Η συμφωνία του Τσίπρα με την τρόικα για το χρέος

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε υποσχεθεί στους ομολόγους του ότι θα αλλάξει στυλ –ότι θα φορέσει γραβάτα– εάν και όταν λυθεί το πρόβλημα του χρέους και βγει η ελληνική οικονομία από τη βάρβαρη πολιτική λιτότητας των μνημονίων και την επιτήρηση από την τρόικα των δανειστών.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός, ανακοινώνοντας δημοσίως στο Ζάππειο τη συμφωνία στο πρόσφατο Eurogroup στο Λουξεμβούργο, εμφανίστηκε… φορώντας γραβάτα! Ήταν μια προσπάθεια να ενισχυθεί το «μήνυμα» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ότι η πολιτική της των τελευταίων χρόνων, μετά το 2015 –μια πολιτική συνέχειας και ενίσχυσης της μνημονιακής λιτότητας–  συνιστά ένα κάποιο success story, που επιτέλους οδήγησε στην έξοδο από τα μισητά μνημόνια.

Η επικοινωνιακή προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, γιατί βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από την πραγματικότητα. Πίσω από τις δημαγωγίες για το «τέλος των μνημονίων», η αλήθεια είναι η πλήρης δέσμευση στη μνημονιακή πολιτική για μια αφόρητα μακρά χρονική περίοδο, για μια ολόκληρη ιστορική εποχή.
Χρέος
Η συμφωνία στο Eurogroup υπήρξε κατώτερη του αναμενόμενου από το επιτελείο του Τσίπρα. Η «γαλλική πρόταση» (του όχι και τόσο ριζοσπάστη Μακρόν) –που συνέδεε τις πληρωμές χρέους με την πορεία της ελληνικής οικονομίας προς την «ανάπτυξη», συμπεριλαμβάνοντας «αυτοματισμούς» που θα μείωναν τις δόσεις πληρωμών, αν τα πράγματα εξελίσσονταν ομαλά– σιωπηρά εγκαταλείφθηκε. 
Η απόφαση πρακτικά συνοψίζεται στην «επιμήκυνση» της υποχρέωσης πληρωμών μόνο για το ένα τρίτο του χρέους (για τα 96 δισ. ευρώ των δανείων του EFSF, στα πλαίσια του δεύτερου μνημονίου) και στη δημιουργία ενός «μαξιλαριού ρευστότητας» (cash buffer) που θα επιτρέψει στις επόμενες κυβερνήσεις, μέχρι το 2022, να πληρώσουν τις υποχρεώσεις χρέους, αν καταστεί αδύνατη η πολυδιαφημιζόμενη έξοδος στις αγορές. 
Η απόφαση είναι κομμένη και ραμμένη στις επιδιώξεις των δανειστών και της ΕΕ. 
Αφενός, τους επιτρέπει να ανακοινώνουν ότι, πλέον, «καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν βρίσκεται σε μνημόνιο», να ενισχύουν δηλαδή την εικόνα συνοχής του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου, εικόνα που πιθανώς χρειάζονται ενόψει της όξυνσης των αντιπαραθέσεων που εγκαινιάζει η πολιτική του Τραμπ προς τον προστατευτισμό και τον εμπορικό πόλεμο.
Αφετέρου, προστατεύει σχεδιασμένα και σε μεγάλο χρονικό βάθος τα συμφέροντά τους.
Η δημιουργία του μαξιλαριού ρευστότητας κρίθηκε αναγκαία και στηρίζεται στην πρόβλεψη ότι τα σχέδια των Τσίπρα-Τσακαλώτου περί γρήγορης εξόδου στις αγορές είναι απλώς υπερφίαλα.
Πριν λίγες εβδομάδες, και μετά τα επεισόδια της ιταλικής κρίσης, το επιτόκιο του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου εκτινάχθηκε στο 4,84% (περίπου όσο ήταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας που οδήγησε στο πρώτο μνημόνιο το 2010-2011), ενώ μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Eurogroup υποχώρησε ελαφρά, στο 4,14%, παραμένοντας ακόμα σε απαγορευτικά επίπεδα.
Το «πάγωμα» για μια δεκαετία των πληρωμών για τα 96 δισ. του EFSF (που ασφαλώς δεν αποτελεί δώρο, αφού προσθέτει μια δεκαετία επικερδών τόκων) κάνει πιο ρεαλιστικές τις υποχρεώσεις πληρωμών του υπόλοιπου χρέους, ενώ, ταυτόχρονα, οριοθετεί ένα καινούργιο ορόσημο κρίσης του ελληνικού χρέους: το 2032.
