αποφύγει να τους προσκαλέσει για συνδιοργάνωση.

Χιλιάδες άνθρωποι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα στις 19/1, αποδεικνύοντας τη δυναμική που αναπτύσσεται από το αντιφασιστικό κίνημα το τελευταίο διάστημα, παρ’ όλο που τελικά η 19/1 κινητοποίησε μόνο ένα τμήμα του.
Το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι πως απαιτείται η μεγαλύτερη δυνατή διεύρυνση του αντιφασιστικού κινήματος σε κάθε κοινωνικό χώρο, καθώς και πρωτοβουλίες για τον ευρύτερο δυνατό συντονισμό του. Από τη μεριά της Αριστεράς απαιτείται τα αντανακλαστικά, που επέδειξε μετά το έγκλημα των Πετραλώνων, να συνοδευτούν το επόμενο διάστημα από σημαντικές πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες απέναντι στους νοσταλγούς του Χίτλερ και τη μνημονιακή κυβέρνηση που τους έχει στα όπα-όπα.