Όπως θα δούμε, το ΚΚΕ, δυστυχώς, αποδείχθηκε επανειλημμένα ικανό στο να συνεργάζεται με τους πάντες προκειμένου να βγάλει το αστικό καθεστώς από τα εκάστοτε αδιέξοδά του.

Το ΚΚΕ αρνείται τη συμπαράταξη με τον ΣΥΡΙΖΑ με στόχο μια κυβέρνηση που θα καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, θα σταματήσει τα μέτρα του μνημονίου και θα επαναφέρει μερικές από τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος, οι οποίες χάθηκαν τα δύο αυτά χρόνια. Ο Περισσός λέει ότι δεν θα «νερώσει» το κρασί του για κάτι τέτοιο. Όμως, πέρα από το ερώτημα της ποιότητας και της πυκνότητας του κρασιού του, υπάρχει μια ιστορία κυβερνητικών συνεργασιών του ΚΚΕ με πολύ δεξιότερες, για την ακρίβεια με αστικές δυνάμεις. Όπως θα δούμε, το ΚΚΕ, δυστυχώς, αποδείχθηκε επανειλημμένα ικανό στο να συνεργάζεται με τους πάντες προκειμένου να βγάλει το αστικό καθεστώς από τα εκάστοτε αδιέξοδά του.

Πρώτο παράδειγμα είναι το σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα. Στις εκλογές του Γενάρη του 1936 το Φιλελεύθερο Κόμμα (οι βενιζελικοί) εξέλεξε 141 βουλευτές, το Λαϊκό Κόμμα (η Δεξιά) 143 και το Λαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ) 15. Υπήρξε δηλ. ένα αντίστοιχο κοινοβουλευτικό αδιέξοδο με το σημερινό. Μπρος στο αδιέξοδο και τα δύο αστικά κόμματα ξεκίνησαν μυστικές διαπραγματεύσεις με το ΚΚΕ και τελικά ο Θ. Σοφούλης του Φιλελεύθερου Κόμματος και ο αντιπρόσωπος του Λαϊκού Μετώπου Στέλιος Σκλάβαινας έκλεισαν μυστική συμφωνία: το Λαϊκό Μέτωπο υποσχέθηκε να ψηφίσει τον Σοφούλη για πρόεδρο της βουλής (δηλ. σύμφωνα με τα κοινοβουλευτικά ήθη της εποχής, για πρωθυπουργό) και να υποστηρίξει την κυβέρνησή του. Ο Σοφούλης υποσχέθηκε σ’ αντάλλαγμα ότι θα πρότεινε μέσα σ’ ένα μήνα διάφορα νομοσχέδια, όπως τη μείωση της τιμής του ψωμιού, την αναστολή της εξόφλησης των χρεών των μικροκτηματιών, αμνηστία για τους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους, διάλυση των φασιστικών οργανώσεων κ.λπ.

Ήττες
Ο Σοφούλης έγινε πρόεδρος της Βουλής, αλλά δεν τηρήθηκε τίποτε από όσα συμφωνήθηκαν με το ΚΚΕ. Το αστικό πολιτικό σύστημα ξεπέρασε την κρίση του, καθώς πολύ σύντομα και οι δύο πλευρές του τα «βρήκαν» και τελικά ο βασιλιάς Γεώργιος έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ι. Μεταξά, αρχηγό ενός μικρού κόμματος με μόλις 7 έδρες στη βουλή. Τον Απρίλιο του 1936, η κυβέρνηση Μεταξά πήρε τη στήριξη των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων που  συμφώνησαν ότι το κοινοβούλιο έπρεπε να διακόψει τις εργασίες του για πέντε μήνες! Ο δρόμος για την εγκαθίδρυση της διχτατορίας της 4ης Αυγούστου είχε ανοίξει.

Δεύτερο παράδειγμα συμφωνίας του ΚΚΕ για συγκυβέρνηση με αστικές δυνάμεις, είναι οι συμφωνίες του Λιβάνου (Μάης του ’44) και της Γκαζέρτας (Σεπτέμβρης του ’44). Στο Λίβανο, το ΚΚΕ αποδέχθηκε το σχηματισμό κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου και παίρνοντας 7 υπουργεία, παρέδωσε την εξουσία ουσιαστικά στην αστική τάξη. Τότε το ΚΚΕ δέχτηκε τη δημιουργία Εθνικού Στρατού (τη διάλυση δηλαδή του ΕΛΑΣ) και μαζί με τους αστούς πολιτικούς στο Κάιρο χαρακτήρισαν την εξέγερση των Ελλήνων στρατιωτών και ναυτών στη Μέση Ανατολή ως «έγκλημα εναντίον της πατρίδος»! Στη Γκαζέρτα, νομιμοποίησαν προκαταβολικά την εγγλέζικη επέμβαση, βάζοντας τον ΕΛΑΣ κάτω από τις διαταγές του Άγγλου στρατηγού Σκόμπι, ο οποίος την 1 Δεκέμβρη διέταξε τον αφοπλισμό των ανταρτών και την απομάκρυνσή τους από την Αθήνα. Οι 7 εαμίτες υπουργοί, ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, απλώς αντιπρότειναν τη διάλυση όλων των στρατιωτικών σωμάτων (!) αλλά ο Γ. Παπανδρέου δεν δέχθηκε. Η συνέχεια είναι επίσης γνωστή.