Ας το πούμε με τα λόγια της καθεστωτικής εφημερίδας «Το Βήμα», που αποδίδει την εκτίμηση σε ανώνυμους «ειδικούς»: «Το deal είναι πονηρό. Οι Γερμανοί δεν έδωσαν πολλά στην Ελλάδα, μάλλον έδωσαν τα απολύτως αναγκαία για να βγάλουν τη χώρα από τη ζώνη του κινδύνου μεσοπρόθεσμα. Θα τους ξαναχρειαστούμε το 2032, αν η οικονομία δεν ανακάμψει γρήγορα». 
Τι έδωσε η κυβέρνηση
Έναντι αυτών, η κυβέρνηση Τσίπρα έδωσε τα εξής:
α) Τη δέσμευση ότι το σύνολο των μνημονιακών νόμων, ρυθμίσεων και αντιμεταρρυθμίσεων όλης της προηγούμενης οκταετίας της κρίσης θα παραμείνει σε ισχύ, χωρίς ούτε και δευτερεύουσας σημασίας τροποποιήσεις, κατά την περίοδο μετά το υποθετικό τέλος των μνημονίων. Η κατά τον Τσίπρα έξοδος από το μνημόνιο 3, οδηγεί στη μονιμοποίηση των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων των μνημονίων 1, 2 και 3 για δεκαετίες!
β) Τη δέσμευση για πρόσθετα μέτρα σκληρής λιτότητας μέσω της προνομοθετημένης περικοπής των συντάξεων το 2019, της αύξησης των φόρων κυρίως επί των φτωχών λαϊκών νοικοκυριών με την κατάργηση του αφορολόγητου από το 2020, την αύξηση του ΕΝΦΙΑ με τις «αναπροσαρμογές» των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, τη διάλυση ακόμα και της ελάχιστης κοινωνικής προστασίας με την περικοπή των προνοιακών επιδομάτων από το 2018 και, ακόμα, ένα καλπάζον πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, που εκτός από τη ΔΕΗ περιλαμβάνει το νερό στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και όλες τις εκτάσεις δημόσιας γης, που το real estate εκτιμά ως «φιλέτα».
γ) Τη δέσμευση της μελλοντικής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής σε έναν απίστευτο δημοσιονομικό «κορσέ», που θα πιέζει διαρκώς προς μεγαλύτερο βύθισμα στη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα. Η συμφωνία προβλέπει ότι όλοι οι προϋπολογισμοί μέχρι το 2022 θα διασφαλίζουν «πλεόνασμα» της τάξης του 3,5%, ενώ ως το 2060(!) θα πρέπει –κατά μέσο όρο– το ετήσιο «πλεόνασμα» να ξεπερνά το 2,2% του ΑΕΠ.
Όπως σημειώνουν ακόμα και οι φιλομνημονιακοί οικονομολόγοι, τόσο υψηλά πλεονάσματα, για τόσο μακρό χρονικό διάστημα, δεν έχει μέχρι σήμερα επιδιώξει καμιά χώρα στην οικονομική ιστορία του κόσμου.
Όμως το αυτί του Τσίπρα δεν ιδρώνει, παρά την οκταετή ελληνική εμπειρία που αποδεικνύει ότι τα «πλεονάσματα» είναι βαμμένα με το αίμα των εργατών και των φτωχών λαϊκών τάξεων. Εξίσου δεν ιδρώνουν οι δανειστές: Η συμφωνία του Eurogroup εγκαθιστά ένα δρακόντειο μηχανισμό επιτήρησης για τη διασφάλιση των πλεονασμάτων: με ανά τρίμηνο ελέγχους, με εκθέσεις συμμόρφωσης, με μηχανισμούς επιβολής πρόσθετων μέτρων, αν υπάρχουν αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους. Μετά το τέλος του 3ου, το 4ο μνημόνιο είναι εδώ.
Όπως σημειώσαμε παραπάνω, η όποια «ομαλή» εξέλιξη αυτής της συμφωνίας προϋποθέτει μια λιγότερο ή περισσότερο γρήγορη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε καθεστώς διαρκούς ανάπτυξης. Αλλιώς, η συμφωνία προδιαγράφει τα επόμενα στάδια δραστικής παρέμβασης των δανειστών. Με πρώτο σταθμό το 2022 και δεύτερο σταθμό, με πιθανότατα πιο δραματικά χαρακτηριστικά, το 2032.