Το «βρόμικο» 1989
Όμως το πιο τρανταχτό παράδειγμα κυβερνητικής συνεργασίας με αστικά κόμματα ήταν οι κυβερνήσεις Τζανετάκη και Ζολώτα το 1989-90. Εκείνη την περίοδο το ΚΚΕ αποτελούσε την κύρια δύναμη στο εσωτερικό του ενιαίου τότε Συνασπισμού που είχε συνάψει με την ΕΑΡ λίγο καιρό πριν. Ο ηγέτης του ΚΚΕ, ο Χ. Φλωράκης, ήταν ήδη έτοιμος για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ. Να τι είχε πει τον Οκτώβρη του 1988 όταν, κατά τη διάρκεια των συναντήσεών του με τον ηγέτη της ΕΑΡ, Λ. Κύρκο, είχε ερωτηθεί για την προοπτική συνεργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ με το ΠΑΣΟΚ:

«Με την πτέρυγα που κυριαρχεί σήμερα, εμείς χωριό δεν κάνουμε. Τώρα, τι ανακατατάξεις θα γίνουν και μάλιστα αν εφαρμοστεί η απλή αναλογική, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Εμείς πιστεύουμε ότι η χώρα μας δεν θα μείνει χωρίς κυβέρνηση. Κάποια κυβέρνηση θάχει. Εκεί ανάλογα θα καθορίσουμε τη στάση μας».

Τελικά η συνεργασία ήταν ακόμη χειρότερη: Στις εκλογές του Ιούνη του 1989, προέκυψε κοινοβουλευτικό αδιέξοδο καθώς κανένα αστικό κόμμα (δηλ. ούτε η ΝΔ του Μητσοτάκη ούτε το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου) δεν κατέκτησε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η Αριστερά, ο Συνασπισμός, που είχε πάρει το εντυπωσιακό για εκείνη την εποχή ποσοστό του 13%, απέκτησε και πάλι ρυθμιστικό ρόλο.

Οι εκλογές έγιναν σε ένα πλαίσιο  όπου κυριαρχούσε η κατάρρευση των καθεστώτων στην Α. Ευρώπη, διεθνώς και το σκάνδαλο Κοσκωτά στην Ελλάδα (όπου εμπλέκονταν ο Α. Παπανδρέου). Ωστόσο, το σκάνδαλο αυτό ήταν απείρως μικρότερης σημασίας από τις πρόσφατες υποθέσεις Siemens, Βατοπαιδίου κ.λπ. Κι όμως, με το πρόσχημα του κινδύνου παραγραφής των ευθυνών (σε περίπτωση που γίνονταν νέες εκλογές), το ΚΚΕ υπό τον Χ. Φλωράκη και ο Συνασπισμός αποφάσισαν να συγκυβερνήσουν με τη Νέα Δημοκρατία. Ο Φ. Κουβέλης (ΕΑΡ) ανέλαβε υπουργός Δικαιοσύνης, ο Γ. Δραγασάκης (ΚΚΕ) ανέλαβε υπουργός Εμπορίου και ύστερα Εθνικής Οικονομίας, ενώ η Μ. Δαμανάκη (ΚΚΕ) πήγε στο προεδρείο της Βουλής.

Ο ενιαίος ΣΥΝ και το ΚΚΕ βοήθησαν το σύστημα σε μια κρίσιμη πολιτική του κρίση, με πρόσχημα την κάθαρση, δηλ. την «προσπάθεια» να υπάρξει δήθεν «διαφάνεια» στην αστική πολιτική. Αντί να απέχουν από την κρίση των αστών, που ήταν ολόδική τους, συντάχθηκαν με τη μια πλευρά ενάντια στην άλλη.