Μη-βιώσιμο χρέος
Όπως άλλωστε φέρονται να δηλώνουν τόσο η Κριστίν Λαγκάρντ του ΔΝΤ, όσο και ο Μάριο Ντράγκι της ΕΚΤ, η συμφωνία αυτή θεωρείται βιώσιμη μεσοπρόθεσμα ως το 2032 (δηλαδή να προλάβουμε να αρμέξουμε την αγελάδα όσο ακόμα μπορούμε), ενώ μακροπρόθεσμα «το ελληνικό χρέος εκτιμάται ως μη-βιώσιμο». 
Το πρόβλημα όμως, πιθανότατα, θα προκύψει νωρίτερα. Γιατί η συμφωνία ούτε συμβαδίζει με τις προβλέψεις περί των προοπτικών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ούτε διευκολύνει μια επιτάχυνσή της:
Η δέσμευση για πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ σημαίνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις (το παραδοσιακό όπλο «ανάπτυξης» του ελληνικού καπιταλισμού) όχι μόνο δεν θα αυξηθούν, αλλά θα περικοπούν περισσότερο. Ήδη τα επιτελεία του Τσίπρα κάνουν σημαία τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, τονίζοντας ότι δεν θα διστάσουν σε τίποτα προκειμένου να τις υποβοηθήσουν. Όμως, παρά τη συντριβή των μισθών και των εργατικών κατακτήσεων, οι επενδύσεις των Ελλήνων καπιταλιστών κυμαίνονται στο 30%(!) των αντίστοιχων προ της κρίσης. Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών της εποχής Σημίτη, Ν. Χριστοδουλάκης, κάνει λόγο για «επενδυτικό κενό ύψους 100 δισ. ευρώ στην Ελλάδα σήμερα», αντιπροτείνοντας τη μείωση των επιδιωκόμενων πλεονασμάτων στο 1,5% του ΑΕΠ, ως πόρων που θα πρέπει, λέει, να κατευθυνθούν προς «παραγωγικές επενδύσεις», ώστε να υποβοηθηθούν οι πιθανότητες της ανάπτυξης. Ο Αλέξης Τσίπρας θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπος με την αξία της πάγιας προγραμματικής θέσης της Αριστεράς ότι απέναντι στο χρέος η μόνη βιώσιμη πολιτική είναι η πολιτική άρνησης και διαγραφής του. 
Από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, η συμφωνία του ΣΥΡΙΖΑ με τους δανειστές και την τρόικα συνιστά έναν μεγάλο κίνδυνο. Η αναγωγή των ιδιωτικών επενδύσεων (ντόπιων και διεθνών) στη μοναδική ελπίδα της κοινωνίας για πρόοδο οδηγεί στην απόλυτη υποταγή στις ορέξεις του κεφαλαίου. Ο μισθός, η σύνταξη, οι κοινωνικές δαπάνες, οι εργασιακές σχέσεις, οι περιβαλλοντικές προστασίες, οι δημόσιοι χώροι, τα κοινωνικά δικαιώματα με την πιο πλήρη έννοιά τους, θα μπουν σε ακόμα μεγαλύτερη πίεση και αμφισβήτηση. Οι «θυσίες», που θα απαιτηθούν, θα είναι ακόμα πιο βάρβαρες, ενώ το αποτέλεσμα θα εξακολουθεί να είναι ακόμα πιο αβέβαιο και από τις υποσχέσεις του μνημονίου 1 (που προέβλεπε την έξοδο από την κρίση το… 2012!).
Απέναντι σε αυτή την πολιτική, η μόνη απάντηση που αξίζει, είναι η κλιμάκωση της δράσης για την ανατροπή της.
Απέναντι σε αυτή την πολιτική, η ΝΔ και η ακροδεξιά, που βγήκαν στα κάγκελα για το μακεδονικό προσπαθώντας να δημιουργήσουν εθνικιστικό μαζικό ρεύμα, κρατούν τώρα χαμηλούς τόνους. Καταδικάζουν τις «αστοχίες» του Τσίπρα, προσπαθούν να επωφεληθούν από τη δυσαρέσκεια του κόσμου μπροστά στα επερχόμενα μέτρα, αλλά φροντίζουν να κρατούν στο απυρόβλητο τον πυρήνα της πολιτικής που οργανώνει η συμφωνία. Τα συμφέροντα του κεφαλαίου ήταν πάντα για τη Δεξιά «η φωνή του Κυρίου». 
Σε αυτές τις νέες συνθήκες, το βάρος της αντίστασης και της ανατροπής πέφτει και πάλι στις πλάτες της ριζοσπαστικής Αριστεράς.