Απώλειες
Ωστόσο, η παραπομπή του Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο δεν αποδυνάμωσε το ΠΑΣΟΚ. Τα εκατομμύρια οπαδοί του κόμματος αυτού, εργάτες και φτωχά λαϊκά στρώματα, δεν είδαν κανένα όφελος από την τακτική του Συνασπισμού. Έτσι απομακρύνθηκαν από την Αριστερά, κατανοώντας ως ταξική προδοσία τη συγκυβέρνηση με τη Δεξιά. Αυτή η συγκυβέρνηση έδωσε άσυλο στο ΠΑΣΟΚ που απέκτησε τη δυνατότητα και να δημαγωγεί για το «βρόμικο ‘89», αλλά και να συμμετάσχει αλώβητα στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-Συνασπισμός), που δημιουργήθηκε μετά τις εκλογές του Νοέμβρη 1989 όταν και πάλι δεν προέκυψε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ο ενιαίος Συνασπισμός γνώρισε φυσιολογικά διαρκείς απώλειες: στις εκλογές του Νοέμβρη έχασε 120.000 ψήφους σε σχέση με τον Ιούνη, ενώ τον Απρίλιο του 1990 το ποσοστό του είχε πέσει στο 10%. Πιο δραματική ήταν η εξέλιξη στο χώρο της νεολαίας, όπου η ΚΝΕ αποχώρησε ομαδικά, ενώ λίγο μετά ακολούθησε η διάσπαση του ενιαίου Συνασπισμού και του ΚΚΕ. Στις επόμενες εκλογές, το 1993, το άθροισμα των ποσοστών του ΚΚΕ και του ΣΥΝ έπεσε στο μισό του Ιούνη 1989, ενώ το ΠΑΣΟΚ θριάμβευσε.

Υποτίθεται ότι το ΚΚΕ πήρε κάποια ανταλλάγματα προς όφελος του λαού για τη συγκυβέρνηση με τα αστικά κόμματα. Ανάμεσά τους ήταν η δέσμευση για την προώθηση νομοθετικής κατοχύρωσης της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής στους μισθούς, η διατήρηση του σχετικά αναλογικού εκλογικού νόμου που ίσχυε, καθώς και η προώθηση της «διαφάνειας» και της προστασίας του περιβάλλοντος. Ωστόσο τίποτε από αυτά δεν είχε σημασία. Αντίθετα η πολιτική, εκλογική, ιδεολογική και ηθική αποδυνάμωση της Αριστεράς άνοιξε το δρόμο στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού -και εκ μέρους της ΝΔ του Μητσοτάκη και εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Μία από τις «κληρονομιές» της συγκυβέρνησης ήταν η «ελεύθερη» τηλεόραση, δηλ. το πέρασμα των τηλεοπτικών συχνοτήτων στην ασυδοσία της αγοράς και των εργολάβων που μέχρι σήμερα καθορίζουν συνειδήσεις, εκμαυλίζουν ήθη και ελέγχουν κυβερνήσεις.

Αναπόφευκτο;
Τίποτε από αυτά δεν ήταν αντικειμενικά αναπόφευκτο: Η ένταση των απεργιών από το 1985 μέχρι το 1993 ήταν τέτοια ώστε η Ελλάδα διεκδικούσε σταθερά την πρώτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών με βάση τις εργατοημέρες που «χάνονταν» σε απεργίες. Η εργατική τάξη ριζοσπαστικοποιούνταν προς τα αριστερά. Στις δημοτικές εκλογές του 1986 τα ψηφοδέλτια συνεργασίας του ΚΚΕ με τους αντάρτες του ΠΑΣΟΚ είχαν σαρώσει τους δήμους γύρω από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά. Στην Αθήνα ο Κατριβάνος είχε πάρει 18%, στον Πειραιά ο Νικολινάκος 16% και στη Θεσσαλονίκη ο Νέστωρ το 23%. Αλλά και μετά τη συγκυβέρνηση, το 1991-92 οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες έδωσαν έναν επίμονο, ιστορικό και νικηφόρο αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Το ΚΚΕ δεν έχει κάνει αυτοκριτική για το 1989, θεωρώντας ακόμη και σήμερα σωστές τις επιλογές του Χ. Φλωράκη. Όμως είναι προκλητικό να σου «βρομάει» σήμερα ο Τσίπρας που θέλει να σταματήσει το μνημόνιο, τη μεγαλύτερη επίθεση που έχει υποστεί η εργατική τάξη της Ελλάδας, την ίδια στιγμή που επιμένεις να θεωρείς σωστές τις κυβερνητικές συνεργασίες με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, τον Γεώργιο Παπανδρέου τον Κων/νο Μητσοτάκη, τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον αρχιτραπεζίτη Ξενοφώντα Ζολώτα.